Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Δράσης για τους Επικονιαστές

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση το Σχέδιο Δράσης για τους Επικονιαστές το οποίο αφορά την προστασία της βιοποικιλότητας και τη διαχείριση των οικοσυστημάτων. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται αναφορές στη μελισσοκομία και στην Apis mellifera, οι οποίες εγείρουν επιστημονικά και διαχειριστικά ζητήματα που χρήζουν προσεκτικής αξιολόγησης, ιδίως ως προς την τεκμηρίωση, την οικολογική αναλογικότητα και τη ρυθμιστική τους εφαρμογή. Με γνώμονα τη συμβολή σε έναν τεκμηριωμένο και εποικοδομητικό διάλογο, συνέταξα το ακόλουθο υπόμνημα, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, το οποίο επισημαίνει κρίσιμα σημεία και προτείνει μια προσέγγιση βασισμένη σε εμπειρικά δεδομένα και στην ενίσχυση των ανθοφόρων οικοσυστημάτων.

Επιστημονική τεκμηρίωση, οικολογική αναλογικότητα και ρυθμιστική επάρκεια ως προς τη μελισσοκομία

Η διατήρηση των άγριων επικονιαστών συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των οικοσυστημάτων και την αγροδιατροφική ασφάλεια. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει ότι οι επικονιαστές συμβάλλουν ουσιωδώς στη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων και στην παραγωγικότητα σημαντικού ποσοστού των καλλιεργειών (Potts et al., 2010· Vanbergen et al., 2013). Η Ελλάδα, ως χώρα μεσογειακής βιοποικιλότητας υψηλής ενδημικότητας, φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την τεκμηριωμένη προστασία τους.

Παράλληλα, η Apis mellifera αποτελεί γηγενές είδος της ευρωπαϊκής πανίδας, με μακροχρόνια εξελικτική συνύπαρξη με τα μεσογειακά φυτικά και εντομολογικά δίκτυα. Η οργανωμένη μελισσοκομία συνιστά ιστορικά εδραιωμένη αγροτική δραστηριότητα με οικολογική και οικονομική σημασία. Ωστόσο, στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Δράσης διατυπώνονται προβληματισμοί περί «υπερβολικής πίεσης», ανταγωνισμού για ανθικούς πόρους και ανάγκης αξιολόγησης φέρουσας ικανότητας οικοσυστημάτων ως προς τον αριθμό κυψελών. Οι προβληματισμοί αυτοί χρήζουν προσεκτικής επιστημονικής αξιολόγησης.

1. Η επιστημονική βιβλιογραφία περί ανταγωνισμού: συμφραζόμενη και μη γενικεύσιμη

Η διεθνής συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (Mallinger et al., 2017) καταλήγει ότι υπάρχουν τεκμήρια για πιθανό ανταγωνισμό μεταξύ διαχειριζόμενων και άγριων μελισσών, πλην όμως τα αποτελέσματα είναι έντονα context-dependent, δηλαδή εξαρτώνται από τη δομή του τοπίου, τη διαθεσιμότητα ανθικών πόρων, τη χωρική κλίμακα και την εποχικότητα. Παρόμοια συμπεράσματα διατυπώνονται από τους Geldmann & González-Varo (2018), οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις της Apis mellifera διαφοροποιούνται ουσιωδώς ανάλογα με το οικοσύστημα και την πυκνότητα αποικιών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αρκετές από τις μελέτες που τεκμηριώνουν αρνητικές συσχετίσεις προέρχονται από νησιωτικά, χωρικά περιορισμένα ή χαμηλής ανθικής ετερογένειας οικοσυστήματα, όπου η φέρουσα ικανότητα είναι εγγενώς περιορισμένη. Για παράδειγμα, μελέτη στο Αιγαίο (Lázaro et al., 2021) κατέδειξε αρνητική συσχέτιση μεταξύ αφθονίας Apis mellifera και πλούτου άγριων μελισσών σε νησιωτικά συστήματα. Παρομοίως, πειραματικές παρεμβάσεις σε μικρής κλίμακας νησί της Μεσογείου έδειξαν μεταβολές στη διαθεσιμότητα νέκταρος και στη δραστηριότητα άγριων επικονιαστών κατόπιν αφαίρεσης κυψελών (βλ. σχετική πρόσφατη πειραματική βιβλιογραφία).

Τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται από:

  • χαμηλή ετερογένεια τοπίου,
  • περιορισμένη διάρκεια ανθοφορίας,
  • υψηλή χωρική συγκέντρωση κυψελών σε μικρή ακτίνα.

Οι συνθήκες αυτές δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με το ηπειρωτικό μεσογειακό τοπίο, όπου η βλάστηση (μακία, φρυγανικά οικοσυστήματα, ορεινά λιβάδια, δασικές παρυφές) προσφέρει αυξημένη εποχική ποικιλότητα πόρων.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιοχές εκτός Ευρώπης (π.χ. ωκεανικά νησιά ή απομονωμένα οικοσυστήματα), η Apis mellifera λειτουργεί ως εισαχθέν είδος χωρίς εξελικτική συνύπαρξη με τοπικούς επικονιαστές, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς το οικολογικό πλαίσιο. Στη Μεσόγειο, αντιθέτως, πρόκειται για γηγενές είδος με ιστορική παρουσία χιλιετιών.

2. Σχετική βαρύτητα πιέσεων στους άγριους επικονιαστές

Η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει ότι οι κυρίαρχες αιτίες μείωσης των άγριων επικονιαστών είναι:

  • απώλεια και κατακερματισμός ενδιαιτημάτων
  • γεωργική εντατικοποίηση
  • χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων
  • κλιματική αλλαγή

(Potts et al., 2010· Kennedy et al., 2013· Goulson et al., 2015).

Η μελισσοκομία αναφέρεται ως πιθανός τοπικός παράγοντας πίεσης υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά δεν τεκμηριώνεται ως συστημικά πρωτογενής αιτία απώλειας βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα.

Συνεπώς, μια ρυθμιστική προσέγγιση που εστιάζει δυσανάλογα στην ποσοτική μείωση κυψελών, χωρίς παράλληλη ενίσχυση ανθοφόρων ενδιαιτημάτων, ενδέχεται να έχει περιορισμένη οικολογική αποτελεσματικότητα.

3. Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» και η ανάγκη ποσοτικού ορισμού

Η έννοια της «υπερβολικής πυκνότητας» δεν μπορεί να παραμένει αόριστη. Η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος ως προς τις διαχειριζόμενες αποικίες προϋποθέτει:

  • ποσοτική αποτίμηση ανθικής βιομάζας,
  • εποχική καταγραφή διαθεσιμότητας νέκταρος/γύρης,
  • χαρτογράφηση υφιστάμενων πληθυσμών άγριων επικονιαστών,
  • χωρική ανάλυση πυκνότητας κυψελών.

Χωρίς τέτοια δεδομένα σε εθνική κλίμακα, η επιβολή οριζόντιων περιορισμών ενέχει τον κίνδυνο δυσανάλογης ρύθμισης.

4. Η ιδιαιτερότητα της νομαδικής μελισσοκομίας

Η ελληνική μελισσοκομία χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη νομαδική πρακτική, η οποία κατανέμει χωρικά και χρονικά την πίεση στους ανθικούς πόρους. Η μετακίνηση κυψελών ακολουθεί διαδοχικές ανθοφορίες (π.χ. ερείκη, θυμάρι, καστανιά), μειώνοντας τη μακροχρόνια συγκέντρωση αποικιών σε ένα μόνο σημείο.

Η εισαγωγή αυστηρών ορίων ή ζωνών αποκλεισμού ενδέχεται να:

  • ευνοήσει σταθερούς μελισσοκόμους έναντι μετακινούμενων,
  • οδηγήσει σε συγκέντρωση πίεσης σε μη ρυθμιζόμενες περιοχές,
  • αυξήσει το λειτουργικό κόστος,
  • μετατοπίσει – και όχι να επιλύσει – το οικολογικό ζήτημα.

5. Πιθανές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες

Η μελισσοκομία αποτελεί σημαντικό τμήμα της αγροτικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Ρυθμίσεις που συνεπάγονται:

  • αυξημένη αδειοδότηση,
  • περιβαλλοντικές μελέτες ανά τοποθέτηση,
  • περιορισμούς πρόσβασης σε παραδοσιακές ανθοφορίες,
  • θα πρέπει να συνοδεύονται από τεκμηριωμένη εκτίμηση κόστους–οφέλους.

Συμπέρασμα

Η διαθέσιμη επιστημονική γνώση δεν δικαιολογεί οριζόντια και μη τεκμηριωμένη ρύθμιση της μελισσοκομίας. Η προστασία των άγριων επικονιαστών απαιτεί στοχευμένες, χωρικά εξειδικευμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Η Apis mellifera δεν τεκμηριώνεται ως κυρίαρχος παράγοντας μείωσης βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά συστήματα, αλλά ως δυνητικός τοπικός παράγοντας υπό συγκεκριμένες οικολογικές συνθήκες.

Η διατύπωση ή υπονόηση ότι η μελισσοκομική δραστηριότητα συνιστά εγγενώς περιβαλλοντικό βάρος δεν στηρίζεται σε συστηματική επιστημονική τεκμηρίωση για τα ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται περιοχές χαμηλής ανθικής διαθεσιμότητας ή περιορισμένης φέρουσας ικανότητας, η οικολογικά ορθότερη και διαχειριστικά βιώσιμη προσέγγιση δεν είναι ο εκ των προτέρων αποκλεισμός της μελισσοκομίας, αλλά η αποκατάσταση και ενίσχυση των ανθοφόρων πόρων, μέσω αναδασώσεων, ενίσχυσης γραμμικών στοιχείων τοπίου, σποράς μελισσοκομικών ειδών και αγροπεριβαλλοντικών παρεμβάσεων.

Η περιβαλλοντική πολιτική οφείλει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση της οικολογικής ποιότητας των ενδιαιτημάτων και όχι στη μετατόπιση ευθυνών σε δραστηριότητες που αποτελούν ιστορικά ενσωματωμένο τμήμα του οικοσυστήματος. Η Apis mellifera αποτελεί γηγενές στοιχείο της μεσογειακής βιοποικιλότητας και η οργανωμένη μελισσοκομία δύναται να συνυπάρξει με τους άγριους επικονιαστές.

Ο δημόσιος διάλογος οφείλει να βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, στην αρχή της αναλογικότητας και στη σαφή διάκριση μεταξύ τεκμηριωμένων οικολογικών κινδύνων και υποθετικών γενικεύσεων. Η ενίσχυση των ανθικών πόρων, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων και η συνεργασία μεταξύ επιστημονικής κοινότητας και παραγωγικών φορέων αποτελούν ουσιαστικότερη και μακροπρόθεσμα αποτελεσματικότερη στρατηγική από μέτρα αποκλεισμού.

Η βιώσιμη μελισσοκομία και η διατήρηση της άγριας βιοποικιλότητας δεν αποτελούν ανταγωνιστικούς στόχους, αλλά δύνανται να συνδιαμορφώσουν ένα συνεκτικό πλαίσιο οικολογικής διαχείρισης.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

 

Βιβλιογραφία

Bartomeus, I., et al. (2013). Global mismatch between pollinator decline and crop pollination services. Scientific Reports, 3, 2261.

Geldmann, J., & González-Varo, J. P. (2018). Conservative and disruptive effects of honeybees on wild pollinators. Nature Ecology & Evolution, 2, 1568–1576.

Goulson, D., et al. (2015). Bee declines driven by combined stress from parasites, pesticides, and lack of flowers. Science, 347, 1255957.

Kennedy, C. M., et al. (2013). A global quantitative synthesis of local and landscape effects on wild bee pollinators. Ecology Letters, 16, 584–599.

Lázaro, A., et al. (2021). Honeybees disrupt the structure and functionality of plant–pollinator networks. Ecography, 44, 1–14.

Mallinger, R. E., et al. (2017). Do managed bees have negative effects on wild bees? PLoS ONE, 12, e0189268.

Potts, S. G., et al. (2010). Global pollinator declines: Trends, impacts and drivers. Trends in Ecology & Evolution, 25, 345–353.

Vanbergen, A. J., et al. (2013). Threats to an ecosystem service: Pressures on pollinators. Frontiers in Ecology and the Environment, 11, 251–259.

Το βιοδραστικό περιεχόμενο των μελιών μας

Αυτή η εργαστηριακή έκθεση από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών παρουσιάζει τα αποτελέσματα χημικής ανάλυσης που πραγματοποιήθηκε σε δείγματα μελιού βελανιδιάς και ελάτου τα οποία στείλαμε.

Οι ερευνητές εξέτασαν το βιοδραστικό περιεχόμενο των δειγμάτων, προσδιορίζοντας τις συγκεντρώσεις από 16 διαφορετικές ουσίες, όπως φαινολικά οξέα και φλαβονοειδή. Τα ευρήματα αναδεικνύουν το μοναδικό χημικό αποτύπωμα κάθε ποικιλίας, επιτρέποντας τη διάκριση μεταξύ τους μέσω συγκεκριμένων βιοδεικτών.

Τι είναι τα βιοδραστικά συστατικά;

Τα βιοδραστικά συστατικά είναι φυσικές ενώσεις φυτικής προέλευσης, όπως τα φαινολικά οξέα και τα φλαβονοειδή, οι οποίες έχουν μελετηθεί εκτενώς στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία για τη συμβολή τους στην αντιοξειδωτική δράση των τροφίμων. Στα μέλια μας προσδιορίστηκαν και ποσοτικοποιήθηκαν 16 διαφορετικές τέτοιες ενώσεις, σχηματίζοντας ένα ξεκάθαρο «χημικό αποτύπωμα» προέλευσης.

Το Μέλι της Βελανιδιάς

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γαλλικό οξύ, το οποίο εντοπίστηκε σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα στο μέλι βελανιδιάς, λειτουργώντας ως τεκμήριο για την αυθεντικότητα του προϊόντος. Το γαλλικό οξύ είναι ένας πανίσχυρος αντιοξειδωτικός παράγοντας και αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως πιθανός δείκτης αυθεντικότητας του μελιού βελανιδιάς λόγω της σημαντικά υψηλής συγκέντρωσής του σε σύγκριση με άλλες ποικιλίες.

Ανιχνεύθηκαν επίσης ουσίες όπως η Χρυσίνη, η Πινοσεμπρίνη και η Κερκετίνη. Πρόκειται για φλαβονοειδή που θωρακίζουν τον οργανισμό μας και βοηθούν στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η παρουσία του Σαλικυλικού οξέος προσδίδει στο μέλι αντιφλεγμονώδη δράση και επιπλέον αξία για την καθημερινή μας ευεξία.

Το Μέλι της Ελάτης

Το μέλι ελάτης ξεχώρισε για εντυπωσιακό προφίλ σε Πρωτοκατεχουικό οξύ και Γαλανγίνη, ουσίες που μελετώνται έντονα για τις ισχυρές αντιμικροβιακές και προστατευτικές τους ιδιότητες. Επιπλέον, η σταθερή παρουσία ουσιών όπως το Καφεϊκό οξύ και η Πινοσεμπρίνη, ενώσεις φυτικής προέλευσης που συνδέονται με το δασικό και ρητινώδες περιβάλλον από το οποίο προέρχεται, το καθιστούν έναν ιδανικό σύμμαχο για την καθημερινή τόνωση του οργανισμού, προσφέροντας μια πιο ήπια γεύση αλλά μια εξίσου ισχυρή βιοδραστική θωράκιση.

Η παρουσία τους σε αυξημένες συγκεντρώσεις αναδεικνύει τον χαρακτήρα ενός αυθεντικού ελληνικού μελιτώματος και συμβάλλει στο ιδιαίτερο χημικό του αποτύπωμα.

Γιατί έχουν σημασία αυτές οι αναλύσεις;

Οι αναλύσεις αυτές είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας και την ανάδειξη της μοναδικότητας του μελιού. Συγκεκριμένα διασφαλίζουν την αυθεντικότητα καθώς μέσω του προσδιορισμού ειδικών χημικών δεικτών, όπως το γαλλικό οξύ για το μέλι βελανιδιάς, καθίσταται δυνατή η πιστοποίηση της βοτανικής προέλευσης και η προστασία του προϊόντος από τη νοθεία ή την παραπλάνηση του καταναλωτή.

Η ποσοτικοποίηση των 16 βιοδραστικών ενώσεων επιτρέπει τη δημιουργία ενός μοναδικού «χημικού αποτυπώματος» (chemical footprint) για κάθε ποικιλία που βοηθά στην πλήρη χαρτογράφηση της σύστασης του μελιού, αναδεικνύοντας τις ευεργετικές του ιδιότητες.

Η αναγνώριση ουσιών όπως η χρυσίνη, η πινοσεμπρίνη και η πινομπακσίνη συνδέει τα δείγματα με τη διεθνή βιβλιογραφία για το ελληνικό μέλι, ενισχύοντας τη φήμη του ως προϊόντος υψηλής ποιότητας και βιολογικής αξίας.

Η διεξαγωγή τους από το Εργαστήριο Αυθεντικότητας Τροφίμων & Ελέγχου Ποιότητας του Πανεπιστημίου Αθηνών προσδίδει αξιοπιστία και εγκυρότητα στα αποτελέσματα.

Η αγροτική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο

Έπειτα από τη μεγαλύτερη αγροτική κινητοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, αξίζει να επιχειρηθεί μια αποτίμηση που υπερβαίνει τα άμεσα αποτελέσματα και εστιάζει στους όρους κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής.

Από αυτόν τον αγώνα προέκυψε μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το αγροτικό κίνημα. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση συγκροτήθηκε ένα μαζικό και ενιαίο υποκείμενο γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων και αλιέων. Οι επιμέρους διαφορές και τα ιστορικά συντεχνιακά σχήματα παραμερίστηκαν συνειδητά. Παρά τις οργανωμένες και άτυπες πιέσεις, το κίνημα δεν διασπάστηκε, διατηρώντας συνεκτικό πλαίσιο αιτημάτων και κοινό προσανατολισμό.

Η προκατάληψη ότι οι αγρότες συνιστούν εγγενώς «δεξιό» κοινωνικό σώμα και, ως εκ τούτου, στερούνται ριζοσπαστικής δυναμικής, η οποία εκφράστηκε από τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι θεωρητικά φτωχή και στην πράξη λειτουργεί ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Οι κοινωνικές τάξεις δεν αποτιμώνται με βάση την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά με βάση τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής, τη σχέση τους με το κεφάλαιο και τη δυναμική που αναπτύσσουν υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό η αγροτική τάξη δεν συγκροτεί ενιαίο και ομοιογενές κοινωνικό σώμα. Στο εσωτερικό της αναπτύσσονται έντονες ανισότητες κλίμακας, εισοδήματος και πρόσβασης σε πόρους, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη δυνατότητα συγκρότησής της ως συλλογικού υποκειμένου. Η μικροϊδιοκτησία παράγει υπαρκτές αντιφάσεις: ενισχύει τον ατομικισμό και δυσχεραίνει τη διαμόρφωση συλλογικής ταξικής συνείδησης. Πρόκειται, ωστόσο, για υλικούς περιορισμούς και όχι για εγγενή λόγο πολιτικής απαξίωσης ή θεωρητικής υποτίμησης.

Οι αγρότες σήμερα δεν συνιστούν «παραδοσιακή αγροτιά». Εντάσσονται σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, με αυξανόμενη εξάρτηση από αγορές και κεφάλαιο, μειωμένη αυτονομία, υψηλό παραγωγικό ρίσκο και διαρκή οικονομική ανασφάλεια.

Σε αντίθεση όμως με άλλα τμήματα του προλεταριάτου, οι αγρότες διαθέτουν υλικά μέσα παραγωγής ενώ ελέγχουν κρίσιμους τομείς όπως η διατροφή, γεγονός που τους προσδίδει υλική και όχι απλώς συμβολική ισχύ, άρα και επαναστατική προοπτική. Η κατοχή μέσων και υποδομών επιτρέπει στους αγρότες να αντιπαρατίθενται έμπρακτα στις άμυνες του κράτους. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε μορφές διαμαρτυρίας, αλλά μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα άμεσης υλικής πίεσης, δυσπρόσιτης για άλλα κοινωνικά στρώματα.

Οι αγροτικοί πληθυσμοί βρίσκονται εκτός των αστικών ιστών, όπου το κράτος διαθέτει πυκνούς μηχανισμούς ελέγχου. Η ύπαιθρος χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη κατασταλτική συγκέντρωση, μεταβάλλοντας το γεωγραφικό πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης. Η συμμετοχή αγροτικών πληθυσμών σε κοινωνικές συγκρούσεις διευρύνει το κοινωνικό και χωρικό τους εύρος. Ιστορικά, αυτή η μετατόπιση πέρα από την πόλη υπήρξε καθοριστική για την αποσταθεροποίηση αμιγώς αστικών μορφών πολιτικής κυριαρχίας.

Συνάμα οι αγρότες διαθέτουν πρακτικές δεξιότητες, εμπειρία συλλογικής εργασίας σε επισφαλείς συνθήκες και αυξημένη αντοχή σε διακοπές εφοδιασμού. Ως εκ τούτου, εμφανίζουν αυξημένη ικανότητα επιβίωσης και αυτοοργάνωσης ως επαναστατικό υποκείμενο.

Εντούτοις η επαναστατική δυναμική της αγροτικής τάξης δεν μπορεί να πραγματωθεί απομονωμένα. Προϋποθέτει τη συγκρότηση εργατικών–λαϊκών συμμαχιών, ικανών να αρθρώσουν κοινό υλικό συμφέρον απέναντι στις σχέσεις εκμετάλλευσης και εξάρτησης. Η αγροτική και η εργατική τάξη δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Η σύνδεσή τους επιτρέπει τη σύζευξη αστικών και υπαίθριων μορφών αγώνα, διευρύνοντας την κοινωνική βάση και τη χωρική εμβέλεια της σύγκρουσης.

Όμως η μετατροπή της αγροτικής δυσαρέσκειας σε επαναστατική δυνατότητα απαιτεί κοινό πολιτικό σχέδιο, σταθερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και επεξεργασμένο λόγο που υπερβαίνει τον κλαδικό ορίζοντα. Εν κατακλείδι η αγροτική τάξη φέρει αντικειμενικές δυνατότητες ρήξης, αλλά η ιστορική τους πραγμάτωση εξαρτάται από τη συνάντησή τους με ευρύτερα κοινωνικά υποκείμενα και από την ικανότητα συγκρότησης συνεκτικού πολιτικού σχεδίου με διευρυμένη κοινωνική βάση.

Νοθεία στο μέλι: Πώς η Ευρώπη επιτρέπει τη μεγαλύτερη απάτη τροφίμων της εποχής μας

Το μέλι αποτελεί διαχρονικά σύμβολο αγνότητας, φυσικότητας και υγείας. Ωστόσο, πίσω από τη χρυσή του όψη, εξελίσσεται εδώ και χρόνια μία από τις πιο εκτεταμένες και οργανωμένες απάτες τροφίμων παγκοσμίως. Όπως αποκαλύφθηκε στην πρόσφατη διαδικτυακή ημερίδα της European Beekeeping Association (EBA), η νοθεία στο μέλι δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «παράνομων πρακτικών», αλλά προϊόν θεσμικών αδυναμιών, νομοθετικών κενών και πολιτικής απροθυμίας.

Η πρόσφατη διαδικτυακή ημερίδα της European Beekeeping Association (EBA), με τη συμμετοχή κορυφαίων επιστημόνων στον τομέα της μελισσοκομίας και της ασφάλειας τροφίμων, ανέδειξε με σαφήνεια ότι η νοθεία στο μέλι δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα σοβαρών θεσμικών και νομοθετικών αδυναμιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Dr. Dražen Lušić, πρόεδρο της International Honey Commission, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει έναν σαφή και δεσμευτικό νομικό ορισμό της απάτης τροφίμων στην αγροδιατροφική αλυσίδα. Η νομοθεσία της ΕΕ αποφεύγει συστηματικά τον όρο “food fraud” και τον αντικαθιστά με τον πιο ουδέτερο και τεχνικό όρο “non-compliance”, δηλαδή «μη συμμόρφωση».

Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς γλωσσική· έχει τεράστιες πρακτικές συνέπειες. Ένα προϊόν μπορεί να είναι ουσιαστικά νοθευμένο, να περιέχει προστιθέμενα σιρόπια ή να έχει υποστεί επεξεργασίες που αλλοιώνουν τη φυσική του σύσταση, και παρ’ όλα αυτά να μην χαρακτηρίζεται επισήμως ως απάτη, εφόσον η νοθεία του δεν αποδεικνύεται με μεθόδους πλήρως επικυρωμένες σε νομικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα είναι αποκαλυπτικά. Στην κοινή ευρωπαϊκή δράση ελέγχου μελιού την περίοδο 2020–2021, σχεδόν το 46% των δειγμάτων που εξετάστηκαν κρίθηκαν ύποπτα για νοθεία. Παρά το εξαιρετικά υψηλό αυτό ποσοστό, τα προϊόντα αυτά δεν αποσύρθηκαν από την αγορά. Χαρακτηρίστηκαν απλώς ως “suspicious” και συνέχισαν να κυκλοφορούν κανονικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, η ΕΕ εισάγει περισσότερους από 300.000 τόνους μελιού ετησίως, σε τιμές που συχνά κυμαίνονται κάτω από τα δύο ευρώ ανά κιλό, επίπεδα στα οποία η παραγωγή αυθεντικού μελιού είναι πρακτικά αδύνατη.

Ένα από τα πιο κρίσιμα και λιγότερο κατανοητά σημεία του συστήματος, αφορά την έννοια του λεγόμενου “dispatch country”. Στα συνοδευτικά έγγραφα που απαιτούνται για την εισαγωγή μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν δηλώνεται υποχρεωτικά η χώρα συγκομιδής ή παραγωγής του μελιού. Αντίθετα, δηλώνεται η χώρα αποστολής, δηλαδή η χώρα από την οποία το προϊόν αποστέλλεται προς την ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέλι που έχει παραχθεί, ή καλύτερα «συντεθεί», στην Κίνα μπορεί να μεταφερθεί χύμα σε μια τρίτη χώρα, όπως για παράδειγμα η Ουκρανία, η Τουρκία, το Βιετνάμ ή κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, και από εκεί να αποσταλεί στην Ευρώπη. Στα επίσημα έγγραφα, η χώρα αυτή θα εμφανίζεται ως χώρα αποστολής, χωρίς καμία υποχρεωτική αναφορά στην πραγματική χώρα παραγωγής.

Η πρακτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική απώλεια της ιχνηλασιμότητας. Το μέλι εισέρχεται στην ΕΕ με χαμηλό επίπεδο ελέγχου, καθώς έχει ταξινομηθεί ως προϊόν χαμηλού κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Οι φυσικοί έλεγχοι περιορίζονται σε μόλις 1–4% των φορτίων, ενώ ακόμη και όταν πραγματοποιηθούν αναλύσεις και προκύψουν ενδείξεις νοθείας, το προϊόν δεν απορρίπτεται αλλά χαρακτηρίζεται ως «ύποπτο» και εισάγεται κανονικά. Μετά τον εκτελωνισμό, τα συνοδευτικά πιστοποιητικά παύουν να ακολουθούν το προϊόν στην εσωτερική αγορά και δεν απαιτείται ιχνηλασιμότητα σε επίπεδο παρτίδας. Έτσι, το μέλι μπορεί να αναμειχθεί με μικρές ποσότητες ευρωπαϊκού μελιού, να επανασυσκευαστεί, να αποκτήσει νέα τιμολόγια και νέα ετικέτα, και τελικά να πωληθεί ως «μείγμα μελιών ΕΕ και εκτός ΕΕ» ή ακόμη και να δημιουργηθεί η εντύπωση ευρωπαϊκής προέλευσης.

Το σύστημα αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε προσωρινό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ακόμη Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Αναφοράς για το μέλι, το μόνο όργανο που θα μπορούσε να επικυρώσει επισήμως μεθόδους ανίχνευσης νοθείας με νομική ισχύ. Χωρίς ένα τέτοιο εργαστήριο, καμία μέθοδος, όσο προηγμένη κι αν είναι επιστημονικά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεσμευτικά σε δικαστικό επίπεδο. Με βάση τις πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις, η πλήρης λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αναμένεται πριν από το 2038–2040, αφήνοντας για πολλά ακόμη χρόνια την αγορά ουσιαστικά ανεξέλεγκτη.

Οι συνέπειες αυτής της θεσμικής αδράνειας είναι πολλαπλές και σοβαρές. Οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα εξαιρετικά χαμηλού κόστους που δεν αντανακλούν πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Πολλοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα, με άμεσες επιπτώσεις όχι μόνο στην αγροτική οικονομία, αλλά και στη βιοποικιλότητα και την επικονίαση. Οι καταναλωτές, από την άλλη πλευρά, εξαπατώνται πληρώνοντας για προϊόντα που στερούνται των θρεπτικών και βιολογικών ιδιοτήτων του αυθεντικού μελιού, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να καταναλώνουν προϊόντα με αμφίβολες επιπτώσεις στην υγεία.

Όπως τόνισε ο Dr. Juraj Majtan, η πλήρης εξάλειψη της απάτης στο μέλι ενδέχεται να μην είναι ρεαλιστικός στόχος στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει εάν η νοθεία καταστεί δυσκολότερη, πιο επικίνδυνη και λιγότερο κερδοφόρα. Μέχρι να υπάρξουν ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, η μόνη πραγματικά ασφαλής επιλογή για τον καταναλωτή παραμένει η προμήθεια τοπικού μελιού από γνωστούς και αξιόπιστους μελισσοκόμους.

Η νοθεία στο μέλι δεν αποτελεί τεχνικό πρόβλημα, αλλά πολιτικό και θεσμικό ζήτημα. Η επιστημονική γνώση υπάρχει, τα δεδομένα είναι σαφή και οι επιπτώσεις ορατές. Αυτό που λείπει είναι η αποφασιστικότητα να μετατραπεί η γνώση σε πράξη και να προστατευθούν ουσιαστικά τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές. Μέχρι τότε, το μέλι θα παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα φυσικό προϊόν μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο θεσμικής αποτυχίας.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur και οι επιπτώσεις της στη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας

Μετά τη συμφωνία ΕΕ–Ουκρανίας, η οποία αύξησε την αδασμολόγητη ποσόστωση εισαγωγής μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 6.000 σε 35.000 τόνους ετησίως, η ΕΕ προχωρά σε νέα εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία αδασμολόγητης ποσόστωσης 45.000 τόνων μελιού εντός πενταετίας, εντείνοντας περαιτέρω την πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σημειώνεται ότι, παρά την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί, η επίσημη υπογραφή και επικύρωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur έχει προς το παρόν αναβληθεί. Η αναβολή αυτή οφείλεται στις έντονες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από ορισμένα κράτη-μέλη και αγροτικούς φορείς, με τη Γαλλία και την Ιταλία να ζητούν πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του αγροτικού τομέα πριν δοθεί το τελικό «πράσινο φως». Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι η διαδικασία δεν έχει εγκαταλειφθεί και ότι η υπογραφή της συμφωνίας επανέρχεται στην ατζέντα εντός του άμεσου μέλλοντος, πιθανότατα στις αρχές του 2026.

Οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα αγροτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται συστηματικά ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Η πρόσβαση των ευρωπαϊκών βιομηχανικών και χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων σε νέες αγορές φαίνεται να προηγείται της προστασίας της πρωτογενούς παραγωγής, με τους αγρότες και τους μελισσοκόμους να καλούνται να επωμιστούν το κόστος αυτών των επιλογών.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών στις Βρυξέλλες ενάντια στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur αφορούν άμεσα και τον κλάδο της μελισσοκομίας. Η μαζική εισαγωγή μελιού χαμηλού κόστους, προερχόμενου από χώρες με πολύ χαμηλότερα περιβαλλοντικά και παραγωγικά πρότυπα, ασκεί ισχυρή καθοδική πίεση στις τιμές παραγωγού. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα κόστη παραγωγής και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκή εργαλεία αντιστάθμισης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυτές δεν συνοδεύονται από ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου ως προς την ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τις πρακτικές παραγωγής του μελιού. Έτσι, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων παραγωγών, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η αξία του ευρωπαϊκού μελιού.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η μελισσοκομία όχι μόνο δεν προστατεύεται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά αντίθετα εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στον διεθνή ανταγωνισμό. Η απουσία ουσιαστικής στρατηγικής στήριξης της παραγωγής και του εισοδήματος των μικρών και μεσαίων μελισσοκόμων καθιστά τον κλάδο ιδιαίτερα ευάλωτο, με μακροπρόθεσμες συνέπειες τόσο για την αγροτική οικονομία όσο και για τη βιοποικιλότητα.

Η μελισσοκομία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» των εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της αγροτικής παραγωγής, της διατροφικής επάρκειας και της οικολογικής ισορροπίας. Η προστασία της δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και πολιτικής επιλογής.

Οι μελισσοκόμοι στα μπλόκα

Ο αγροτικός κόσμος της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια παρατεταμένη και οξυμένη κρίση που απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της παραγωγής και την ίδια την επιβίωση χιλιάδων αγροτικών και μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων. Τα τελευταία χρόνια το αγροτικό εισόδημα συρρικνώνεται δραματικά, την ώρα που το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται ανεξέλεγκτα. Καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, ζωοτροφές, εφόδια, μεταφορές και πρώτες ύλες έχουν φτάσει σε δυσβάσταχτα επίπεδα, χωρίς καμία ουσιαστική προστασία ή στήριξη από την Πολιτεία.

Την ίδια στιγμή, οι χαμηλές τιμές παραγωγού, η ασυδοσία της αγοράς, οι αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αμφίβολης ποιότητας και προέλευσης, καθώς και η απουσία ουσιαστικών ελέγχων, συμπιέζουν ακόμη περισσότερο το εισόδημα των παραγωγών. Οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης, οι φυσικές καταστροφές και οι ελλιπείς αποζημιώσεις επιτείνουν το πρόβλημα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο για όσους επιμένουν να παράγουν και να ζουν από τη γη.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο αγροτικός κόσμος δεν έχει άλλη επιλογή από το να αγωνιστεί συλλογικά και οργανωμένα. Τα μπλόκα αποτελούν μορφή αγώνα και διεκδίκησης αξιοπρεπούς εισοδήματος, προστασίας της παραγωγής και εξασφάλισης του δικαιώματος να συνεχίσουμε να καλλιεργούμε και να παράγουμε στον τόπο μας.

Στο πλαίσιο του κοινού αγώνα με τους υπόλοιπους αγρότες, ο μελισσοκομικός κλάδος προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα που αφορούν άμεσα την επιβίωση της μικρής και μεσαίας μελισσοκομίας και την προστασία του προϊόντος από την ασυδοσία της αγοράς:

Μέτρα για την πάταξη των ελληνοποιήσεων και της νοθείας στο μέλι
Σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένη και αξιόπιστη μέθοδος ελέγχου της γνησιότητας του μελιού, γεγονός που αφήνει ανεξέλεγκτη τη νοθεία και τις ελληνοποιήσεις. Το αποτέλεσμα είναι η κυριαρχία εισαγόμενων, φιλτραρισμένων και υποβαθμισμένων προϊόντων —κυρίως κινεζικής προέλευσης— τα οποία βαφτίζονται «ελληνικά» και πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι ενδεικτικό ότι με ελάχιστη ποσότητα πραγματικού μελιού μπορεί να «βαφτιστεί» ένας ολόκληρος τόνος εισαγόμενου προϊόντος.

Αυτή η κατάσταση εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των μεγάλων εμπόρων και μεταποιητών, που συμπιέζουν το εισόδημα του παραγωγού και εξαπατούν τον καταναλωτή. Ζητάμε ως πρώτο, αναγκαίο βήμα τη θεσμοθέτηση της γυρεοσκοπικής ανάλυσης και τον καθορισμό κατώτατου ορίου γυρεοκόκκων στο μέλι, ώστε να δυσκολέψει ουσιαστικά η νοθεία και να υπάρξει στοιχειώδης προστασία της παραγωγής.

Απρόσκοπτη και χωρίς όρους εργασία στα δάση
Οι μελισσοκόμοι απαιτούμε την άρση των παράλογων περιορισμών που επιβλήθηκαν στην εργασία μας στα δάση, με το πρόσχημα της περιβαλλοντικής διαχείρισης και της πυρασφάλειας. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν προστατεύουν το δάσος· αντίθετα, αποκλείουν τους ανθρώπους που ζουν από αυτό και το φροντίζουν καθημερινά.

Η μελισσοκομία είναι άρρηκτα δεμένη με το δασικό οικοσύστημα. Οι μελισσοκόμοι δεν είναι «εν δυνάμει εμπρηστές», αλλά φυσικοί σύμμαχοι της προστασίας του δάσους. Η ποινικοποίηση της εργασίας μας αποτελεί έκφραση μιας πολιτικής που μεταθέτει τις ευθύνες της κρατικής ανεπάρκειας στους ίδιους τους παραγωγούς.

Διεύρυνση του ωραρίου χρήσης του καπνιστηριού
Στο ίδιο πνεύμα, ζητάμε την άρση των αυθαίρετων περιορισμών στη χρήση του καπνιστηριού, όπως ο χρονικός περιορισμός μέχρι τις πρωινές ώρες. Οι περιορισμοί αυτοί καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη μελισσοκομική εργασία, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων αναγκών.

Η εργασία του μελισσοκόμου δεν μπορεί να υπακούει σε γραφειοκρατικά ωράρια που αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται χωρίς γνώση του αντικειμένου και λειτουργούν τελικά ως μηχανισμός αποκλεισμού των μικρών παραγωγών.

Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο
Το Ηλεκτρονικό Μητρώο, όπως εφαρμόζεται σήμερα, μετέτρεψε κατοχυρωμένα δικαιώματα των μελισσοκόμων σε ανακλητά «προνόμια». Η πρόσβαση στην εργασία, στις μετακινήσεις, ακόμη και σε στοιχειώδεις δραστηριότητες, εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση σε ένα αυστηρό και τιμωρητικό πλαίσιο, που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της παραγωγής.

Αντί το κράτος να στηρίζει τον παραγωγό, τον μετατρέπει σε διαρκώς ελεγχόμενο και υπόλογο, την ίδια στιγμή που οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς λειτουργούν πρακτικά ανεξέλεγκτα. Διεκδικούμε την προσαρμογή του Μητρώου στον ευρωπαϊκό κανονισμό με τρόπο που να διασφαλίζει δικαιώματα και όχι να τα υπονομεύει.

Ο αγώνας των μελισσοκόμων στα μπλόκα δεν αποτελεί μια αποσπασματική ή «κλαδική» διαμαρτυρία. Είναι μέρος της συνολικής πάλης της αγροτιάς απέναντι σε μια πολιτική που μεταφέρει συστηματικά τον πλούτο και την υπεραξία από τον παραγωγό προς τους μεσάζοντες, τους μεγάλους εμπορικούς ομίλους και το κεφάλαιο. Οι μελισσοκόμοι θα συνεχίσουμε να είμαστε παρόντες στον αγώνα, μέχρι τέλους.

Η υπόσχεση της κουμαριάς και το απρόβλεπτο της φύσης

Το φθινόπωρο στα ημιορεινά της Ηπείρου έχει πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μετά από ένα καλοκαίρι ξηρό και δύσκολο, οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές έφτασαν νωρίς γεμίζοντάς μας ελπίδες.

Ο κισσός ήταν ο πρώτος που άνθισε και δούλεψε θαυμάσια φέτος. Τα μελίσσια χόρτασαν με μέλι, δυνάμωσαν και άρχισαν και πάλι να γεννούν. Η ακονιζιά έδωσε κι αυτή αρκετή γύρη και παρέμεινε ανθισμένη για αρκετό διάστημα. Έπειτα ήρθε το ρείκι — ή μάλλον, δεν ήρθε. Εκεί που σε άλλες γωνιές της Ελλάδας έκανε θαύματα, εδώ απέδωσε ελάχιστα, δημιουργώντας ένα μικρό κενό ανάμεσα στις ανθοφορίες.

Όμως η φύση ποτέ δεν σταματά και το φθινόπωρο είναι πλούσιο σε ανθοφορίες. Η κουμαριά φέτος αποφάσισε να στολίσει τον τόπο με μια ανθοφορία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων χρόνων. Πυκνή, δυνατή, γεμάτη υποσχέσεις. Και πράγματι, στα μέσα του Νοεμβρίου οι ζυγαριές άρχισαν να βάζουν βάρος: ένα κιλό, ενάμιση την ημέρα. Οι μέλισσες δούλευαν με ρυθμό σχεδόν μουσικό, οι πλαγιές βούιζαν, με μια σιγουριά που σε έκανε να πιστεύεις πως ο τρύγος είναι πια θέμα ημερών.

Και τότε ήρθαν οι βροχές. Όχι απλώς βροχές — τρεις εβδομάδες συνεχόμενες, με μέρες τόσο έντονες που ο τόπος άλλαξε πρόσωπο. Οι πλαγιές μούσκεψαν τόσο πολύ που δε τολμήσαμε να κατέβουμε στις πεζούλες με το φορτηγό για να μην κολλήσουμε. Τα ρέματα φούσκωσαν και πολλά σημεία πλημμύρισαν. Τα άνθη της κουμαριάς, τόσο άφθονα και ζωηρά λίγο πριν, υποχώρησαν κάτω από το βάρος της νεροποντής. Τουλάχιστον τα μισά έπεσαν πρόωρα, μέσα σε μόλις μία ημέρα, στερώντας από τα μελίσσια τη δυνατότητα να συνεχίσουν την υποσχόμενη συλλογή.

Έτσι ο τρύγος που φάνταζε τόσο κοντά δεν ήρθε ποτέ. Η μελισσοκομία όμως είναι τέχνη υπομονής και συμφιλίωσης. Ακόμη και μέσα στην απώλεια υπάρχει κέρδος: τα μελίσσια είναι δυνατότερα και έτοιμα να υποδεχτούν τον χειμώνα με αξιοπρεπή αποθέματα. Και εμείς, που παρακολουθούμε από κοντά αυτή τη χορογραφία της φύσης, μένουμε για άλλη μια φορά με μια απλή, σταθερή διαπίστωση: στα Τζουμέρκα, τίποτα δεν είναι ποτέ προβλέψιμο — κι όμως όλα, στο τέλος, βρίσκουν τον δρόμο τους.

Κραυγή αγωνίας από τους Έλληνες μελισσοκόμους

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Μελισσοκομίας διεθνοποιεί το πρόβλημα της ελεύθερης εξάσκησης της μελισσοκομίας στα δάση με επιστολή της στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μελισσοκομίας. Ήδη, οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι οι απαγορεύσεις άσκησης της μελισσοκομικής πρακτικής στα δάση, είναι αποκλειστικό εφεύρημα των ελληνικών Αρχών. Ζητάμε επιπρόσθετες πληροφορίες από γειτονικές χώρες και από μέλη κράτη της ΕΕ, ώστε να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας σε αναπόφευκτες δικαστικές διαμάχες στην περίπτωση που οι ελληνικές αρχές επιμένουν στις καταδικαστικές τους διατάξεις για την ελεύθερη εξάσκηση της μελισσοκομίας στα δάση.

Η Μελισσοκομία στην Ελλάδα και η Εξάρτησή της από τα Δάση

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα των μελισσοκόμων να μετακινούν τα μελίσσια τους σε δασικές περιοχές. Το πεύκο, το έλατο και η βελανιδιά αποτελούν τα τρία κύρια δασικά είδη των οποίων οι μελιτώδεις εκκρίσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ετήσιας παραγωγής μελιού της χώρας.

Επιπλέον, οι δασικές εκτάσεις που είναι πλούσιες σε ρείκι, κουμαριά, λαδανιά, ακακία και άλλα φυτά —όπως και οι περιοχές με μεσογειακή θαμνώδη βλάστηση, αρωματικά φυτά (π.χ. θυμάρι και ρίγανη) ή ψυχανθή— αποτελούν απαραίτητα οικοσυστήματα για την ανάπτυξη των μελισσιών και την παραγωγή πλήθους μελισσοκομικών προϊόντων.

Οι Πρόσφατοι Περιορισμοί και η Στοχοποίηση των Μελισσοκόμων

Τα τελευταία χρόνια, η τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές έχει καταστεί ολοένα και δυσκολότερη λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως η επέκταση άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. τουρισμός), αλλά κυρίως επειδή ο μελισσοκομικός τομέας στοχοποιείται άδικα ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για δασικές πυρκαγιές.

Ως αποτέλεσμα, οι Δασικές Υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας έχουν εκδώσει Απαγορευτικές Δασικές Διατάξεις, οι οποίες, αν και δεν έχουν νομική τεκμηρίωση, επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς σχετικά με αποστάσεις από δασικούς δρόμους, μονοπάτια, πηγές νερού, εξοχικές κατοικίες και άλλα σημεία. Αυτό καθιστά πρακτικά αδύνατη την εγκατάσταση κυψελών.

Επιπλέον, απαγορεύουν πλήρως τη μεταφορά μελισσιών σε καμένες δασικές εκτάσεις για αυθαίρετα χρονικά διαστήματα (π.χ. 5 ή 10 έτη), στερώντας έτσι από τα δάση τη πολύτιμη συμβολή των μελισσών στη φυσική τους αναγέννηση.

Οι Νέες Ρυθμίσεις Πυροπροστασίας και τα Παράδοξα των Νόμων

Το νεοσύστατο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μαζί με το Πυροσβεστικό Σώμα που υπάγεται σε αυτό, έχει εκδώσει Κανονισμούς Πυροπροστασίας που καθιστούν τη δασική μελισσοκομία πρακτικά ανέφικτη.

Για παράδειγμα, ένα άρθρο του Κανονισμού Πυροπροστασίας 9/2024 ορίζει ότι πρέπει να υπάρχει «ελάχιστη απόσταση τουλάχιστον δέκα (10) μέτρων μεταξύ των εγκαταστάσεων κυψελών και των δέντρων ή θάμνων».

Ωστόσο, τα ελληνικά δάση χαρακτηρίζονται από ανώμαλο ανάγλυφο και πυκνή βλάστηση, με ελάχιστα καθαρά ξέφωτα ή ορεινά λιβάδια. Συνεπώς, αυτό το μέτρο είναι ανεφάρμοστο. Ακόμη κι αν ένας μελισσοκόμος προσπαθήσει να καθαρίσει την περιοχή γύρω από το μελισσοκομείο, η πράξη αυτή θα παραβιάσει τη δασική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει την κοπή βλάστησης. Έτσι, οι ρυθμίσεις ενός υπουργείου αναιρούν τους νόμους ενός άλλου.

Από το 1998, η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα έχει μεταβιβαστεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο όμως στερείται του εξειδικευμένου προσωπικού, της γνώσης και της εμπειρίας που διέθετε παλαιότερα η Δασική Υπηρεσία — ένας φορέας που ασκούσε αποτελεσματικά αυτό το κρίσιμο καθήκον επί δεκαετίες.

Αίτημα Πληροφόρησης και Αλληλεγγύης

Ζητούμε τη στήριξή σας για την αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης που βιώνει η ελληνική μελισσοκομία. Θα εκτιμούσαμε ιδιαίτερα εάν μπορούσατε να μας ενημερώσετε:

  • Για τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στις χώρες σας σχετικά με την τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές, ειδικά για βραχυχρόνια εκμετάλλευση των μελιτωμάτων (10 έως 30 ημερών) και όχι για μόνιμες εγκαταστάσεις.
  • Για τυχόν κανονισμούς πρόληψης πυρκαγιών που ισχύουν τους θερινούς μήνες και αφορούν τις μελισσοκομικές δραστηριότητες (π.χ. χρήση καπνιστηριού).
  • Για τους κανόνες που διέπουν την τοποθέτηση κυψελών σε καμένες δασικές εκτάσεις.
  • Εάν η μελισσοκομία αναγνωρίζεται ως οικονομική δραστηριότητα στα Σχέδια Διαχείρισης Δασών των χωρών σας.
  • Και, τέλος, εάν υπάρχει νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη μελισσοκομία σε αστικές και περιαστικές περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις συνορεύουν ή έχουν αναπτυχθεί εντός δασικών ζωνών.

Ένα Ευρωπαϊκό Ζήτημα

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα — αφορά όλους τους Ευρωπαίους μελισσοκόμους.
Εάν εδραιωθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι μέλισσες και οι μελισσοκόμοι αποτελούν απειλή για τα δάση, παρόμοιοι περιορισμοί θα μπορούσαν σύντομα να εξαπλωθούν και σε άλλα κράτη της ΕΕ.

Τα δασικά οικοσυστήματα, η βιοποικιλότητα και οι υπηρεσίες επικονίασης αποτελούν κοινό ευρωπαϊκό αγαθό. Η προστασία του δικαιώματος άσκησης βιώσιμης μελισσοκομίας εντός των δασών είναι, συνεπώς, κοινή ευθύνη.

Η συνεργασία όλων των κρατών μελών της EBA είναι ουσιώδης ώστε να διασφαλιστεί ότι η μελισσοκομία θα συνεχίσει να αναγνωρίζεται ως ζωτική, περιβαλλοντικά ωφέλιμη και αναντικατάστατη δραστηριότητα για την υγεία των φυσικών μας τοπίων.

Σοφία Γούναρη – Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Μελισσοκομίας 

BASF και απαγορευμένα φυτοφάρμακα: Ένα σκάνδαλο που φέρνει σε δύσκολη θέση το γαλλικό κράτος

Ένα σοβαρό ζήτημα γύρω από την παραγωγή απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στην Γαλλία επαναφέρει στο προσκήνιο η Αγροτική Συνομοσπονδία Confédération paysanne, μετά τις αποκαλύψεις για τις πρακτικές της πολυεθνικής χημικής βιομηχανίας BASF στο εργοστάσιό της στο Ζεναί.

Τον Ιούνιο εθελοντές μελισσοκόμοι επιθεώρησαν τους χώρους της BASF όπου διαπίστωσαν ότι συνεχίζει να παράγει το απαγορευμένο στη Γαλλία και μη εγκεκριμένο στην Ε.Ε., πυρεθροειδές εντομοκτόνο ευρέος φάσματος Fastac με δραστική ουσία την α-κυπερμεθρίνη, η οποία θεωρείται εξαιρετικά τοξική για τις μέλισσες. Οι εθελοντές εντόπισαν επίσης την παρουσία της δραστικής ουσίας Dimpropyridaz, που δεν διαθέτει έγκριση σε επίπεδο Ε.Ε. και επομένως θεωρείται παράνομα παραγόμενη.

Λίγες μέρες αργότερα η Περιφερειακή Διεύθυνση Περιβάλλοντος (DREAL), μετά από αίτημα του Υπουργείου Μετάβασης προς την Οικολογία, πραγματοποίησε έλεγχο όπου επιβεβαίωσε την ύπαρξη αποθηκευμένων ποσοτήτων Fastac. Παρά τα στοιχεία, η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών περιορίστηκε αποκλειστικά στο Fastac, αποσιωπώντας την παρουσία των υπόλοιπων απαγορευμένων ουσιών — κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις των μελισσοκόμων.

Οι μελισσοκόμοι κατηγορούν τη BASF ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει το ζήτημα παρουσιάζοντας την απαγόρευση του Fastac ως απλή διοικητική απόσυρση και όχι ως αποτέλεσμα σοβαρών τοξικολογικών ανησυχιών. Από το 2019, σύμφωνα με την Confédération, η εταιρεία δεν έχει παραδώσει πλήρεις μελέτες για την ασφάλεια των προϊόντων της. Η πρακτική παραγωγής απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στη Γαλλία και η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες θεωρείται από την οργάνωση χαρακτηριστική μορφή «αγροχημικού αποικιοκρατισμού».

Για την Confédération paysanne, η υπόθεση της BASF δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά ένα ακόμη παράδειγμα ενός αγροχημικού μοντέλου που βάζει τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών πάνω από την υγεία, το περιβάλλον και τη διαφάνεια. Η οργάνωση επιμένει ότι απαιτείται «συστημική αλλαγή» ώστε να αντιμετωπιστούν οι δομικές αυτές δυσλειτουργίες.

Η αυταπάτη των επιδοτήσεων

Συχνά διαφωνώ με αρκετούς συναδέλφους που ζητούν να ενταχθεί η μελισσοκομία στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε να λαμβάνουμε και εμείς βασικές επιδοτήσεις, όπως οι υπόλοιποι αγροτικοί τομείς. Πρόσφατα μάλιστα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συζητείται η θέσπιση επιδόματος επικονίασης για τους μελισσοκόμους.

Παρότι η πρόθεση μπορεί να φαντάζει δίκαιη, είμαι κάθετα αντίθετος στη λογική των άμεσων επιδοτήσεων στον πρωτογενή τομέα – όποια μορφή κι αν λαμβάνουν και όσο “δίκαιες” κι αν παρουσιάζονται. Ιδίως όταν αυτές υπολογίζονται με βάση τον αριθμό (δέντρα, ζώα, μελίσσια κτλ). Πρόκειται για μια πολιτική που ενθαρρύνει την παθητικότητα, τη γραφειοκρατία και την εξάρτηση και όχι την παραγωγή.

Η πολιτική της εξάρτησης

Μια πολιτική που επιδοτεί την επικονίαση ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από απαγορεύσεις των μελισσιών στα δάση, είτε στο όνομα της πυρασφάλειας είτε της περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεν αποτελεί ενίσχυση αλλά υποκατάσταση της ελευθερίας δράσης του παραγωγού. Δεν προάγει τη μελισσοκομία· τη μετατρέπει σε διοικητικά ελεγχόμενο κλάδο.

Όταν μάλιστα η επιδότηση αυτή δίνεται με βάση τον αριθμό των κυψελών, το αποτέλεσμα νομοτελειακά οδηγεί σε πλασματικές δηλώσεις, στατικά μελισσοκομεία “στα χαρτιά” και παραγωγούς που υφίστανται μόνο για να εισπράττουν. Η πραγματική παραγωγή παραμερίζεται και η δημιουργικότητα αντικαθίσταται από τη γραφειοκρατία.

Οι επιδοτήσεις ως μηχανισμός αποδυνάμωσης

Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατευθύνσεις προσανατολίζονται εδώ και χρόνια προς την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων. Και μπορεί να μας διώχνουν από τα δάση αλλά δε θέλουν και να μας εξαφανίσουν εντελώς.

Στην πράξη, ο μελισσοκόμος που ζει από την επιδότηση χρησιμεύει ως νομιμοποιητικό άλλοθι για ένα σύστημα όπου η αγορά πλημμυρίζει από εισαγόμενα ή νοθευμένα προϊόντα. Ο μελισσοκόμος χρειάζεται για να δικαιολογούνται οι ελληνοποιήσεις καθώς χωρίς έστω λίγο ελληνικό μέλι, δεν μπορεί να υπάρξει “ελληνοποίηση”. Οι μικροί παραγωγοί δεν πρέπει να εξαφανιστούν, πρέπει όμως να παραμείνουν ελεγχόμενα παρόντες, εξαρτημένοι και διαχειρίσιμοι. Έτσι, ο παραγωγός καταλήγει να παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου.

Η εμπειρία του αγροτικού τομέα

Έχει αποδειχθεί στην πράξη πως όπου κυριάρχησαν οι επιδοτήσεις, η παραγωγή μαράζωσε. Το είδαμε στο βαμβάκι, στο γάλα, στα σιτηρά: η επιδότηση έγινε αυτοσκοπός, και το κίνητρο της παραγωγής εξαφανίστηκε. Όπου οι επιδοτήσεις έγιναν βασικό εισόδημα, ο κλάδος έχασε σε ανταγωνιστικότητα, δεν εκσυγχρονίστηκε και εξαρτήθηκε από το κράτος.

Αντίθετα, τομείς με λιγότερη ή εντελώς εκτός επιδοτήσεων, όπως τα ακτινίδια, η ορνιθοτροφία, τα θερμοκήπια, συνεχίζουν και ευημερούν, επενδύουν και εξάγουν. Μέχρι πρόσφατα σ’ αυτούς τους κλάδους ανήκε και η μελισσοκομία.

Βιολογικά: Η “ταφόπλακα” της ελληνικής μελισσοκομίας

Η εισαγωγή του προγράμματος της βιολογικής μελισσοκομίας αποτέλεσε σημείο καμπής για τον κλάδο. Η ΕΕ αποφασίζει να δώσει χρήματα για να ενθαρρύνει τη μετάβαση στη βιολογική παραγωγή. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, το υλοποίησε με έναν πολύ “χαλαρό” τρόπο καθώς δεν απαιτήθηκε ουσιαστική εκπαίδευση ή επιμόρφωση των παραγωγών, ενώ δεν υπήρξε καν υποχρέωση παραγωγής βιολογικού προϊόντος!

Με το να λέει η ΕΕ “πάρτε αυτά τα χρήματα και γίνετε βιολογικοί” αντί να ενισχυθεί η ουσία της βιολογικής παραγωγής, ενισχύθηκε η εξάρτηση από τα επιδόματα. Έτσι, επιτεύχθηκε ο στατιστικός στόχος για τις Βρυξέλλες, που ήταν αύξηση των βιολογικών παραγωγών, χωρίς όμως να υπάρξει αντίστοιχη αύξηση των βιολογικών προϊόντων που παράγονται. Ο φορολογούμενος επί της ουσίας χρηματοδότησε μια δράση για τη “μετάβαση”, που όμως δεν παρήγαγε ούτε γνώση, ούτε προϊόν.

Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της εξάρτησης και η περαιτέρω απαξίωση της έννοιας “βιολογικό”. Το πρόγραμμα όμως αλλοίωσε τον χαρακτήρα της μελισσοκομίας, μετατρέποντας τον παραγωγό από δημιουργό σε λήπτη επιδοτήσεων, με ό,τι αυτό σημαίνει για την παραγωγική ικανότητα και την ποιότητα του κλάδου.

Από την εξάρτηση στην αυτάρκεια

Αντί για αυτού του είδους τις πολιτικές, αυτό που πραγματικά χρειάζεται η μελισσοκομία είναι πολιτικές που παράγουν μόνιμη ικανότητα και όχι παροδικό εισόδημα. Πολιτικές που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, δίνουν κίνητρα στην παραγωγή και άρουν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς.

Η πολιτεία θα μπορούσε, για παράδειγμα αντί επιδότησης να επιστρέφει ολόκληρο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Αυτό αποτελεί κίνητρο παραγωγής καθώς ενθαρρύνει τη μετακίνηση των μελισσιών, δηλαδή τη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα και αποτρέπει τη δημιουργία μελισσοκομείων στα “χαρτιά”. Αντίστοιχα, η μείωση του ΦΠΑ στον εξοπλισμό (κυψέλες, κηρήθρες, υλικά τυποποίησης) θα είχε άμεσο και διαφανές όφελος για όποιον πραγματικά εργάζεται.

Αντί να διοχετεύονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε πρόσκαιρες ενισχύσεις, τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να παράγουν μόνιμες υποδομές, όπως δημόσια ή συνεταιριστικά τυποποιητήρια, εργαστήρια ελέγχου ποιότητας, συλλογικά σημεία διάθεσης.

Η μελισσοκομία δεν έχει ανάγκη από επιδόματα. Έχει ανάγκη από ελευθερία (άρση απαγορεύσεων στα δάση, άρση περιορισμών στην παραγωγή), από υποδομές, γνώση και δίκαιους κανόνες για όλους.

Οι επιδοτήσεις ίσως υπόσχονται σταθερότητα, αλλά στην πράξη μετατρέπουν τη δημιουργία σε εξάρτηση. Και αυτό είναι, πράγματι, η μεγαλύτερη αυταπάτη.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος