Μέλι και στοματική υγεία

Το μέλι έχει μελετηθεί για τις πιθανές επιδράσεις του στη στοματική υγεία, με αποτελέσματα που δείχνουν ότι έχει οφέλη λόγω των αντιμικροβιακών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του.

Αντιμικροβιακή δράση
Το μέλι έχει αποδεδειγμένα αντιμικροβιακή δράση λόγω της παρουσίας υπεροξειδίου του υδρογόνου και άλλων ενώσεων, που καταπολεμούν βακτήρια όπως Streptococcus mutans, Streptococcus gordonii, Campylobacter rectus και Eubacterium nodatum. Όταν το ένζυμο γλυκοζοξειδάση, που προστίθεται από τις μέλισσες στο νέκταρ, αντιδρά με τη γλυκόζη και το νερό, παράγεται υπεροξείδιο του υδρογόνου. Το υπεροξείδιο του υδρογόνου είναι ένα ισχυρό οξειδωτικό μέσο που μπορεί να βλάψει τα βακτηριακά κύτταρα.

Επίπλέον η υψηλή συγκέντρωση σακχάρων στο μέλι αφυδατώνει τα βακτηριακά κύτταρα, εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους, ενώ το όξινο pH του μελιού (συνήθως μεταξύ 3.5 και 5.5) αναστέλλει την ανάπτυξη πολλών βακτηρίων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αντιμικροβιακή δράση του μελιού μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τον τύπο του μελιού.

Αντιφλεγμονώδης δράση
Το μέλι έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της φλεγμονής σε περιπτώσεις ουλίτιδας ή περιοδοντίτιδας και προάγει την επούλωση πληγών στη στοματική κοιλότητα. Η εφαρμογή μελιού σε μικρές πληγές ή έλκη στο στόμα μπορεί να επιταχύνει την επούλωση λόγω της ικανότητάς του να προάγει την αναγέννηση ιστών.

Αποτρέπει την ανάπτυξη βιοφίλμ μικροβίων και μειώνει την παραγωγή οξέων που διαβρώνουν το σμάλτο των δοντιών. Βρέθηκε επίσης ότι μειώνει τα προβλήματα που προκαλούνται σε άτομα που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία κεφαλής και του τραχήλου για στοματική βλεννογονίτιδα, ξηροστομία και υποτροπιάζουσες πληγές.

Όπως και με τις αντιμικροβιακές ιδιότητες, η έκταση των αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τον τύπο του μελιού και την περιεκτικότητά του σε συγκεκριμένες βιοδραστικές ενώσεις.

Ορισμένες εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι το μέλι μπορεί να προκαλέσει λιγότερη απομεταλλικοποίηση της αδαμαντίνης σε σύγκριση με τη γλυκόζη ή τη φρουκτόζη. Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μέλι παρουσιάζει θετική δράση στη στοματική υγεία λόγω των αντιμικροβιακών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται με μέτρο.

Η Αγριοκρανιά (Cornus sanguinea)

Η Αγριοκρανιά, γνωστή και ως Βυζοκρανιά, Μαυροβέργι, Μαυροβέργια, Θηλυκράνεια, είναι ένας ιθαγενής φυλλοβόλος θάμνος της Ευρώπης, ο οποίος συναντάται συχνά στην ελληνική ύπαιθρο, σε ημιορεινές και δασικές περιοχές, κυρίως της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας.

Ανήκει στην οικογένεια Cornaceae και σε πλήρη ανάπτυξη φτάνει τα πέντε μέτρα, ενώ η διάμετρος του τα τρία μέτρα. Οι βλαστοί του φυτού είναι λεπτοί, ευλύγιστοι και ισχυροί, ενώ το φθινόπωρο αποκτούν ένα έντονο έρυθρο-καστανό χρώμα το οποίο διατηρούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Έχει εξαιρετική αντοχή στις ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού καθώς και στο ψύχος και τον παγετό. 

Η Αγριοκρανιά λειτουργεί υποστηρικτικά στη μελισσοκομία καθώς δεν συγκαταλέγεται στα κύρια μελισσοκομικά φυτά, ωστόσο, η συμβολή της δεν είναι αμελητέα. Δίνει νέκταρ, αλλά σε μέτριες ποσότητες, η παραγωγή του οποίου εξαρτάται από τη θερμοκρασία και την ηλιοφάνεια κατά την περίοδο ανθοφορίας αλλά και την υγρασία του εδάφους. Την Αγριοκρανιά επισκέπτονται και διάφορα είδη άγριων μελισσών.

 

Προσφέρει επίσης ποιοτική γύρη, σε σχετικά καλές ποσότητες, η οποία είναι σημαντική για την ενίσχυση του γόνου κατά την άνοιξη. Η γύρη της είναι ανοιχτού κίτρινου ή μπεζ χρώματος και θεωρείται πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα. Η ανθοφορία της ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου και φτάνει μέχρι και τις αρχές Ιουνίου.

Η αγριοκρανιά έχει βαθιές ρίζες στον λαϊκό πολιτισμό, ιδιαίτερα στις αγροτικές κοινότητες. Το ξύλο της είναι εξαιρετικά σκληρό και χρησιμοποιούνταν για καμάκια, κοντάρια, καρφιά και εργαλεία. Εξαιτίας αυτής της ιδιότητας, συνδέθηκε με σκληρότητα και «ανθεκτικότητα» στη λαϊκή σοφία. Γενικότερα το ξύλο του γένους Cornus ήταν περιζήτητο για την κατασκευή πολεμικών εργαλείων λόγω της υψηλής πυκνότητας και αντοχής του.

Η αγριοκρανιά χρησιμοποιούνταν σε φυσικά όρια κτημάτων λόγω της ανθεκτικότητας και της πυκνής κόμης της. Οι καρποί της αποτελούν βασική τροφή για πολλά είδη πουλιών, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Συμπερασματικά αν και δεν συγκαταλέγεται στα κύρια μελισσοκομικά φυτά, ωστόσο διαδραματίζει σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο στο οικοσύστημα και στη διατροφή των μελισσών.

Σαραγλί Θάσου

Το σαραγλί είναι ένα από τα ωραιότερα σιροπιαστά γλυκά που υπάρχουν! Σε όλη την Ελλάδα είναι με φύλλα και γέμιση. Στη Θάσο όμως παρασκευάζεται μόνο με τρία χοντρά φύλλα ζύμης, μπόλικο ελαιόλαδο και το εξαίσιο πευκόμελό της.

time

Χρόνος Εκτέλεσης
145′ Λεπτά
merides

Μερίδες
10-12
difficulty

Δυσκολία
Μέτριας δυσκολίας

Υλικά για τη ζύμη:
500 γρ. (4 κούπες) αλεύρι γ.ο.χ.
1/2 κουτ. σούπας μπέικιν πάουντερ
2 κουτ. σούπας ελαιόλαδο + επιπλέον για τα φύλλα
1/2 κουτ. γλυκού αλάτι
περίπου 300 ml (1½ κούπα) νερό

Υλικά για τη γέμιση:
μπόλικη καρυδόψιχα τριμμένη

Υλικά για το σιρόπι:
400 ml (2 κούπες) νερό
100 γρ. (1/2 κούπα) ζάχαρη
340 γρ. (1 κούπα) μέλι

Εκτέλεση – Ζύμη:
1. Για το σαραγλί Θάσου, ανακατεύουμε όλα τα υλικά εκτός από το νερό, το οποίο ρίχνουμε σταδιακά και ζυμώνουμε μέχρι να γίνει μια μαλακή ζύμη. Μπορεί να χρειαστούμε λιγότερο ή περισσότερο νερό.
2. Αφήνουμε τη ζύμη να ξεκουραστέι για 30 λεπτά.
3. Τη χωρίζουμε στα τρία.
4. Σε αλευρωμένη επιφάνεια ανοίγουμε με τον πλάστη κάθε κομμάτι σε μακρόστενο φύλλο 32 x 50 εκ.
5. Σουρώνουμε το ένα φύλλο σαν πλισέ και το βάζουμε σε ένα λαδωμένο ταψί διαμέτρου 32-34 εκ. Επαναλαμβάνουμε με τα υπόλοιπα 2 φύλλα, τοποθετώντας τα το ένα δίπλα στο άλλο, καλύπτοντας όλο τον πυθμένα.
6. Ραντίζουμε τα φύλλα με λάδι και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 160°C, για 30 λεπτά μέχρι να ροδίσουν.
7. Ξεφουρνίζουμε και αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει

Εκτέλεση – Σιρόπι:
1. Βράζουμε όλα τα υλικά για 7-8 λεπτά (από τη στιγμή που θα αρχίσει να κοχλάζει το σιρόπι).
2. Περιχύνουμε το κρύο σαραγλί με το καυτό σιρόπι και το αφήνουμε περίπου 1 ώρα να απορροφηθεί.
3. Πασπαλίζουμε με την καρυδόψιχα και σερβίρουμε.

Η συνταγή πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ζάχαρη & Αλεύρι, τεύχος 47.

* Το Ορεινό Μέλι συνιστά να μη μαγειρεύετε θερμαίνοντας το μέλι σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 45-50 °C γιατί έτσι χάνονται όλα του τα θρεπτικά συστατικά. *

πηγή: gastronomos.gr

Ανθεμίς, μαργαρίτα η λευκή

Η Anthemis maritima, γνωστό και ως Μαργαρίτα λευκή ή Ανθέμις, είναι ένα φυτό που ανήκει στην οικογένεια Asteraceae και συναντάται σε περιοχές μεσογειακού κλίματος, κυρίως σε παράκτιες περιοχές και αμμώδη εδάφη.

Είναι ένα πολυετές φυτό που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 40-50 εκ. και διαθέτει χαρακτηριστικά λευκά άνθη, τα οποία αναπτύσσονται σε μορφή κεφαλής (διπλό άνθος) και είναι σε σχήμα μαργαρίτας. Από μελισσοκομική άποψη, το Anthemis maritima παρουσιάζει δυνητικό ενδιαφέρον για τους εξής λόγους: τα άνθη του παράγουν νέκταρ, η ποσότητα και η ποιότητα του οποίου ενδέχεται να ποικίλλουν ανάλογα με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες και το στάδιο ανάπτυξης του φυτού.

Τα κίτρινα κεντρικά ανθίδια αποτελούν πηγή γύρης, η οποία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη των μελισσών. Η ανθοφορία κατά την ανοιξιάτικη και πρώιμη καλοκαιρινή περίοδο συμπίπτει με την περίοδο μέγιστης ανάπτυξης των μελισσοσμηνών και την ανάγκη για αυξημένες ποσότητες τροφής. Η παρουσία της Anthemis maritima μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση των μελισσοσμηνών πριν από την κύρια ανθοφορία.

Αν και δεν υπάρχουν εκτεταμένες αναφορές για την παραγωγή μονοανθικού μελιού από Anthemis maritima, η παρουσία του σε περιοχές με περιορισμένη ανθοφορία άλλων ειδών θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει στην παραγωγή μελιού με διακριτικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Anthemis maritima προσελκύει και άλλους επικονιαστές ενισχύοντας τη βιοποικιλότητα της περιοχής. Η καλλιέργεια και η διατήρηση του φυτού σε μελισσοκομικές περιοχές ενισχύει τη συνολική οικολογική ισορροπία, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη και την προστασία των τοπικών οικοσυστημάτων.

Βίκα η μεγαλόανθος

Η Vicia grandiflora Scop. (είδος αγριόβικου) γνωστή και ως «Βίκα η μεγαλόανθος», είναι ένα ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό της οικογένειας Fabaceae, αυτοφυές σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας. Στην Ελλάδα απαντάται ευρέως σε χέρσες εκτάσεις, άκρες δρόμων και ελαφρώς καλλιεργούμενες περιοχές. Βοηθάει στην ανοιξιάτικη ανάπτυξη των μελισσών, ιδιαίτερα σε περιοχές με φτωχή φυσική χλωρίδα.

Τα χαρακτηριστικά απρο-κίτρινα, έντονα άνθη της εμφανίζονται από Απρίλιο έως και Ιούνιο, προσφέροντας ζωτικό πρώιμο νέκταρ και γύρη. Το φυτό φτάνει σε ύψος 30–70 cm και προτιμά ηλιόλουστες θέσεις με μέτρια υγρασία. Ανήκει στα ψυχανθή που σχηματίζουν συμβιωτική σχέση με αζωτοδεσμευτικά βακτήρια (Rhizobium spp.), βελτιώνοντας την ποιότητα του εδάφους στο οποίο αναπτύσσονται.

Μελισσοκομική Αξία

Η Vicia grandiflora είναι ελκυστική για τις μέλισσες, ιδιαίτερα κατά τις πρωινές ώρες και παρότι δεν κατατάσσεται στα φυτά υψηλής νεκταροέκκρισης, παράγει επαρκείς ποσότητες νέκταρος για να διατηρεί την κινητικότητα των συλλεκτριών.

Η γύρη της είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Αν και απουσιάζουν άμεσες χημικές αναλύσεις για το συγκεκριμένο είδος, μελέτες σε συγγενικά είδη του γένους (Vicia sativa, V. villosa) δείχνουν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (>20%) και βασικά αμινοξέα (βλ. Roulston et al., 2000). Αυτή η γύρη χαρακτηρίζεται από υψηλή βιολογική αξία για την εκτροφή γόνου.

Η Vicia grandiflora προτείνεται ως φυτό αγρανάπαυσης, είτε σε καθαρές σπορές είτε σε μίγματα με άλλα ψυχανθή (π.χ. Trifolium spp.), για τη δημιουργία μελισσοκομικών βοσκοτόπων. Μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς απαιτήσεις σε νερό ή λίπανση, λειτουργώντας ως βιώσιμη παρέμβαση χαμηλού κόστους.

Έχει αρκετά οικολογικά και αγρονομικά οφέλη καθώς βελτιώνει τη δομή του εδάφους μέσω αζωτοδέσμευσης, συμβάλλει στη βιοποικιλότητα του τοπίου, λειτουργεί ως προστατευτικό κάλυμμα κατά της διάβρωσης, ενώ παρουσιάζει χαμηλές απαιτήσεις καλλιέργειας, ευνοώντας φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές.

Οι «μακρυμούστακες» άγριες μέλισσες

Καθώς προσπαθούσα να φωτογραφίσω το φυτό εντόπισα στο άνθος της και μία άγρια μέλισσα, του είδους Eucera (εικόνα 1). Ανοίκει στην ίδια οικογένεια με τη γνωστή μας μελιτοφόρα μέλισσα (Apis Mellifera), αλλά είναι αρκετά διαφορετική. Ξεχωρίζουν από τους πολύ μακριούς “μουστάκες” (κεραίες) – χαρακτηριστικό γνώρισμα του γένους και λατρεύουν τους βίκους. Έχουν την ικανότητα να πετούν σε πιο χαμηλές θερμοκρασίες από τις Apis mellifera, και συχνά πιο κοντά στο έδαφος.

Μακρυμούστακη αγριομέλισσα του γένους Eucera.

Σε αντίθεση με τις μελιτοφόρες μέλισσες οι μακρυμούστακες αγριομέλισσες είναι μοναχικές. Κάθε θηλυκό κατασκευάζει μόνο του τη φωλιά του, χωρίς κοινωνική δομή ή βασίλισσα. Συνήθως στο έδαφος, σε αμμώδη ή χαλαρά εδάφη. Οι θηλυκές ανοίγουν κάθε άνοιξη υπόγειους θαλάμους όπου τοποθετούν αποθέματα γύρης και αυγά.

Πολλά είδη του γένους Eucera είναι ειδικοί επικονιαστές (oligolectic bees) με σαφή προτίμηση στα ψυχανθή (π.χ. Vicia, Lathyrus, Trifolium). Ειδικοί επικονιαστές ή ολιγολεκτικές μέλισσες (oligolectic bees) ονομάζονται οι μέλισσες που συλλέγουν γύρη μόνο από έναν περιορισμένο αριθμό φυτικών ειδών, συνήθως εντός ενός μόνο γένους ή φυτικής οικογένειας. Έτσι έχουν κρίσιμο ρόλο σε συγκεκριμένες φυτοκοινωνίες, αφού είναι αποκλειστικοί ή κύριοι επικονιαστές.

Οι μακρυμούστακες αγριομέλισσες σκάβοντας στο έδαφος για να φτιάξουν τη φωλιά τους, συμβάλουν αερισμό του εδάφους αναστέλλοντας την πυκνότητα του, βοηθώντας το να παραμένει πιο αφράτο και πιο εύκολα διαπερατό για το νερό και τα θρεπτικά συστατικά.

Άνοιξη στο βουνό

Στο μελισσοκομείο στην Πίνδο, στα 550μ., κατά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο η χαμηλότερη θερμοκρασία που καταγράψαμε ήταν 2°C, κάτι που εδώ και 10 χρόνια που κάνουμε μετρήσεις δεν είχε ξανασυμβεί.

Άνοιξη στο μελισσοκομείο.

Έτσι, παρά το απογοητευτικό φθινόπωρο, τα μελίσσια βγήκαν απ’ το χειμώνα χωρίς απώλειες, προσμένοντας την άνοιξη. Φέτος αποφασίσαμε ένα μεγάλο μέρος του κοπαδιού να μεταφερθεί στον κάμπο για την πορτοκαλιά και τα υπόλοιπα να παραμείνουν στα ημιορεινά για το ρείκι και την κουτσουπιά.

Στον κάμπο οι πορτοκαλιές τα τελευταία χρόνια υπέφεραν από το μαύρο ακανθώδη αλευρώδη, επηρεάζοντας αρνητικά την παραγωγή, όμως επειδή φέτος φαίνονταν να ανακάμπτουν, αποφασίσαμε να κάνουμε μια μεταφορά.

Το μελισσοκομικό εργαστήριο.

Απ’ την άλλη στο βουνό οι ανθοφορίες μπορεί να μην έχουν την έκρηξη της πορτοκαλιάς, έχουν το πλεονέκτημα όμως ότι διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι το καλοκαίρι όπου θα μεταφερθούν στα ορεινά για τα δασόμελα. Οι τελευταίες βροχές ήταν απαραίτητες και μας γεμίζουν αισιοδοξία. Ας έχουμε μια καλή μελισσοκομική χρονιά, με υγιή και δυνατά μελίσσια!

Δάφνη (Laurus nobilis)

Η Δάφνη (Laurus nobilis), γνωστή και ως βαγιά, δάφνη, δαφνολιά και φυλλάδα είναι ένα αειθαλές αρωματικό φυτό που απαντάται αυτοφυές στην Ελλάδα, ενώ καλλιεργείται συχνά και ως καλλωπιστικό. Από μελισσοκομική σκοπιά, θεωρείται αξιόλογο φυτό, καθώς προσφέρει τόσο νέκταρ όσο και γύρη στις μέλισσες, συμβάλλοντας στην υποστήριξη των μελισσιών, ιδιαίτερα σε πρώιμες ανοιξιάτικες περιόδους.

Η δάφνη ως μελισσοκομικό φυτό.

Η δάφνη ανθίζει συνήθως από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο, μερικές φορές και μέχρι τον Μάιο, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και την περιοχή. Τα άνθη της είναι μικρά, κίτρινα και εμφανίζονται σε ταξιανθίες. Η περίοδος ανθοφορίας της την καθιστά σημαντική για τις μέλισσες, καθώς συμπίπτει με την αρχή της άνοιξης, όταν τα μελίσσια χρειάζονται πόρους για την ανάπτυξη του γόνου.

Η δάφνη παράγει νέκταρ σε μέτριες ποσότητες. Δεν θεωρείται από τα φυτά με την υψηλότερη νεκταροέκκριση, όπως πχ η πορτοκαλιά, αλλά η προσφορά της είναι σταθερή και χρήσιμη, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη άλλων ανθοφοριών την ίδια εποχή. Η ποσότητα και η ποιότητα του νέκταρος εξαρτώνται από παράγοντες όπως η υγρασία, η θερμοκρασία και το έδαφος, με τις υγρές και ήπιες καιρικές συνθήκες να ευνοούν την έκκρισή του.

Η γύρη που παράγει η δάφνη είναι πορτοκαλί ή κιτρινοπράσινη στο χρώμα και θεωρείται αρκετά θρεπτική για τις μέλισσες. Είναι ιδιαίτερα πολύτιμη την άνοιξη, καθώς βοηθά στην εκτροφή του γόνου και στην ενίσχυση του πληθυσμού των μελισσιών. Η ποσότητα της γύρης είναι επίσης μέτρια, αλλά η σταθερή διαθεσιμότητά της την καθιστά σημαντική πηγή τροφής.

Το μέλι που προκύπτει από τη δάφνη, αν και πολύ σπάνια παράγεται σε καθαρή μορφή λόγω της ταυτόχρονης ανθοφορίας άλλων φυτών, έχει απαλή γεύση και αρωματικό χαρακτήρα. Η δάφνη δεν είναι από τα κύρια μελισσοκομικά φυτά που οδηγούν σε μεγάλη παραγωγή μελιού, όπως για παράδειγμα τα εσπεριδοειδή. Ωστόσο, η αξία της έγκειται στο ότι καλύπτει τις ανάγκες των μελισσιών σε μια μεταβατική περίοδο, πριν από τις μεγάλες ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές ανθοφορίες. Επιπλέον, είναι ανθεκτικό φυτό που ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και κλιμάτων, ακόμα και σε ξηρές ή παραθαλάσσιες περιοχές, γεγονός που το καθιστά διαθέσιμο σε πολλές περιοχές.

Η δάφνη στην μυθολογία.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η δάφνη έγινε το ιερό φυτό του Απόλλωνα. Υπάρχουν πολλές εκδοχές του μύθου στον οποίο εμφανίζεται, αλλά η γενική αφήγηση, που βρίσκεται στην ελληνορωμαϊκή μυθολογία, είναι ότι οφείλεται σε κατάρα που έγινε από τη σφοδρή οργή του θεού Έρως, γιου της Αφροδίτης, στον θεό Απόλλωνα (Φοίβος ), έγινε το απρόθυμο αντικείμενο του έρωτα του Απόλλωνα, ο οποίος την κυνήγησε παρά τη θέλησή της.

Η νύμφη Δάφνη, που προσπάθησε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του Απόλλωνα, μεταμορφώθηκε από τον πατέρα της, τον ποταμό Πηνειό, σε δέντρο δάφνης για να γλιτώσει. Ο Απόλλωνας, απογοητευμένος αλλά και με σεβασμό προς τη Δάφνη, όρισε το φυτό ως ιερό του, υπόσχόμενος ότι θα το τιμά αιώνια.

Στους Πυθιακούς Αγώνες, που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς προς τιμή του Απόλλωνα, δόθηκε ως έπαθλο ένα δάφνινο στεφάνι που συγκεντρώθηκε από την κοιλάδα των Τεμπών στη Θεσσαλία. Ως εκ τούτου, αργότερα έγινε συνήθεια να απονέμονται βραβεία με τη μορφή δάφνινο στεφάνων σε νικητές στρατηγούς, αθλητές, ποιητές και μουσικούς, που φοριούνται ως τετράγωνο στο κεφάλι. Ο βραβευμένος ποιητής είναι ένα γνωστό σύγχρονο παράδειγμα ενός τέτοιου βραβευμένου, που χρονολογείται από την πρώιμη Αναγέννηση στην Ιταλία.

Η δάφνη στο φαγητό.

Η δάφνη χρησιμοποιείται συχνά στη μαγειρική των οσπρίων, ιδιαίτερα στην ελληνική κουζίνα, αλλά και σε άλλες μεσογειακές και διεθνείς παραδόσεις. Τα αποξηραμένα φύλλα της προστίθενται σε συνταγές με φασόλια, φακές, ρεβίθια ή άλλα όσπρια για να δώσουν ένα διακριτικό, αρωματικό τόνο στη γεύση τους.

Πέρα από τη γεύση, υπάρχει η λαϊκή πεποίθηση ότι η δάφνη βοηθά στην πέψη των οσπρίων και μειώνει το φούσκωμα, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Η χρήση της στα όσπρια είναι μια παράδοση που κληροδοτήθηκε από την Αρχαιότητα, όπου το φυτό είχε ήδη θέση στη μαγειρική.

Αφρικανική σκόνη. Πόσο επηρεάζει τα μελίσσια;

Η αφρικανική σκόνη, που προέρχεται κυρίως από την έρημο Σαχάρα και μεταφέρεται μέσω των ανέμων στη χώρα μας, έχει αρνητικές επιπτώσεις στις μέλισσες, οι οποίες δείχνουν να περιορίζουν τις πτήσεις τους έως και να σταματούν να δουλεύουν. Αν και οι έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα είναι περιορισμένες και οι επιπτώσεις εξαρτώνται από τη συχνότητα, την ένταση και τη διάρκεια του φαινομένου, ας δούμε γιατί οι μέλισσες αντιδρούν μ’ αυτό τον τρόπο.

Η αφρικανική σκόνη συχνά μειώνει την ορατότητα και την ποιότητα του φωτός. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των μελισσών να προσανατολίζονται και να συλλέγουν τροφή, οδηγώντας σε μειωμένη δραστηριότητα έξω από την κυψέλη. Συγκεκριμένα η αλλαγή στην πόλωση του φωτός είναι ένας πιθανός παράγοντας που θα μπορούσε να εξηγήσει τη μειωμένη δραστηριότητα των μελισσών έξω από την κυψέλη κατά τη διάρκεια επεισοδίων αφρικανικής σκόνης.

Οι μέλισσες χρησιμοποιούν τη γωνία των ακτίνων του ήλιου ως βασικό εργαλείο για τον προσανατολισμό τους. Η αφρικανική σκόνη, όταν βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στην ατμόσφαιρα, διασκορπίζει το φως με διαφορετικό τρόπο. Τα μικροσκοπικά σωματίδια σκόνης αλλάζουν τα μοτίβα πόλωσης, μειώνοντας την καθαρότητα του σήματος που οι μέλισσες βασίζονται για να προσανατολιστούν. Αυτό μπορεί να προκαλέσει σύγχυση ή αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα οι μέλισσες να προτιμούν να παραμένουν στην κυψέλη αντί να βγουν για συλλογή τροφής. Επιπλέον, η μειωμένη ένταση του φωτός και η θολούρα που προκαλεί η σκόνη ενισχύουν αυτή την επίδραση.

Επιστημονικές μελέτες για τον προσανατολισμό των μελισσών έχουν δείξει ότι είναι εξαιρετικά ευαίσθητες σε τέτοιες αλλαγές. Για παράδειγμα, πειράματα όπως αυτό του Karl von Frisch αλλά και του Rüdiger Wehner που χρησιμοποίησαν φίλτρα για να διαταράξουν την πόλωση, έχουν αποδείξει ότι όταν το πολωμένο φως διαταράσσεται, οι μέλισσες δυσκολεύονται να προσανατολιστούν.

Επίσης η γύρη μπορεί να επηρεαστεί από την αφρικανική σκόνη, και αυτό έχει έμμεσες συνέπειες τόσο για τα φυτά όσο και για τις μέλισσες που εξαρτώνται από αυτήν ως βασική πηγή τροφής. Όταν η αφρικανική σκόνη μεταφέρεται από τον αέρα και κατακάθεται, μπορεί να καλύψει τα άνθη των φυτών. Αυτό δημιουργεί ένα φυσικό “στρώμα” πάνω στη γύρη, το οποίο μπορεί να δυσκολέψει τις μέλισσες να τη συλλέξουν αποτελεσματικά. Η σκόνη μπορεί να αναμειχθεί με τη γύρη, μειώνοντας την καθαρότητα ή την ελκυστικότητά της.

Η σκόνη από τη Σαχάρα συχνά μεταφέρει μικροποσότητες μετάλλων (π.χ. σίδηρο, μαγνήσιο) και άλλα στοιχεία. Αν και αυτά μπορεί να λειτουργούν ως θρεπτικά συστατικά για τα φυτά σε μικρές δόσεις, σε μεγαλύτερες ποσότητες ή σε συνδυασμό με ρύπους (π.χ. από βιομηχανικές περιοχές που διασχίζει η σκόνη), ενδέχεται να αλλοιώνουν τη χημική σύσταση της γύρης. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη γεύση, τη θρεπτική αξία ή ακόμα και την πέψη της από τις μέλισσες αλλά και την ανάπτυξη των νεαρών μελισσών.

Η σκόνη, καλύπτοντας τα φυτά, μπορεί να εμποδίσει τη φωτοσύνθεση ή να επηρεάσει την επικονίαση, καθώς τα έντομα δυσκολεύονται να φτάσουν στα άνθη. Αν η σκόνη παραμένει για μεγάλο διάστημα ή συνδυάζεται με ακραίες καιρικές συνθήκες (π.χ. ξηρασία), τα φυτά ενδέχεται να παράγουν λιγότερη γύρη, μειώνοντας τη διαθέσιμη τροφή για τις μέλισσες.

Στην πράξη λοιπόν, η επίδραση εξαρτάται από την ένταση του φαινομένου. Στην Ελλάδα, όπου η αφρικανική σκόνη εμφανίζεται συχνά την άνοιξη (μια κρίσιμη περίοδος για τη συλλογή γύρης), οι μελισσοκόμοι μπορεί να παρατηρούν μικρές διακυμάνσεις στην παραγωγικότητα των μελισσών τους που συνοδεύονται με σκαμπανεβάσματα στην ανάπτυξη του σμήνους.

Οι μελισσοκόμοι της Νέας Ζηλανδίας καλούνται να αναφέρουν τις εγκαταλελειμμένες κυψέλες που εντοπίζουν καθώς παρουσιάζεται ανησυχητική αύξηση εγκαταλελειμμένων μελισσοκομείων.

Οι δύσκολες εποχές που διανύουμε στη μελισσοκομία έχουν οδηγήσει σε αύξηση των μελισσοκόμων που εγκαταλείπουν τα μελισσοκομεία τους και οι αρχές λένε ότι το γεγονός αυτό παρουσιάζει σημαντικό κίνδυνο διασποράς ασθενειών.

«Δυστυχώς, για οικονομικούς λόγους, ορισμένοι μελισσοκόμοι τα παράτησαν, αφήνοντας τα μελίσσια στο έλεος τους. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο για τα γειτονικά μελισσοκομεία καθώς η Αμερικάνικη Σηψιγονία (AFB), μια θανατηφόρα βακτηριακή ασθένεια του γόνου των μελισσών μπορεί να εξαπλωθεί προς αυτές τις αποικίες χωρίς κανείς να το γνωρίζει» λέει η Niharika Long, γενική διευθύντρια του Οργανισμού Διαχείρισης Παρασίτων της Νέας Ζηλανδίας.

Η Αμερικάνικη σηψιγονία (AFB) είναι μια θανατηφόρα βακτηριακή ασθένεια του γόνου των μελισσών που προκαλείται από το βακτήριο Bacillus larvae το οποίο προσβάλει όλα τα στάδια του γόνου, σχηματίζει σπόρια και προσβάλλει τις προνύμφες όταν αυτές καταναλώσουν τροφή με σπόρους του βακτηρίου. Τα σπόρια του είναι ανθεκτικά και μπορούν να επιμείνουν για δεκαετίες, καθιστώντας την έγκαιρη ανίχνευση και την εξάλειψή του ζωτικής σημασίας.

«Χρειαζόμαστε πραγματικά τους μελισσοκόμους για να μας ενημερώνουν αν παρατηρήσουν ότι οι κυψέλες κοντά στο αγρόκτημά τους έχουν εγκαταλειφθεί ή παραμεληθεί» συνεχίζει η Long. «Ο μόνος τρόπος αυτή τη στιγμή για να απαλλαγείτε από την Αμερικάνικη σηψιγονία είναι να κάψετε όλες τις μολυσμένες κυψέλες – συμπεριλαμβανομένων των μελισσών, αλλά και το μολυσμένο εξοπλισμό».

«Δεν έχουμε αρκετό προσωπικό πεδίου για να είμαστε παντού, επομένως βασιζόμαστε στους μελισσοκόμους. Όμως μέχρι σήμερα οι περισσότεροι μας ειδοποιούν μετά από 12 μήνες παραμέλησης. Χρειάζεται αυτό να μειωθεί στο εξάμηνο».

Οι μελισσοκόμοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η μελισσοκομία υπόκειται σε κανονισμούς, συμπεριλαμβανομένων των επιθεωρήσεων. Επίσης αν κάποιος εντοπίσει μελίσσια να έχουν προσβληθεί από Αμερικάνικη σηψιγονία είναι υποχρεωμένος να το αναφέρει στις Αρχές.

Δυστυχώς αρκετοί αγρότες ξεκινούν να ασχολούνται με τη μελισσοκομία και μόλις συνειδητοποιήσουν πόση δουλειά υπάρχει πίσω από αυτήν αποφασίζουν απλώς να εγκαταλείψουν τις κυψέλες στην τύχη τους, μέσα στο κτήμα τους ή τον εξοπλισμό εκτεθειμένο κάτω από ένα υπόστεγο, αγνοώντας τι ζημιά μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο.

Ακόμη χειρότερα υπήρξαν περιπτώσεις που κάποιοι πουλούσαν εγκαταλελειμμένα μελισσοκομικά εργαλεία μέσω του TradeMe ή του Marketplace. «Συχνά καταλήγουν να πουλάνε μεμονωμένες κυψέλες σε διαφορετικούς ανθρώπους, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε μη καταχωρημένες κυψέλες απλωμένες παντού, χωρίς καμία καταγραφή τους. Αν σπόρια της ασθένειας βρίσκονταν εκεί, τώρα έχουν εξαπλωθεί μακριά».

«Ο Οργανισμός Διαχείρισης Παρασίτων της Νέας Ζηλανδίας διαχειρίζεται μια εθνική βάση δεδομένων μελισσοκομείων. Έτσι όταν αναφερθεί ένα κρούσμα Αμερικάνικης σηψιγονίας μπορούμε να θέσουμε σε καραντίνα τα γειτονικά μελισσοκομεία και να εντοπίσουμε την πηγή. Όταν όμως υπάρχουν μελισσοκομεία τα οποία δεν είναι καταγεγραμμένα, τότε απλώς ψάχνουμε στην τύχη» δηλώνει η Long.

Ο εκπρόσωπος για τη βιοασφάλεια της Federated Farmers (εθνική οργάνωση αγροτών στη Νέα Ζηλανδία), David Birkett κάνει έκκληση σε αγρότες και μελισσοκόμους καθώς είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για τη γεωργία και την παραγωγή τροφίμων: «Προτρέπω όλους τους αγρότες που παρατηρούν κυψέλες να μην έχουν ανοιχτεί εδώ και αρκετό καιρό να επικοινωνούν με τις Αρχές».

Πηγή: Farmers Weekly

Κυπαρίσσι

Το κυπαρίσσι είναι ένα ψηλό κωνοφόρο, αειθαλές δέντρο που μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 30μ. Όπως όλα τα Γυμνόσπερμα, δεν σχηματίζει τυπικά άνθη, αλλά μικρούς αρσενικούς ίουλους, που φέρουν τη γύρη που διασπείρεται με τον άνεμο, και θηλυκούς κώνους. Αυτή την εποχή οι μέλισσες ίσως και λόγω έλλειψης άλλων πηγών, συλλέγουν τη γύρη του.

Σύμφωνα με το μύθο την ονομασία του την οφείλει στον Κυπάρισσο από την Κω που τον μεταμόρφωσε ο θεός Απόλλωνας σε δέντρο έτσι ώστε να παραμείνει αθάνατος, μαζί και η θλίψη του μετά από το θάνατο του αγαπημένου του ελαφιού. Έτσι σύμφωνα με αυτή την άποψη έμεινε ως πένθιμο δέντρο και φυτεύεται σε κοιμητήρια.

Από μελισσοκομικής άποψης, δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς δεν δίνει νέκταρ αλλά αποκλειστικά γύρη, χαμηλού πρωτεϊνικού προφίλ, την οποία όμως οι μέλισσες κυνηγούν καθώς την εποχή που ανθίζει (Φεβρουάριο), δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές. Παρ’ όλα αυτά οι περισσότεροι μελισσοκόμοι το συμπαθούν και συχνά θα το βρει κανείς φυτεμένο στα μελισσοκομεία, γιατί τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στο καπνιστήρι μιας και δίνουν ωραίο άρωμα, κρυώνουν τον καπνό και αποτέπουν τυχόν σπίθες που μπορεί να κάψουν τα φτερά των μελισσών.