Η χημεία του μελιού

Οι μέλισσες είναι χημικοί. Χρησιμοποιώντας ένζυμα και αφυδάτωση, αυτοί οι επιστήμονες του φυσικού κόσμου μπορούν να μεταμορφώσουν το νέκταρ, δηλαδή έναν σακχαρούχο χυμό, σε μια πολύτιμη υπερτροφή.

Δεν είναι κι εύκολο: το μέλι αποτελείται από τουλάχιστον 181 συστατικά. Η μοναδική γεύση του είναι το αποτέλεσμα σύνθετων χημικών διεργασιών, που εξηγεί και το λόγο για τον οποίο κανένα υποκατάστατο σιροπιού δεν μπορεί να συγκριθεί με το μέλι.

Το μέλι αποτελείται κυρίως από γλυκόζη και φρουκτόζη. Είναι αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν επιστημονικά: υπέροκορο διάλυμα. Όταν ανακατεύουμε τη ζάχαρη μέσα σε ένα ποτήρι νερό, κάποια ποσότητα ζάχαρης συνήθως παραμένει στον πάτο. Αυτό γίνεται γιατί το νερό (διαλυτικό μέσο) μπορεί να διαλύσει μόνο συγκεκριμένη ποσότητα ζάχαρης. Ωστόσο, αν θερμανθεί το νερό, αυξάνεται η ποσότητα της ζάχαρης που μπορεί να διαλυθεί σε αυτό. Επομένως, στον υπερκορεσμό, η θέρμανση, τα ένζυμα και άλλοι χημικοί παράγοντες μπορούν να αυξήσουν την ποσότητα της ουσίας που διαλύεται.

Αυτά τα διαλύματα τείνουν να κρυσταλλώνουν εύκολα. Το σιρόπι και το μέλι θεωρούνται υπερκορεσμένα διαλύματα. Λόγω του υπερκορεσμού και του μικρού ποσοστού του νερού (15-18%), το μέλι είναι παχύρρεστο. Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές μπορεί να στερεοποιηθεί. Τα βασικά συστατικά του είναι οι υδατάνθρακες (σάκχαρα), αλλά περιέχει επίσης βιταμίνες, μεταλλικά στοιχεία, αμινοξέα, ένζυμα, οργανικά οξέα, γυρεόκοκκους, αρώματα και αρωματικά συστατικά.

Το μέλι ξεκινά από το νέκταρ. Ενώ το μέλι είναι παχύρρεστο με χαμηλή περιεκτικότητα σε νερό, το νέκταρ είναι περίπου 80% νερό. Είναι ένα πολύ ρευστό διάλυμα, άχρωμο και ούτε κατά διάνοια τόσο γλυκό όσο το μέλι. Επίσης, η χημική του σύσταση είναι διαφορετική. Με τη χρήση των ενζύμων, οι μέλισσες μπορούν να μετατρέψουν τα σύνθετα σάκχαρα του νέκταρος σε πιο απλά σάκχαρα. Γι’ αυτό και το μέλι είναι πιο εύπεπτο σε σχέση με την ζάχαρη.

Τα σάκχαρα μερικές φορές αποκαλούνται “γλυκοί υδατάνθρακες”. Οι υδατάνθρακες αποτελούν τη μία από τις τρεις βασικές κατηγορίες τροφών, μαζί με τις πρωτεΐνες και τα λίπη. Το μυστικό όπλο της μέλισσας είναι η ικανότητά της να μεταβάλλει τα σύνθετα σάκχαρα που συλλέγει από το νέκταρ των λουλουδιών σε απλά σάκχαρα. Αυτή η διαδικασία λέγεται υδρόλυση. Για να μετατρέψει το νέκταρ σε γλυκόζη και φρουκτόζη, χρειάζεται την παρουσία υψηλής θερμοκρασίας, οξέων ή ενζύμων. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία για ένα χημικό εργαστήριο. Αλλά όταν εμπλέκονται οι μέλισσες (και τα ένζυμά τους), τότε η αποτελέσματικότητα των πιο ικανών επιστημόνων είναι δεδομένη.

Επειδή το 95-99% των στερεών στο μέλι είναι σάκχαρα, για να κατανοήσουμε τι είναι το μέλι, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τα σάκχαρα. Η ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σακχαρόζη. Η σακχαρόζη που βρίσκεται στο νέκταρ αποτελείται από απλά σάκχαρα: τη γλυκόζη και τη φρουκτόζη που παρότι έχουν την ίδια χημική φόρμουλα (C6H12O6), είναι δύο διαφορετικά είδη, διότι τα άτομά τους έχουν διαφορετικές θέσεις. Αυτή η διαφορά στην ατομική τους σύσταση καθιστά την φρουκτόζη πιο γλυκιά από τη γλυκόζη. Το μέλι είναι επίσης ελαφρώς πιο γλυκό από τη ζάχαρη, επειδή περιέχει περισσότερη φρουκτόζη.

Οι μέλισσες δεν συλλέγουν απλώς το νέκταρ, αλλά επιπλέον μεταβάλλουν τη χημική του σύσταση. Παράγουν ένα συγκεκριμένο ένζυμο με τους σιελογόνους αδένες τους (τα ένζυμα είναι οργανικά συστατικά που επιταχύνουν τις βιοχημικές αντιδράσεις) το οποίο δεν εξαντλείται ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές. Αφού η μέλισσα συλλέξει το νέκταρ, προσθέτει το ένζυμο ιμβερτάση το οποίο βοηθά στην μετατροπή της σακχαρόζης σε ίσα μέρη γλυκόζης και φρουκτόζης. Κάπως έτσι ξεκινάει το μέλι. Άλλα ένζυμα συμβάλλουν επίσης στην βελτίωση της γεύσης του μελιού. Η αμυλάση είναι ένα ένζυμο που διασπά την αμυλόζη σε γλυκόζη, που είναι πιο εύπεπτη και δίνει στο μέλι τη χαρακτηριστική γλυκιά γεύση του. Στη συνέχεια, ένα άλλο ένζυμο, η οξειδάση της γλυκόζης, διασπά την γλυκόζη και σταθεροποιεί το pH του μελιού. Η καταλάση μετατρέπει το υπεροξείδιο του υδρογόνου σε νερό και οξυγόνο. Έτσι διατηρείται η περιεκτικότητα σε υπεροξείδιο του υδρογόνου σε χαμηλό επίπεδο. Αν και κάποιοι θεωρούν ότι το υπεροξείδιο του υδρογόνου στο μέλι είναι ο λόγος που διατηρείται για τόσο μεγάλα διαστήματα, στην πραγματικότητα η αιτία μάλλον είναι το ελαφρώς όξινο pH του και η μικρή του περιεκτικότητα σε νερό.

Όπως κάθε καλός χημικός, οι μέλισσες ακολουθούν ένα πρωτόκολλο κατά την παραγωγή του μελιού. Οι περιπλανόμενες μέλισσες αντλούν το νέκταρ με τις προβοσκίδες τους (γλώσσες που μοιάζουν με καλαμάκια). Έπειτα προσθέτουν την ιμβερτάση ενώ το μεταφέρουν. Αυτό το ένζυμο αρχίσει να διασπά τη σακχαρόζη σε γλυκόζη και φρουκτόζη. Έπειτα οι μέλισσες αυτές μεταφέρουν το νέκταρ στις μέλισσες που παραμένουν στην κυψέλη, για να προστεθούν περισσότερα ένζυμα.

Η διαδικασία προσθήκης ενζύμων συνεχίζεται κάθε φορά που μια άλλη μέλισσα αναλαμβάνει το νέκταρ. Οι μέλισσες της κυψέλης μηρυκάζουν και ξανακαταπίνουν το νέκταρ για περίπου 20 λεπτά, διασπώντας ακόμη περαιτέρω τα σάκχαρα. Όταν το νέκταρ φτάσει να περιέχει περίπου 20% νερό, τοποθετείται στην κυψέλη, όπου οι μέλισσες το κρυώνουν κάνοντας αέρα με τα φτερά τους για να επιταχυνθεί η διαδικασία εξάτμισης και να γίνει το μέλι ακόμη πιο πυκνό. Οι μέλισσες σταματούν όταν η συγκέντρωση του νερού είναι μεταξύ 17-18% οπότε το μεταφέρουν στη θέση αποθήκευσής του. Επομένως μέσω της εξάτμισης και των ενζύμων, ένα υπέρκορο διάλυμα έχει δημιουργηθεί.

Όπως κάθε υπέρκορο διάλυμα, το μέλι τείνει να κρυσταλλώνει. Η κρυστάλλωση συμβαίνει όταν μακρές αλυσίδες γλυκόζης (πολυσακχαρίδια) διασπώνται. Τα μόρια της γλυκόζης αρχίζουν να κολλάνε μεταξύ τους, συνήθως πάνω σε κάποιο γυρεόκοκκο. Αυτοί οι κρύσταλλοι γλυκόζης έπειτα βυθίζονται στον πάτο του βάζου. Το πρόβλημα με την κρυστάλλωση είναι ότι όταν η γλυκόζη διαχωριστεί από το μέλι, το υπόλοιπο υγρό περιέχει μεγαλύτερο ποσοστό υγρασίας, γεγονός που προκαλεί τη ζύμωση του μελιού. Η θερμοκρασία διατήρησης είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την κρυστάλλωση. Το μέλι κρυσταλλώνει γρηγορότερα όταν οι θερμοκρασίες είναι κοντά στους 14°C. Οι ερευνητές επίσης έχουν διαπιστώσει ότι το μέλι που αφαιρείται από την κυψέλη και επιδέχεται μηχανική επεξεργασία είναι πιο πιθανό να κρυσταλλώσει σε σχέση με αυτό που παραμένει στην κυψέλη. Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην κρυστάλλωση είναι η σκόνη, οι φυσσαλίδες αέρα και οι γυρεόκοκκοι στο μέλι.

Η θέρμανση του μελιού μπορεί επίσης να προκαλέσει χημικές μεταβολές. Μερικές φορές το μέλι αποκτά πιο σκούρο χρώμα. Επειδή το μέλι είναι ελαφρώς όξινο με pH περίπου 4, το μέλι μπορεί να σκουρύνει με τον καιρό. Κι αυτό γιατί τα αμινοξέα στο μέλι αρχίζουν να αντιδρούν με τα σάκχαρα. Η καραμελοποίηση -το σκούρο μελί χρώμα των σακχάρων, προκαλείται όταν ξεκινά η θέρμανση να διασπά τους μοριακούς δεσμούς στο μέλι. Όταν αυτοί οι δεσμοί σπάσουν κι έπειτα αναδιαρθρωθούν, το αποτέλεσμα είναι καραμελωμένο σάκχαρο.

Η υψηλή θερμοκρασία και η κρυστάλλωση μπορούν να επηρεάσουν το χρώμα του μελιού. Οι κρύσταλλοι στο μέλι θα το κάνουν να φαίνεται πιο ανοιχτόχρωμο. Γι αυτό και τα κρεμώδη μέλια έχουν πιο ανοιχτό χρώμα. Στη φύση, το χρώμα του μελιού εξαρτάται συνήθως από το είδος του λουλουδιού από το οποίο προέρχεται το νέκταρ. Γι’ αυτό και το νέκταρ που τρυγούν οι μέλισσες σε κάθε εποχή διαφέρει στο χρώμα- αφού διαφορετικά λουλούδια ανθίζουν ανάλογα με την περίοδο του έτους.

Το μέλι είναι υδροσκοπικό -δηλαδή προσελκύει την υγρασία. Αν μείνει ανοιχτό, θα αρχίσει να μαζεύει υγρασία από την ατμόσφαιρα. Αυτή η επιπλέον υγρασία στο μέλι θα γίνει αιτία για να ξεκινήσει η διαδικασία της ζύμωσης. Κανονικά, το μέλι έχει μικρό ποσοστό υγρασίας, γεγονός που βοηθά στην καλύτερη συντήρησή του. Αν ωστόσο η υγρασία του ξεπεράσει το 25% θα προκαλέσει την έναρξη ζύμωσης. Κι αυτό και το μέλι είναι καλύτερα να τοποθετείται απευθείας σε βάζα με καπάκι μετά τη συλλογή του.

Πηγή: Bee Culture

Οι αυτόχθονες φυλές μελισσών του Ελλαδικού χώρου

Παραδοσιακά, η αναγνώριση των φυλών της A.mellifera βασίζονταν στα μορφομετρικά χαρακτηριστικά τους (Charistos et.al 2014). Μετά το 1980 αναπτύχθηκαν και βιοχημικές μέθοδοι, καθώς και μέθοδοι βασισμένες σε μοριακούς γενετικούς δείκτες, οι οποίες επέτρεψαν την διερεύνηση των διαφοροποιήσεων μεταξύ πληθυσμών σε μοριακό επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη κατανόηση της πληθυσμιακής δομής της A.mellifera, σε συνδυασμό με τις προϋπάρχουσες μεθόδους.

Όλες οι φυλές που απαντώνται στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο ανήκουν στην γενεαλογική γραμμή C (De la Rúa et.al 2009), και διακρίνονται σαφώς τόσο από την Μ (Κεντρική Ευρώπη, A.m.mellifera), όσο και από την Α (Βόρεια Αφρική, Σικελία, Μάλτα). Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρουσίαση των φυλών και των χαρακτηριστικών τους εν πολλοίς βασίζεται σε μελέτες και καταγραφές προηγούμενων δεκαετιών. Σταδιακά όμως χρόνο με τον χρόνο παρατηρείται όλο και εκτενέστερος υβριδισμός σχεδόν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που ενδεχομένως μεταβάλλει την καθαρή εικόνα των γεωγραφικά διακριτών φυλών, και πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη. Οι κυριότερες αυτόχθονες φυλές μελισσών στον Ελλαδικό χώρο είναι:

Κεκρόπια μέλισσα (Apis mellifera cecropia)

Πρόκειται για την κυριότερη ίσως αυτόχθονη Ελληνική φυλή. Γεωγραφικά καταλαμβάνει την περιοχή της ηπειρωτικής Ελλάδος νοτίως της Μακεδονίας, και της Πελοποννήσου συμπεριλαμβανομένης. Το όνομα “Κεκρόπια μέλισσα” αναφέρεται πρώτη φορά από τον Βιργίλιο στα “Γεωργικά” ποιήματά του. Ο μοναχός Adam αναφέρεται σε αυτή ως “η Ελληνική μέλισσα”. Ο Maa (Maa T.C. 1953) την αναφέρει και ως A.m.hymettea (προφανώς από το όρος Υμηττός).

Ανήκει στην ομάδα φυλών της Κεντρικής Μεσογείου, και οι συγγενέστερες φυλές της είναι η carnica, η sicula (Σικελική φυλή) και η macedonica. Λόγω του χρώματός της παλαιότερα πιστεύονταν λανθασμένα ότι συνιστά υβρίδιο μεταξύ της ligustica και της σκουρόχρωμης A.m.mellifera της Βορείου Ευρώπης, ενώ ο Maa T.-C. την αποκαθιστά ως αυτούσια φυλή το 1953. (Ruttner 1988), (Maa T.C. 1953).

Είναι σχετικά μεγαλόσωμη μέλισσα. Ξεχωρίζει χαρακτηριστικά από τις υπολοιπες φυλές για την μακριά της προβοσκίδα (~6.6mm), κάτι που θεωρείται μεγάλο προσόν, καθώς δύναται να εκμεταλλευτεί καλύτερα κάποιες ανθοφορίες (Γούναρη- www.melinet.gr). Επίσης χαρακτηρίζεται από τον ασυνήθιστα μεγάλο ωλενικό της δείκτη (μέση τιμή 3.13, που σε κάποιους πληθυσμούς φτάνει και το 3.6), ο οποίος είναι μακράν ο μεγαλύτερος από όλες τις φυλές της A.mellifera, πλησιάζοντας αυτόν της A.m.cerana. Άλλο ένα χαρακτηριστικό που την διακρίνει είναι το σχετικά μεγάλο μήκος των πίσω ποδιών. (Ruttner 1988).

Η Κεκρόπια θεωρείται από τους μελισσοκόμους ως μια μάλλον μέτρια έως αρκετά επιθετική φυλή, σε σημείο που πολλές φορές δυσχεραίνει την εργασία στις κυψέλες. Σημαντικό χαρακτηριστικό της είναι η απροθυμία της για σμηνουργία. Επίσης της πιστώνεται και η καλή αντοχή στις ασθένειες (Υφαντίδης 1995). Δημιουργεί μεγάλους πληθυσμούς αρκετά νωρίς την Άνοιξη, κι έτσι εκμεταλλεύεται αποδοτικά τις πρώτες ανθοφορίες. Θεωρείται πολύ καλή συλλέκτρια μελιού, και καλά προσαρμοσμένη στο κλίμα και τις νομές της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος. (Υφαντίδης 1995). Επίσης την χαρακτηρίζει και ο μεγάλος βαθμός χρήσης πρόπολης, κάτι που ίσως εξηγεί την αντοχή της σε ασθένειες. (Ruttner 1988).

Μακεδονική μέλισσα (Apis mellifera macedonica)

Είναι η πιο διαδεδομένη φυλή στον Ελλαδικό χώρο με σχεδόν τα δυο τρίτα των παραγωγών να την χρησιμοποιούν. Η Μακεδονική φυλή εκτείνεται πολύ πέραν του Ελληνικού χώρου καταλαμβάνοντας σχεδόν όλη την ανατολική πλευρά της Βαλκανικής, ξεκινώντας από την Θεσσαλία και την Ήπειρο από νότο, και εκτεινόμενη μέχρι την νότιο Ουκρανία έως και την Ταυρίδα προς βορρά.

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε σε πληθυσμούς μελισσών στην Στερεά Ελλάδα, νησιά του Αιγαίου, Κύπρο και Μακεδονία (Μπουγά 2002) (Bouga et.al 2005b), γενετικά η Μακεδονική φυλή είναι η πιο απομακρυσμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες που απαντώνται στον Ελληνικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα η A.m.macedonica παρουσιάζει διακριτό απλότυπο στο mDNA από τις άλλες φυλές της έρευνας, οι οποίες μοιράζονται τον ίδιο απλότυπο (Muñoz et.al 2020). Αυτό αντανακλά φαινοτυπικά και στα μορφολογικά, συμπεριφορικά αλλά και στα παραγωγικά χαρακτηριστικά της.

Η Μακεδονική φυλή είναι πιο μικρόσωμη, και με μικρότερα φτερά, αλλά με λίγο μεγαλύτερα πόδια και με μεγαλύτερη προβοσκίδα. Επίσης εμφανίζει πλατύ μετατάρσιο, κάτι που παραπέμπει σε επιρροή εξ ανατολών. Είναι πιο λεπτοκαμωμένη από τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές φυλές, με πιο κοντό τρίχωμα. (Χατζήνα κ.α, περιοδικό “Δήμητρα” 2019) Ο ωλενικός δείκτης είναι μεγαλύτερος από την A.m.carnica, και υπάρχουν διαφορές στην νεύρωση των φτερών.

Ο χρωματισμός είναι γενικά σκουρόχρωμος, όμως με λίγο κιτρινωπό χρώμα στους τεργίτες και στον θώρακα. (Ruttner 1988). Γενικά θεωρείται πολύ ήρεμη φυλή, κάτι που σημειώνει και ο μοναχός Άνταμ (1952), σε βαθμό που, όπως αναφέρει, πολλοί μελισσοκόμοι αντί για καπνιστήρι, επιθεωρούσαν τις κυψέλες απλά με ένα κομμάτι καπνίζοντος αναμμένου μύκητα (μάλλον αναφέρεται στην γνωστή ίσκα) που τοποθετούσαν επάνω στους κηρηθροφορείς. Την παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνουν και μαρτυρίες παλαιών μελισσοκόμων, ειδικά της περιοχής της Χαλκιδικής, που εξαίρουν την ήρεμη αυτή συμπεριφορά, αναφέροντας μάλιστα ότι πολύ σπάνια θα συνέβαινε να δεχτούν τσίμπημα. (Υφαντίδης 1995).

Σμηνουργεί εύκολα, ακόμα και μετά από τους σχετικούς προληπτικούς χειρισμούς. Σε συζητήσεις με μελισσοκόμους της Μακεδονίας προτάθηκε η άποψη ότι αυτό συμβαίνει επειδή τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιήθηκαν πολύ οι αφεσμοί για τον πολλαπλασιασμό των μελισσοσμηνών, και άρα τα γονίδια που ενθαρρύνουν την σμηνουργία πλήθυναν μέσα στην γενετική δεξαμενή της macedonica. Αυτό όμως είναι θέμα για περαιτέρω διερεύνηση.

Λοιπά συμπεριφορικά χαρακτηριστικά είναι η αυξημένη χρήση πρόπολης, η μεσοπρώιμη ανάπτυξη πληθυσμών κατά την Άνοιξη η σημαντική μείωση του γόνου στο τέλος του Θέρους, η διατήρηση ισχυρών πληθυσμών κατά τον Χειμώνα και συνεπώς η καλή διαχείμαση (ακόμα και σε χώρες της Βορείου Ευρώπης, όπου δοκιμάστηκε), καθώς και η καλή συλλογή μελιού σε διαφορετικές νομές. (Ruttner 1988). Τέλος, αναφέρεται η χαμηλή τάση για λεηλασία, η εκμετάλλευση νομών σε μεγάλες αποστάσεις, ο καλός προσανατολισμός και η χαμηλή παραπλάνηση, γνωρίσματα που συνδέονται μεταξύ τους. (Υφαντίδης 1995).

Πρόσφατα πειράματα έχουν δείξει ενθαρρυντική αντοχή στην βαρροϊκή ακαρίαση, με σημαντικό ποσοστό μελισσιών να επιβιώνει και να παραμένει παραγωγικό, χωρίς σχετική θεραπεία, επί 2 και πλέον έτη (Hatjina et al 2018). Ωστόσο δείχνει να παρουσιάζει ευαισθησία στην Νοζεμίαση. (Br.Adam 1954).

Κρητική μέλισσα (Apis mellifera adami)

Πρόκειται για την ενδημική φυλή της Κρήτης, και ονομάστηκε έτσι προς τιμή του μοναχού Άνταμ (πατέρα της buckfast. A.m.), ο οποίος την μελέτησε εκτενώς και την ανέδειξε. Ταξινομήθηκε ως ξεχωριστό υποείδος από τον Ruttner το 1975, μόλις λίγα χρόνια προτού δεχτεί μεγάλη δημογραφική πίεση, σε βαθμό σχεδόν εξαφάνισης, την δεκαετία του 1980 από την βαρροϊκή ακαρίαση, που εκείνα τα χρόνια εισέβαλε στον Ελλαδικό χώρο, και στην οποία απεδείχθη αρκετά ευάλωτη. Στο πλήγμα αυτό ήρθε να προστεθεί και η ανεξέλεγκτη εισαγωγή μελισσοσμηνών άλλων φυλών από την ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως macedonica και ligustica) και η αναπόφευκτη επιμειξία με αυτές, σε βαθμό που πολλοί να υποστηρίζουν ότι η φυλή αυτή έχει πια εκλείψει.

Παρόλα αυτά οι Μπουγά, Χαριζάνης και άλλοι ερευνητές (Bouga et.al 2005b), μελετώντας φυλογενετικές σχέσεις μεταξύ πληθυσμών μελισσών από διάφορα μέρη της Ελλάδας το 2005 κάνουν αναφορά για ύπαρξη της A.m.adami στην Κάσο, τα Κύθηρα και την Ικαρία. Επίσης υπάρχει σχετική μελέτη (BADINO et al., 1988) όπου με αλλοενζυμική ανάλυση έδειξε καθαρή φυλή στην Κρήτη (Harizanis et.al 2003).

Την εποχή που ταυτοποιήθηκε ως φυλή (δεκαετία του 1970) η A.m.adami ενδημούσε στην Κρήτη. Ωστόσο και σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Κάρπαθος, Κάσος, Ρόδος, Κως, Χίος, Λέσβος) οι οικείοι πληθυσμοί των μελισσών παρουσίαζαν μεγάλη ομοιότητα με την A.m.adami, χωρίς επισήμως να έχουν ταξινομηθεί σε αυτή. Αυτό παρέμεινε ένα ανοιχτό ζήτημα, καθώς οι πληθυσμοί των προαναφερθεισών νήσων διακρίνονται σαφώς από την A.m.anatoliaca των γειτονικών Μικρασιατικών ακτών. (Ruttner 1988).

Σήμερα οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η αυτόχθονη καθαρόαιμη φυλή A.m.adami έχει εξαφανιστεί, ή έστω σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο μελετώνται τα διάφορα υβρίδιά της με πληθυσμούς που έχουν εισαχθεί στο νησί κατά τα τελευταία χρόνια (Harizanis et.al 2003).

Πρόκειται για μεγαλόσωμη και σκουρόχρωμη μέλισσα, αν και ο χρωματισμός των τεργιτών παρουσιάζει μεγάλη παραλλακτικότητα, ακόμα και σε άτομα της ίδιας κυψέλης. Ωστόσο ο θώρακας είναι σκουρόχρωμος σε όλα τα άτομα. Το τρίχωμά της έχει μεσαίο μήκος.
Έχει σχετικά μικρά φτερά για το σώμα της, και πλατιά κοιλιά, σε αντιθεση με τις υπόλοιπες φυλές της περιοχής. Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δυο κηροφόρων πλακών στον 3ο στερνίτη της κοιλίας. Ο Ωλενικός δείκτης είναι πολύ μικρός, και το σχήμα των νευρώσεων στα φτερά διαφέρει χαρακτηριστικά από όλες τις άλλες γειτονικές φυλές. (Ruttner 1988).

Πρόκειται για μια φυλή με έντονη αμυντική συμπεριφορά, όπως προκύπτει τόσο από την βιβλιογραφία, όσο και από τις διηγήσεις των παλαιότερων Κρητικών μελισσοκόμων. Ο δε μοναχός Άνταμ (Br.Adam 1954) αναφέρει ότι η συμπεριφορά αυτή γινόταν ακραία σε μελίσσια που είχαν μεταφερθεί σε ψυχρό περιβάλλον (είχε μεταφέρει ένα αριθμό κυψελών στην Αγγλία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως πηγή γενετικού υλικού για την δημιουργία της buckfast). Ωστόσο υπό ευνοϊκές συνθήκες παρουσιάζει σχετικά ήρεμη συμπεριφορά κατά τους μελισσοκομικούς χειρισμούς.

Τα ιδιαίτερα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά της φυλής σχετίζονται με το ιδιαίτερο αβιοτικό (ξηροθερμικές συνθήκες, ισχυροί άνεμοι) και βιοτικό (σοβαροί εχθροί, π.χ. σφήκες, τοπική άγρια βλάστηση) περιβάλλον του νησιού. (Ruttner 1988). Οι παλιοί Κρήτες μελισσοκόμοι την ενθυμούνται ως ιδιαίτερα παραγωγική μέλισσα.

Η αρχική Κρητική μέλισσα A.m.adami, όπως ταξινομήθηκε από τον Ruttner αποδείχτηκε ευπαθής στην βαρροϊκή ακαρίαση, προσβολή που χρεώνεται με την δημογραφική της έκλειψη. Έκτοτε στα υβρίδιά της που δημιουργήθηκαν με εισαγωγές βασιλισσών ligustica και macedonica προέκυψε πρόβλημα από προσβολή με την τραχειακή ακαρίαση (Acarapis woodi) περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι υβριδικοί αυτοί πληθυσμοί εμφάνισαν σημαντική διαφοροποίηση ως προς την αντοχή τους στην συγκεκριμένη προσβολή, με τα υβρίδια της A.m.macedonica να παρουσιάζουν αξιοσημείωτα μεγαλύτερη αντοχή από τα άλλα (Λιάκος 2018).

Καρνιολική μέλισσα (Apis mellifera carnica)

Πήρε το όνομά της από την περιοχή Καρνιόλα της Σλοβενίας, από όπου και θεωρείται ότι κατάγεται, καθώς εκεί βρίσκονται οι πιο αμιγείς πληθυσμοί. Αν και υπάρχει ως εισηγμένη φυλή στον Ελλαδικό χώρο, μπορεί να θεωρηθεί και εντόπια, καθώς υποπληθυσμός της A.m.carnica ενδημεί στα νησιά του Ιονίου.

Η A.m.carnica απαντάται στα Δυτικά Βαλκάνια, από την περιοχή του Δούναβη και προς νότο, κατά μήκος των Δαλματικών ακτών, με βόρειο όριο τις Άλπεις και τα Καρπάθια, και νότιο όριο τον Ελληνικό χώρο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η παρουσία της εκτείνεται μέχρι την νότιο Αλβανία, και στα νησιά του Ιονίου. Η φυλή που ενδημεί στα νησιά του Ιονίου είναι αυτόχθων υποπληθυσμός της A.m.carnica, παρόλο που στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές κυριαρχεί η Κεκρόπια. (Ruttner 1988) (Br.Adam 1954).

Αυτό που είναι χαρακτηριστικό στην Καρνιολική μέλισσα είναι οι πολλές γενετικές γραμμές της, οι ιδιαίτεροι τοπικοί πληθυσμοί και οι οικότυποί της. Αυτό εξηγείται από τους πολλούς διαφορετικούς τύπους περιβάλλοντος όπου έχει προσαρμοστεί ο κάθε πληθυσμός. Άρα πρόκειται για μια φυλή που παρουσιάζει σημαντική εσωτερική ανομοιομορφία, (χωρίς ωστόσο να καταργείται η ενιαία ταυτότητά της). Αυτό εμφανίζεται τόσο στην μορφολογία, όσο και στην συμπεριφορά της. (Υφαντίδης 1995).

Θεωρείται γενικά μεγαλόσωμη μέλισσα. Ο χρωματισμός της ποικίλλει, ακόμα και εντός των τοπικών πληθυσμών, ωστόσο είναι γενικά σκουρόχρωμος. Χαρακτηρίζεται από φαρδιά κοιλιά, κοντό τρίχωμα και υψηλό ωλενικό δείκτη. Επίσης έχει και χαρακτηριστικό σχήμα νευρώσεων στα φτερά. Συγγενεύει μορφολογικά (αλλά και γενετικά) με την cecropia και την macedonica, με την πρώτη όμως να διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερη προβοσκίδα, και την δεύτερη να έχει λεπτότερο σώμα και χαμηλότερο ωλενικό δείκτη. (Ruttner 1988).

Η A.m.carnica «κόβει» τον γόνο νωρίς το Φθινόπωρο, και αρχίζει πάλι στις αρχές της Ανοίξεως, οπότε και η ανάπτυξη του σμήνους γίνεται με ταχείς ρυθμούς. Κατά την θερινή περίοδο η ποσότητα του γόνου εξαρτάται από την διαθέσιμη τροφή. Γενικά είναι πολύ καλή στην διαχείμαση.

Είναι γενικά ήρεμη μέλισσα, και δεν δημιουργεί πρόβλημα στους χειρισμούς. Χρησιμοποιεί πολύ μικρή ποσότητα πρόπολης. Γενικά έχει έντονη τάση για σμηνουργία, η οποία όμως είναι μικρότερη στους νότιους οικότυπους της φυλής.

Έχει καλή αντίληψη προσανατολισμού και πολύ χαμηλή τάση για παραπλάνηση, ακόμα και όταν πρέπει να βρει την κυψέλη της ανάμεσα σε πολλές κοντινές. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί σχήματα, σχετικές θέσεις και ορόσημα, ενώ δείχνει να μην βασίζεται στο χρώμα. (Υφαντίδης 1995).

Συλλέγει σε μεγάλες αποστάσεις, και αναλόγως έχει προσαρμόσει και τον δονούμενο χορό της εργάτριας. Με αυτό σχετίζεται και η απροθυμία της για λεηλασία. Χωρίς να θεωρείται ιδιαίτερα παραγωγική σε σχέση με τις περισσότερες φυλές του Ελλαδικού χώρου, ωστόσο είναι πιο παραγωγική από την A.m.mellifera της Κεντρικής Ευρώπης (Γούναρη- www.melinet.gr), (Ruttner 1988). Δείχνει να έχει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα σε ασθένειες του γόνου (Br.Adam 1954).

Υβριδισμός πληθυσμών, βιοποικιλότητα, και προβλήματα

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο, αναφορικά με τις φυλές των μελισσών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ο έντονος υβριδισμός που παρατηρείται. Αυτός οφείλεται, ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, σε δυο κύριους λόγους, α) την νομαδική μελισσοκομία, με μετακινήσεις και επαφές μελισσιών διαφορετικών φυλών μεταξύ των και β) στην εισαγωγή ξένου γενετικού υλικού, δηλ. βασιλισσών, ή και σπανιότερα ολόκληρων μελισσοσμηνών.

Ενώ αφ’εαυτού ο υβριδισμός είναι είναι φυσικό φαινόμενο, σύμφυτο του χαρακτήρα της A.mellifera, που συμβαίνει ανέκαθεν μεταξύ τοπικών πληθυσμών μελισσών στις μεταξύ τους συνορεύουσες ζώνες υβριδισμού, εμπλεκομένου του ανθρωπίνου παράγοντα αυτός καταλήγει σε επιθετικό υβριδισμό, που λαμβάνει χώρα και στο εσωτερικό των περιοχών της κάθε φυλής. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ήπια και ομαλή ροή γονιδίων μεταξύ των πληθυσμών, απαραίτητων για την διατήρηση μιας ελάχιστης γενετικής ποικιλομορφίας, ώστε υπό την επίδραση του περιβαλλοντος ομαλά να καταλήγουμε σε προσαρμοσμένους πληθυσμούς. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια απότομη μεταβολή της γενετικής σύνθεσης ενός τοπικού πληθυσμού, με βλάβη ή και απώλεια της γενετικής του ταυτότητας.

Ο υβριδισμός έχει πολλαπλές επιδράσεις στην φυλογενετική συνθεση των πληθυσμών. Από την μια αλλοιώνει την αμιγή γενετική ταυτότητα των φυλών, καμιά φορά μέχρι και εξαφανίσεως, εισάγοντας νέο γενετικό υλικό που καταλήγει να είναι εμφανές και στον φαινότυπο. Έτσι δημιουργούνται καινοφανείς πληθυσμοί με διαφορετικά μελισσοκομικά χαρακτηριστικά, όχι πάντα επιθυμητά, συνήθως με έντονη φαινοτυπική παραλλακτικότητα, αλλά και ενδεχομένως με μειωμένη ικανότητα προσαρμογής και επιβίωσης στο τοπικό περιβάλλον (Meixner et.al 2015).

Από την άλλη ο υβριδισμός μπορεί να προσδώσει και πλεονεκτήματα σε ένα πληθυσμό σε βάθος χρόνου, καθώς επιφέρει υψηλό βαθμό γενετικής παραλλακτικότητας και νέους συνδυασμούς αλληλομόρφων, τα οποία μπορεί να φανούν πολύτιμα σε ενδεχόμενες νέες εξελικτικές πιέσεις, όπως στην περίπτωση της μέλισσας buckfast.

Βιβλιογραφία – πηγές:

Οι φυλές των μελισσών στον Ελλαδικό και ευρύτερο χώρο : Πτυχιακή εργασία Γεώργιου Χατζή, Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το Ινστιτούτο Μελισσοκομίας του Hohen Neuendorf e.V.

Η Αυστραλία εγκαταλείπει την προσπάθεια εξάλειψης της βαρρόα και περνούν πλέον στη διαχείριση.

Οι Αυστραλοί μελισσοκόμοι θα πρέπει να μάθουν πλέον να ζουν με το θανατηφόρο άκαρι βαρρόα, όπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, μετά από μια ιστορική εθνική απόφαση, να στραφούν από την εκρίζωση σε μια διαχειριστική προσέγγιση.

Η βαρρόα είναι ένα άκαρι με καταγωγή από την Νοτιοδυτική Ασία, όπου ενδημούσε ως μόνιμο παράσιτο στην Ινδική μέλισσα Apis cerana. Η φυσική επιλογή οδήγησε έπειτα από την πάροδο εκατομμυρίων ετών τον ξενιστή και το παράσιτο σε μια κατάσταση ισορροπίας. Από το 1940 και μετά όμως άρχισε να εξαπλώνεται και στον υπόλοιπο κόσμο με αποτέλεσμα να μεταδοθεί και στην Ευρωπαϊκή μέλισσα Apis mellifera, με καταστροφικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες.

Η Αυστραλία μέχρι πρότινος παρέμενε η μοναδική ήπειρος χωρίς βαρρόα. Οι Αυστραλιανές αρχές είχαν καταφέρει 3 φορές στο παρελθόν να εξαφανίσουν το παράσιτο, όταν αυτό εντοπίστηκε εκεί (2016, 2019 και 2020), χρησιμοποιώντας ακραία μέτρα όπως κάψιμο χιλιάδων μελισσιών, καραντίνες και απαγόρευση μετακινήσεων. Του προγράμματος εξάλειψης και επιτήρησης ηγούνταν το Υπουργείο Πρωτογενούς Βιομηχανίας .

Αυτή τη φορά το άκαρι εντοπίστηκε στο λιμάνι του Νιούκαστλ, στη Νέα Νότια Ουαλία, στις 22 Ιουνίου του 2022. Πάνω από 14.000 κυψέλες υποβλήθηκαν σε ευθανασία τους επόμενους τέσσερις μήνες σε μια προσπάθεια των αρχών να σταματήσουν την εξάπλωση, η οποία κόστισε συνολικά 100 εκατομμύρια δολάρια.

Παρά τις προσπάθειες για την εξάλειψη του παρασίτου τους τελευταίους 14 μήνες , τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πλέον ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Η Εθνική Ομάδα Διαχείρισης (NMG) που είναι το όργανο λήψης αποφάσεων για εθνικά προγράμματα εξάλειψης εξωτικών παρασίτων και ζωικών ασθενειών, έλαβε ομόφωνα απόφαση να περάσουν πλέον από την εκρίζωση στη διαχείριση.

Βαρρόα βρέθηκε στην Αυστραλία

Το άκαρι βαρρόα εντοπίστηκε για πρώτη φορά στο λιμάνι του Νιούκαστλ, στη Νέα Νότια Ουαλία, στην Αυστραλία, τη μοναδική ήπειρο μέχρι σήμερα που παρέμενε χωρίς βαρρόα.

Οι Αρχές επιβεβαίωσαν ότι τα ακάρεα εντοπίστηκαν στις 22 Ιουνίου, σε ορισμένες κυψέλες που βρίσκονταν, μέσω του προγράμματος επιτήρησης και ανίχνευσης, γύρω απ’ το λιμάνι. Στη συνέχεια περίπου 400 μελίσσια υποβλήθηκαν σε ευθανασία. Πρόθεσή τους ήταν να εξαλείψουν τα ακάρεα και να βεβαιωθούν ότι δεν θα μολυνθεί ολόκληρη η ήπειρος.

Η περιοχή χωρίστηκε σε ζώνες και μπήκε σε καραντίνα. Τα μελίσσια που βρίσκονται 10λμ γύρω απ’ τα σημεία που εντοπίστηκαν τα ακάρεα καταστρέφονται. Ως περιοχή παρακολούθησης ορίστηκε η περιοχή 25χλμ γύρω και μέχρι τα 50χλμ απαγορεύεται η μετακίνηση των μελισσιών.

Η βαρρόα είναι ένα άκαρι με καταγωγή από την Νοτιοδυτική Ασία, όπου ενδημούσε ως μόνιμο παράσιτο στην Ινδική μέλισσα Apis cerana. Η φυσική επιλογή οδήγησε έπειτα από την πάροδο εκατομμυρίων ετών τον ξενιστή και το παράσιτο σε μια κατάσταση ισορροπίας. Από το 1940 και μετά όμως άρχισε να εξαπλώνεται και στον υπόλοιπο κόσμο με αποτέλεσμα να μεταδοθεί και στην Ευρωπαϊκή μέλισσα Apis mellifera, με καταστροφικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε γύρω στα 1978.

Η ίδια η βαρρόα δεν σκοτώνει τις μέλισσες, τις εξασθενεί όμως τόσο ώστε να είναι ευάλωτες σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο ιός των παραμορφωμένων φτερών (Deformed Wing Virus), ή ο ιός οξείας παράλυσης (Acute Bee Paralysis Virus) των οποίων η βαρρόα είναι φορέας.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το 1981 στην Ελλάδα το πρόβλημα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με 220.000 μελισσοσμήνη να καταστρέφονται ολοκληρωτικά. Όπως είναι φυσικό επικρατεί πανικός, όμως οι συνάδελφοι Αυστραλοί θα πρέπει να κρατήσουν την ψυχραιμία τους καθώς πλέον διαθέτουμε αρκετή γνώση σχετικά με την αντιμετώπιση του παρασίτου.

 

 

 

Είπε όντως ο Αϊνστάιν ότι αν χαθούν οι μέλισσες δεν απομένουν στον άνθρωπο περισσότερα από 4 χρόνια ζωής;

Συχνά αποδίδεται στον Άλμπερτ Αϊνστάιν μια ρήση σύμφωνα με την οποία «Αν κάποτε οι μέλισσες αφανιστούν από προσώπου γης, δεν θα απομείνουν στον άνθρωπο παραπάνω από τέσσερα χρόνια ζωής». Μάλιστα αναπαράγεται τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια μέσω διαδικτύου που την υιοθέτησαν μέχρι και Υφυπουργοί του ΥπΑΑΤ όπως μπορείτε να δείτε εδώ. Το είπε όντως ο Αϊνστάιν; Και κατά πόσο ισχύει;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Αϊνστάιν έχει κάνει αυτή τη δήλωση για τις μέλισσες. Το όνομά του πιθανότατα συνδέθηκε με αυτές και τα καταστροφολογικά αυτά σενάρια, από το Καναδικό περιοδικό Canadian Bee Journal και συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν τα Ελληνικά Hoaxes, στο φύλλο 49 (σελίδα 13) του έτους 1941 όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι «…αν θυμάμαι καλά ήταν ο Αϊνστάιν ο οποίος είπε ότι αν εκλείψουν οι μέλισσες από τη γη θα προκληθεί «εγκεφαλικό επεισόδιο» καθώς τουλάχιστον εκατό χιλιάδες φυτά δεν θα καταφέρουν να επιβιώσουν».

Αργότερα το 1951, ο Αϊνστάιν απαντά σε μια επιστολή μαθητών οι οποίοι τον ρωτούν αν θα ήταν δυνατό να υπάρξουν έμβια όντα στη γη, χωρίς το φως του ήλιου, γράφοντας ότι «Χωρίς το φως του ήλιου: δεν θα υπήρχε σιτάρι, ούτε ψωμί, ούτε γρασίδι, ούτε βοοειδή, ούτε κρέας, ούτε γάλα , κι όλα θα πάγωναν. Δεν θα υπήρχε ζωή.» Και ενώ ούτε αυτός ούτε οι μαθητές αναφέρουν κάπου τις μέλισσες, αυτή η επιστολή σε συνδυασμό με τη δημοσίευση του Καναδικού περιοδικού προκαλεί σύγχυση συνδέοντας το όνομά του με τις μέλισσες.

Το 1966 το περιοδικό The Irish Beekeeper πηγαίνει τα πράγματα ακόμα παραπέρα αναφέροντας ότι Αϊνστάιν υπολόγισε και τον χρόνο που απομένει στην ανθρωπότητα μετά την εξαφάνιση των μελισσών «Ο καθηγητής Αϊνστάιν, ο γνωστός επιστήμονας, υπολόγισε ότι εάν εξαφανιστούν όλες οι μέλισσες από τη γη, τέσσερα χρόνια αργότερα, όλοι οι άνθρωποι θα εξαφανιστούν». Η Alice Calaprice συντάκτρια της συλλογής με τα αποφθέγματα του Αϊνστάιν (The Ultimate Quotable Einstein, 2010) ανέφερε ότι το ρητό δεν είναι πιθανότατα του Αϊνστάιν.

Ο Αϊνστάιν δεν το είπε. Τουλάχιστον όχι έτσι ακριβώς.

Ας δούμε όμως κατά πόσο ισχύει και αν έχει επιστημονική βάση η ρήση ανεξάρτητα από το ποιος την είπε. Η σημασία των μελισσών για το περιβάλλον αλλά και τον πολιτισμό μας είναι αδιαμφισβήτητη. Επικονιάζουν το 85% των καλλιεργούμενων φυτών και το 75% της αυτοφυούς βλάστησης. Η παραγωγή φρούτων, λαχανικών, καρπών, σπόρων εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτές και μια πιθανή εξαφάνιση θα οδηγούσε σε κατάρρευση της παραγωγής.

Για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της σημασίας τους αξίζει απλά να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο το 70% όλων των μελισσιών των ΗΠΑ, δηλαδή 1,7 εκατομμύρια μελίσσια (!) μεταφέρονται στην Καλιφόρνια για να επικονιάσουν την αμυγδαλιά. Ο Μωρίς Μαίτερλινκ συγγραφέας του Η ζωή των μελισσών του 1901, έλεγε -προκλητικά- ότι ουσιαστικά οφείλουμε τον πολιτισμό μας στην μέλισσα.

Αν εξαφανιστούν λοιπόν οι μέλισσες δεν μας απομένουν παρά 4 χρόνια ζωής; Σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Γκόρα, Επίκουρο Καθηγητή Μελισσοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, αν οι μέλισσες εκλείψουν από τη γη, η ανθρωπότητα θα στραφεί στις ανεμόφιλες καλλιέργειες όπως το ρύζι, το σιτάρι και το καλαμπόκι που δεν χρειάζονται τα έντομα. Θα βιώσουμε μια μεγάλη επισιτιστική κρίση, η διατροφή μας θα γίνει μονότονη, φτωχότερη και κακής ποιότητας καθώς θα είναι κυρίως αμυλούχα όμως μην ξεχνάμε ότι οι μονοκαλλιέργειες όπως αυτή των δημητριακών έχουν μεγάλες αποδόσεις. Τα 4 χρόνια είναι πολύ μικρό διάστημα για να χαθεί η ανθρωπότητα.

Δε μπορούμε να πούμε με σιγουριά τι θα συμβεί αν χαθούν οι μέλισσες. Θα είναι μια τεράστια αλλαγή για το περιβάλλον και τον πολιτισμό μας. Πιθανότατα η ανθρωπότητα να επιβιώσει, παρά τις αντιξοότητες. Η σημασία των μελισσών είναι πολύ μεγάλη για τη ζωή όπως την ξέρουμε. Εξελίχθηκαν μαζί με τα ανθοφόρα φυτά πριν από 100εκ. χρόνια αλλάζοντας ριζικά τον πλανήτη, ο οποίος από τότε και έπειτα απέκτησε χρώματα, αρώματα και σχήματα. Μια πιθανή απώλειά τους θα σημάνει και το τέλος όλων αυτών. Οι μέλισσες και τα έντομα γενικότερα αντιμετωπίζουν πράγματι τον κίνδυνο της εξαφάνισης, όμως το να αποδίδουμε ακραία καταστροφολογικά σενάρια σε σημαίνοντα πρόσωπα δεν είναι η λύση για την ευαισθητοποίηση του κόσμου.

πηγές:
Ελληνικά Hoaxes
Γιατί χάνονται οι μέλισσες; (Podcast lifo)
Πρακτική μελισσοκομία – Ανδρέας Θρασυβούλου
Η ζωή σήμερα, άλλοτε, αλλού και στο μέλλον – Γιάννης Μανέτας

 

 

 

Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας. Τι σημαίνει αυτό για το περιβάλλον;

Μια Βρετανική έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος επιβεβαιώνει αυτό που έχουν επισημάνει αρκετοί μελισσοκόμοι ανά τον κόσμο την τελευταία δεκαετία. Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας, που οφείλεται στην κλιματική αλλαγή.

Μια μέλισσα πάνω σε μια ονοβρυχίδα, ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ανέλυσαν τις ανθοφορίες 406 ειδών και βρήκαν μια μετατόπιση 26 ημερών κατά μέσο όρο, νωρίτερα, σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, η οποία οφείλεται στις υψηλότερες θερμοκρασίες της άνοιξης. Τα βότανα παρουσίασαν τη μεγαλύτερη μετατόπιση (32 ημέρες) σε σύγκριση με τους θάμνους και τα δέντρα, γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή λόγω του μικρότερου χρόνου μεταξύ των γενεών τους.

Μια άλλη μελέτη Αμερικανών επιστημόνων του 2020, διαπίστωσε ότι η δραστηριότητα των μελισσών ήταν λιγότερο ευαίσθητη στις θερμοκρασιακές μεταβολές σε σχέση με τα φυτά. Αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο στο οικοσύστημα καθώς φυτά και επικονιαστές δεν συγχρονίζονται, ένα φαινόμενο γνωστό στην εξελικτική βιολογία ως «Χρονική Αναντιστοιχία».

Το φυτό Corydalis ambigua. Οι μέλισσες δεν συγχρονίζονται μαζί του πλέον.

Αυτό επιβεβαιώνει άλλα προηγούμενα ευρήματα όπως μια έρευνα σε ορεινές περιοχές της Ιαπωνίας σύμφωνα με την οποία το φυτό Corydalis ambigua, της οικογένειας της παπαρούνας, άνθιζε νωρίτερα μέσα στο έτος λόγω του ότι έλιωναν και τα χιόνια νωρίτερα, αλλά οι επικονιαστές του δεν είχαν κάνει παρόμοια προσαρμογή. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει λιγότερη επικονίαση και τελικά λιγότερους σπόρους.

Στη Βρετανία περίπου το ένα πέμπτο των καλλιεργειών γονιμοποιείται από έντομα, με αποτέλεσμα μια πρώιμη ανθοφορία να βλάπτει τις αποδόσεις. Αλλά και οι ίδιοι οι επικονιαστές κινδυνεύουν καθώς αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε διατροφικό κενό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν τα έντομα που τρέφονται αποκλειστικά από ένα είδος φυτού, όπως για παράδειγμα η μέλισσα Melitta dimidiata η οποία συλλέγει γύρη αποκλειστικά από ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών, την ονοβρυχίδα.

Πάντως μακροπρόθεσμα σύνολα δεδομένων μπορούν να γίνουν ένα πολύτιμο εργαλείο για τον εντοπισμό αυτών των αναντιστοιχιών. Υπάρχουν επίσης συστήματα παρακολούθησης της επιστήμης των πολιτών όπως αυτά που συλλέγονται από την Εταιρεία Καταγραφής Μελισσών, Σφηκών και Μυρμηγκιών, η οποία έχει αρχεία από τον 19ο αιώνα που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τις χρονικές αναντιστοιχίες.

Βιβλιογραφία

Plants in the UK flower a month earlier under recent warming
Rapid Changes in Flowering Time in British Plants
A 250-year index of first flowering dates and its response to temperature changes
Climate change and ecosystem services
Pollination services in the UK: How important are honeybees?
Climate change impacts on pollination
How does climate warming affect plant-pollinator interactions?
The potential impact of global warming on the efficacy of field margins sown for the conservation of bumble-bees
Bee phenology is predicted by climatic variation and functional traits
Early onset of spring increases the phenological mismatch between plants and pollinators
Using ecological and field survey data to establish a national list of the wild bee pollinators of crops

Αφεσμός

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή έρχονται 2-3 μελισσάκια και μπαίνουν από μόνα τους μέσα σε κάτι παλιές ξεχασμένες άδειες κυψέλες. Αν το καταλάβω νωρίς τους δίνω μερικά φύλλα κηρήθρας ώστε να χτίσουν τη φωλιά τους, διαφορετικά χτίζουν όπως νομίζουν αυτά.

Το μελίσσι είναι ένας υπεροργανισμός καθώς η μέλισσα ως άτομο δεν μπορεί να επιβιώσει έξω από αυτό. Αν παρομοιάζαμε το μελίσσι με ένα φυτό θα λέγαμε ότι οι εργάτριες είναι οι ρίζες του, τα φύλλα του, ο κορμός του, η βασίλισσα είναι ο ύπερος και ο κηφήνας οι στήμονες του άνθους. Το μελίσσι δεν έχει φύλο και γι αυτό αναπαράγεται διαιρώντας τον εαυτό του · μια διαδικασία που ονομάζεται σμηνουργία και λαμβάνει χώρα την άνοιξη.

Όταν το σμήνος φτάσει σε ένα ικανοποιητικό μέγεθος, είναι δυνατόν να εγκαταλείψει την κυψέλη μαζί με την παλαιά βασίλισσα, οδεύοντας προς τη δημιουργία μιας καινούργιας αποικίας, αφήνοντας πίσω το υπόλοιπο σμήνος με βασιλικά κελιά από τα οποία θα προκύψει μια νέα βασίλισσα. Η όλη διαδικασία είναι πολύ εντυπωσιακή καθώς οι μέλισσες στροβιλίζονται στον ουρανό μέχρι να φτάσουν σε ένα σημείο όπου θα εγκατασταθούν προσωρινά. Ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζεται η τελική εγκατάσταση έχει επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον και αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης του καθηγητή Thomas Seeley στο βιβλίο «Honeybee Democracy».

Το σμήνος που φεύγει ονομάζεται αφεσμός ή στην γλώσσα των μελισσοκόμων πρωτοπούλι. Είναι αυτό με την παλιά βασίλισσα που εγκατέλειψε την κυψέλη. Συνήθως αυτό είναι και το μεγαλύτερο. Πετάει πιο κοντά και πιο χαμηλά. Δεν είναι όμως το μόνο. Κάποιες χρονιές η τάση για σμηνουργία είναι πολύ μεγάλη και μπορεί μετά την έξοδο της νέας βασίλισσας, στο σμήνος που έμεινε πίσω στην κυψέλη, να υπάρξει και δεύτερη σμηνουργία, αυτή τη φορά με μια παρθένα βασίλισσα ή και περισσότερες. Το σμάρι αυτό αλλά και όλα τα κατοπινά που μπορεί να προκύψουν ονομάζεται μεθεσμός, ή στη γλώσσα των μελισσοκόμων δευτεροπούλι, τριτοπούλι κλπ.

Οι μεθεσμοί είναι μικρότεροι σε μέγεθος, έχουν δηλαδή λιγότερο πληθυσμό και πετούν πιο ψηλά και πιο μακριά από τους αφεσμούς. Συνήθως δεν έχουν μεγάλες πιθανότητες επιβίωσης και χάνονται λίγο πριν ή μέσα στο χειμώνα. Κάποια μελίσσια δίνουν μόνο έναν κύριο αφεσμό κάποια άλλα μπορεί να δώσουν δύο ή και παραπάνω. Γι αυτό το λόγο αρκετοί μελισσοκόμοι δημιουργούν παγίδες σύλληψης αφεσμών ώστε να προσελκύσουν κάποιο σμήνος.

Μερικά χρήσιμα πράγματα που πρέπει να γνωρίζει κανείς σχετικά με την προσέλκυση σμήνους είναι: α) το μέγεθος της φωλιάς να είναι όσο μια κυψέλη 5-8 πλαισίων. Οι ανιχνεύτριες μέλισσες ψάχνοντας μετρούν τον εσωτερικό χώρο περπατώντας την επιφάνεια και το εγκρίνουν ή το απορρίπτουν ανάλογα. β) Η είσοδος να μην ξεπερνά τα 12,5εκ και ο προσανατολισμός της να είναι νότιος, ώστε να έχει τον ήλιο μπροστά. γ) Είναι καλό το υλικό κατασκευής να είναι ξύλο και εσωτερικά να έχει επιχριστεί με πρόπολη. Βοηθάει αρκετά και το μελισσόχορτο. δ) Οι παγίδες πρέπει να είναι τοποθετημένες 2μ με 3μ από το έδαφος σχετικά κοντά στο μελισσοκομείο 100-200μ και σε σκιαζόμενη θέση.

Ένα παρασιτικό στρεψίπτερο μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά μιας μέλισσας προς όφελός του

Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής, Γιούτα Νακάσε, από το Πανεπιστήμιο Σίνσου στο Ναγκάνο της Ιαπωνίας, παρατήρησε ότι κάτι περίεργο συνέβαινε κατά τις επισκέψεις μιας μέλισσας του είδους Lasioglossum apristum σε άνθη ορτανσίας και αποφάσισε να κάνει μια έρευνα.

Μέλισσα του είδους Lasioglossum apristum

Τα στρεψίπτερα είναι μια αρκετά μικρή τάξη εντόμων και θεωρούνται ενδοπαράσιτα. Τα αρσενικά ενήλικα άτομα του είδους Halictoxenos borealis μπορούν και πετούν αλλά ζουν ελάχιστα, ίσα για να ζευγαρώσουν. Τα θηλυκά όμως αυτού του είδους δεν έχουν φτερά, πόδια ή κεραίες. Είναι ενδοπαράσιτα σε άλλα έντομα. Μπορούν να κινηθούν μόνο ως προνύμφες πρώτου σταδίου, περίοδο κατά την οποία αναζητούν ξενιστή, στον οποίο και θα μείνουν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Κι όμως καταφέρνουν να ζευγαρώσουν παρά το γεγονός ότι ζουν μέσα σε ένα άλλο έντομο, χωρίς δυνατότητα κίνησης, απελευθερώνοντας μια φερομόνη, που προσκαλεί τα αρσενικά.

Το στρεψίπτερο Halictoxenos borealis πάνω στην μέλισσα Lasioglossum apristum

Παρατηρώντας λοιπόν μέλισσες που παρασιτούνταν καθώς επισκέπτονταν ταξιανθίες ορτανσίας, οι οποίες δίνουν μόνο γύρη και καθόλου νέκταρ, ο Νακάσε διαπίστωσε ότι δεν συνέλεγαν ούτε κατανάλωναν αυτή τη γύρη (δεν βρέθηκαν υπολείμματα στο έντερο τους), σε αντίθεση με τις μέλισσες του ίδιου είδους που δεν παρασιτούνταν. Αντιθέτως παρουσίαζαν μια περίεργη συμπεριφορά κάμπτοντας τους κοιλιακούς τους προς τα κάτω αγγίζοντας το φυτό.

Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής, Γιούτα Νακάσε.

Αυτή η ιδιόμορφη συμπεριφορά παρατηρήθηκε μόνο σε μέλισσες που παρασιτούνταν από θηλυκά στρεψίπτερα που βρίσκονταν στο στάδιο απελευθέρωσης προνυμφών. Τα θηλυκά στρεψίπτερα του είδους Halictoxenos borealis δεν γεννούν αυγά, αλλά απελευθερώνουν προνύμφες πρώτου σταδίου. Σύμφωνα με τον Νακάσε η συμπεριφορά αυτή είναι απόδειξη ότι τα παράσιτα Halictoxenos borealis, όταν φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία μπορούν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά του ξενιστή τους, προς όφελός τους, ή για να το θέσουμε αλλιώς ελέγχουν το νου του. Οι μέλισσες πλέον δεν επισκέπτονται το άνθος για να τραφούν αλλά για να εναποθέσουν τα στρεψίπτερα τις προνύμφες τους.

Ολόκληρη η έρευνα:
Bee-Parasitic Strepsipterans (Strepsiptera: Stylopidae) Induce Their Hosts’ Flower-Visiting Behavior Change

Η «αποκάλυψη των εντόμων»

Κάτι από το παρελθόν λείπει στο παρόν…

Ο Σουν Ρίις μαζί με το μικρότερο γιο του, απολάμβαναν τη βόλτα τους με τα ποδήλατα κάτω απ’ τον απογευματινό ήλιο, στις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται κοντά στο σπίτι τους, βόρεια της Κοπεγχάγης, όταν ο Ρίις παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη φύση. Για την ακρίβεια, κάτι έλειπε.

Ήταν καλοκαίρι. Πήγαιναν αρκετά γρήγορα, αλλά περιέργως δεν «έτρωγαν» έντομα στο πρόσωπο. Για μια στιγμή, ο Ρίις αναπόλησε την παιδική του ηλικία στο Λόλαντ, ένα νησί της Δανίας στη Βαλτική Θάλασσα. Εκείνα τα χρόνια κατά τις καλοκαιρινές του βόλτες με το ποδήλατο, έπρεπε να κλείνει το στόμα του ώστε να αποφύγει τα έντομα· αναπόφευκτα όμως κατάπινε κάποια. Θυμήθηκε επίσης ότι ταξιδεύοντας με τους γονείς του, το παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους λερώνονταν από έντομα που έπεφταν πάνω και συχνά έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τους υαλοκαθαριστήρες καθώς δε μπορούσαν να δουν. Όλα αυτά όμως φαίνονταν πολύ μακρινά πια. Δε μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που καθάρισε το παρμπρίζ του απ’ τα έντομα. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων είχαν εφεύρει κάποια νέα ειδική επίστρωση ώστε να τα αποφύγουν. Όχι. Η φύση είχε σημάνει κάποιου είδους συναγερμό. Πού είχαν πάει όλα αυτά τα έντομα; Και πότε; Και γιατί δεν το είχε παρατηρήσει ως τώρα;

Παρακολουθώντας το γιο του να κάνει ποδήλατο κυριεύτηκε από τη μελαγχολική σκέψη, ότι από την παιδική ηλικία του παιδιού έλειπε αυτή η εμπειρία που ο ίδιος ως παιδί είχε. Ήταν ένα είδος νοσταλγίας το οποίο όμως δε μπορούσε να κλονίσει το αίσθημα της απώλειας. «Υποθέτω ότι είναι ανθρώπινο να πιστεύεις ότι όλα ήταν καλύτερα όταν ήσουν παιδί», σκέφτηκε. «Ίσως δεν μου άρεσε όταν ήμουν στο ποδήλατό μου και έτρωγα όλα αυτά τα έντομα, αλλά κοιτάζοντας σήμερα πίσω, νομίζω ότι είναι κάτι που όλοι πρέπει να βιώσουν».

Γνώρισα τον Ρίις μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Ήταν καθηγητής μαθηματικών σε ένα λύκειο της περιοχής. Ανησυχούσε για το ότι δεν είχε ολοκληρώσει κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες για την τελετή αποφοίτησης του σχολείου εκείνο το βράδυ, αλλά φαινόταν πως είχε μια σημαντική δουλειά να κάνει πρώτα. Από το γκαράζ του, πήρε ένα μεγάλο, περίεργο δίχτυ και το έδεσε στην οροφή του αυτοκινήτου του. Ήταν ένα λευκό δίχτυ το οποίο προσάρμοσε με κάποιους ιμάντες. «Αυτό δεν είναι 100% νόμιμο» είπε «αλλά υποθέτω ότι για χάρη της επιστήμης…». Η παρουσία των εντόμων είναι «ουσιώδης» για τη σωστή λειτουργία όλων των οικοσυστημάτων καθώς είναι πολύτιμοι επικονιαστές και ανακυκλωτές θρεπτικών ουσιών, ενώ αποτελούν τροφή για αρκετά πλάσματα.

Η πεταλούδα Μονάρχης κάνει ένα υπερατλαντικό μεταναστευτικό ταξίδι βασιζόμενη στη θέση του ήλιου. (© Sylvain CORDIER / Getty Images / Ideal Image)

Ο Ρίις δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε παρατηρήσει την παρακμή τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επιστήμονες διαπίστωσαν πρόσφατα ότι ο πληθυσμός των πεταλούδων μονάρχης μειώθηκε κατά 90% τα τελευταία 20 χρόνια. Μια απώλεια 900 εκατομμυρίων πεταλούδων! Ο βομβίνος με τις σκουριασμένες κηλίδες (Bombus affinis) που κάποτε ζούσε σε 28 πολιτείες των ΗΠΑ, παρουσίασε μείωση του πληθυσμού του, κατά 87% την ίδια περίοδο. Για τα λιγότερο μελετημένα είδη εντόμων ένας ερευνητής μου είπε «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σηκώσουμε τα χέρια μας και να πούμε -Δεν είναι πλέον εδώ!». Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό πράγμα δεν ήταν η εξαφάνιση ορισμένων ειδών. Ήταν η βαθύτερη ανησυχία ότι ένας ολόκληρος κόσμος εντόμων έχει χαθεί αθόρυβα και πως αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον πλανήτη με άγνωστο τρόπο.

Επειδή τα έντομα είναι δυσδιάκριτα και δύσκολο να εντοπιστούν, ο φόβος ότι μπορεί να υπάρχουν πολύ λιγότερα από ό,τι πριν ήταν αρκετά έντονος. Ο κόσμος το παρατήρησε στις αυλές του, στις καλλιέργειες, στα φώτα των στύλων τα βράδια. Η αίσθηση ανάμεσα στους ανθρώπους ήταν τόσο έντονη που οι εντομολόγοι έδωσαν ένα όνομα στο φαινόμενο αυτό. Το ονόμασαν το φαινόμενο του παρμπρίζ

Το φαινόμενο του παρμπρίζ εμφανίστηκε μετά το 2000 όταν έπειτα από μεγάλα ταξίδια οι οδηγοί παρατήρησαν ότι δεν χρειαζόταν να καθαρίσουν τα τζάμια από τα έντομα.

Για να δοκιμάσει αυτό που ήταν κατά κύριο λόγο μια απλή υποψία, με περιθώρια λάθους, ο Ρίις και 200 άλλοι Δανοί περιπλανήθηκαν καθ’ όλο τον Ιούνιο με τα εξοπλισμένα αυτοκίνητά τους στους δρόμους της χώρας τους. Ήταν μέρος μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Δανίας, μια κοινή προσπάθεια του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, του Πανεπιστημίου του Ώρχους και του Κρατικού Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας. Τα δίχτυα θα έπαιζαν το ρόλο του παρμπρίζ καθώς ο Ρίις και οι υπόλοιποι διέσχιζαν διάφορους οικότοπους, αστικές περιοχές, δάση, γεωργικές εκτάσεις και υγρότοπους ελπίζοντας να ποσοτικοποιήσουν την αποπροσανατολιστική αίσθηση ότι, όπως το έθεσε ένας από τους μελετητές, «κάτι από το παρελθόν λείπει στο παρόν».

Όταν οι ερευνητές άρχισαν να σχεδιάζουν τη μελέτη αυτή, το 2016, δεν ήταν σίγουροι αν θα έβρισκαν εθελοντές να συμμετάσχουν. Μια άλλη μελέτη όμως από τη Γερμανία ήρθε για να φέρει για τα καλά το πρόβλημα της παρακμής των εντόμων στο προσκήνιο. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη μετρώντας απλώς κατά βάρος το σύνολο των ιπτάμενων εντόμων στα Γερμανικά φυσικά καταφύγια, διαπιστώνονταν μείωση κατά 75% σε μόλις 27 χρόνια! Μάλιστα κατά την περίοδο του καλοκαιριού η πτώση ήταν 82%.

Ο Ρίις έμαθε για τη μελέτη από μια ομάδα μαθητών του σε ένα από τα μαθήματά του. Πρέπει να έχουν κάνει κάποιο λάθος στην αναφορά τους, σκέφτηκε. Αλλά δεν είχαν. Η μελέτη σύντομα γίνεται, σύμφωνα με τον ιστότοπο Altmetric, το έκτο πιο συζητημένο επιστημονικό έγγραφο του 2017. Οι τίτλοι των ειδησιογραφικών πρακτορείων σε όλο τον κόσμο είναι βαρύγδουποι και προειδοποιούν για έναν «Αρμαγεδδών των εντόμων».

Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση αυτής της Γερμανικής μελέτης, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Δανίας άρχισε να δέχεται δεκάδες αιτήσεις εθελοντών για συμμετοχή στη δική του έρευνα. Φαινόταν ότι υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Ρίις παντού, άνθρωποι που είχαν παρατηρήσει μια αλλαγή, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν. Πώς θα μπορούσε να εξαφανιστεί κάτι τόσο θεμελιώδες όσο τα έντομα απ’ τον ουρανό; Και τι θα γινόταν ο κόσμος χωρίς αυτά;

Όποιος έχει τύχει να επιστρέψει σε κάποιο παιδικό του στέκι θα έχει παρατηρήσει ότι όλα πλέον του φαίνονται κάπως μικρότερα. Αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν είναι σπουδαίοι στο να θυμούνται το παρελθόν με ακρίβεια. Επίσης ο Καναδός φυσιοδίφης Τζον Άκορν έλεγε ότι «οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά κακοί στο να εντοπίζουν μεταβολές μέσα στο χρόνο». Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για αλλαγές στον φυσικό κόσμο. Είναι αδύνατο να διατηρηθεί μια σταθερή προοπτική. Όπως παρατήρησε ο Ηράκλειτος πριν από 2.500 χρόνια: «Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές».

Μια μελέτη του 1995 των Peter H. Kahn και Batya Friedman, για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα παιδιά στο Χιούστον αντιλαμβάνονταν την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, μας έδειξε κάτι πολύ σημαντικό: Με την πάροδο του χρόνου το μέγεθος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης αυξάνεται. Κάθε γενιά όμως, μη έχοντας βιωματική αίσθηση του παρελθόντος, θεωρεί την εκάστοτε κατάσταση δεδομένη, αδυνατώντας να αντιληφθεί τις αλλαγές που πραγματικά έχουν συντελεστεί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι οι ψαράδες στα Φλόριντα Κις, οι οποίοι για χρόνια φωτογραφίζονταν καμαρωτοί κρατώντας τα ψάρια που μόλις είχαν πιάσει. Η Λόρεν Μακλένακαν, θαλάσσιος βιολόγος, εντόπισε και ανέδειξε αυτό το φαινόμενο, το οποίο ονομάζεται «The shifting baselines syndrome». Τα ψάρια στις φωτογραφίες γίνονταν ολοένα και μικρότερα, σε σημείο που οι ψαράδες πλέον φωτογραφίζονταν με ψάρια που παλαιότερα αγνοούσαν, ρίχνοντάς τα πίσω στη θάλασσα. Τα χαμόγελα στα πρόσωπα τους όμως, παρέμεναν στο ίδιο μέγεθος. Δεν είχαν αίσθηση της αλλαγής που είχε συντελεστεί.

Τα έντομα είναι το κομμάτι της άγριας φύσης με το οποίο έχουμε περισσότερο επαφή. Μια αράχνη στο μπάνιο, ένα μυρμήγκι που προσπαθεί να τρυπώσει στο βάζο με το μέλι, μια ενοχλητική μύγα, ένα κουνούπι που δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε κτλ. Απ’ την άλλη πλευρά όμως τα έντομα αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του πλανήτη μας, μια υπενθύμιση του πόσο λίγα γνωρίζουμε για το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας.

Έχουμε ταυτοποιήσει ένα εκατομμύριο είδη εντόμων, θρίπες, ψαράκια, μυρμηλεοντίδες, τριχόπτερα, κερκοποειδή και άλλες τεράστιες οικογένειες εντόμων που οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούν καν να αναγνωρίσουν. Πιστεύουμε ότι τα γνωρίζουμε καλά, αλλά αυτό δεν ισχύει. Υπάρχουν 12.000 είδη μυρμηγκιών, σχεδόν 20.000 είδη μελισσών και περίπου 400.000 είδη σκαθαριών. Μόλις 5 κυβικά εκατοστά χώμα μπορεί να φιλοξενούν 200 ​​μοναδικά είδη ακάρεων. Και όμως οι εντομολόγοι εκτιμούν ότι όλη αυτή η καταπληκτική και απίστευτη ποικιλία αντιπροσωπεύει ίσως μόνο το 20% της πραγματικής, ότι υπάρχουν εκατομμύρια είδη που είναι εντελώς άγνωστα στην επιστήμη. 

Το 70% όλων των ειδών του πλανήτη είναι έντομα. Ποτέ δεν πέρασε απ’ το μυαλό των εντομολόγων του παρελθόντος ότι θα μπορούσαν να εξαφανιστούν. Έτσι αφοσιώθηκαν στις μελέτες για τους κύκλους ζωής τους και στην ταξινόμηση των ειδών, κάτι που τους γοήτευε, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να σκεφτούν να τα μετρήσουν ή να καταγράψουν κάτι τόσο βαρετό όσο ο αριθμός τους. Εκτός αυτού η μέθοδος παρακολούθησης είναι πολύ αργή, κουραστική και ασυνήθιστη δουλειά. Για να αποκτήσουν κάποιο νόημα τα δεδομένα μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν ακόμα και δεκαετίες. Εκτός αυτού ποιος θα χρηματοδοτούσε τέτοιου είδους έρευνα; Το μεγαλύτερο μέρος των ακαδημαϊκών χρηματοδοτήσεων αφορά βραχυπρόθεσμες έρευνες.

Όταν οι εντομολόγοι άρχισαν να παρατηρούν και να ερευνούν τη μείωση του πληθυσμού των εντόμων, ήρθαν αυτομάτως αντιμέτωποι με την απουσία πληροφοριών από το παρελθόν, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να συγκρίνουν τα τωρινά δεδομένα. Μετράμε εκατοντάδες σκαθάρια αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αλλά τι γίνεται αν υπήρχαν 100.000 πριν από δύο γενιές; Ο Ρομπ Νταν βιολόγος στο πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας έψαξε πρόσφατα μελέτες που δείχνουν την επίδραση των φυτοφαρμάκων στον πληθυσμό των εντόμων που ζουν στα κοντινά δάση. Έκπληκτος διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες μελέτες. «Αγνοήσαμε πραγματικά βασικές ερωτήσεις», είπε.

Μπορεί οι εντομολόγοι να μη διέθεταν δεδομένα, είχαν όμως μερικές πολύ ανησυχητικές ενδείξεις. Ταυτόχρονα με την αίσθηση ότι έβλεπαν λιγότερα έντομα στις παγίδες που χρησιμοποιούσαν στα πειράματά τους, έρχονταν νέα δεδομένα από τη Βρετανία, από καλά μελετημένα έντομα όπως οι μέλισσες, οι πεταλούδες και τα σκαθάρια, όπου διαπιστώνονταν μείωση κατά μέσο όρο κατά 45%.

Οι εντομολόγοι γνωρίζουν επίσης ότι η κλιματική αλλαγή και η συνολική υποβάθμιση των οικοτόπων παγκοσμίως είναι κακά νέα για τη βιοποικιλότητα εν γένει και ότι τα έντομα αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες προκλήσεις που θέτονται από τα ζιζανιοκτόνα και τα φυτοφάρμακα, μαζί με τις επιπτώσεις της απώλειας των ενδιαιτημάτων τους αλλά και της αστικοποίησης. Ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα ψάρια έβρισκαν όλο και λιγότερα εφημερόπτερα για να τραφούν. Ορνιθολόγοι διαπίστωσαν επίσης ότι τα πουλιά που βασίζονται στα έντομα για φαγητό αντιμετώπιζαν προβλήματα: 8 στις 10 πέρδικες έχουν εξαφανιστεί από τα γαλλικά αγροτικά εδάφη. 50% και 80% η μείωση στα αηδόνια και τα τρυγόνια. Τα μισά από όλα τα πτηνά στις καλλιεργήσιμες περιοχές της Ευρώπης εξαφανίστηκαν σε μόλις τρεις δεκαετίες. Στη Δανία ο ορνιθολόγος Άντερς Τούτροπ, ήταν αυτός που είχε την ιδέα της μετατροπής των αυτοκινήτων σε ανιχνευτές εντόμων για τη μελέτη του φαινομένου του παρμπρίζ, καθώς παρατήρησε ότι οι κουκουβάγιες, τα δεντρογέρακα και οι μελισσοφάγοι που βασίζουν τη διατροφή τους στα έντομα, είχαν εξαφανιστεί ξαφνικά από το τοπίο. 

Χρειάζονται μόλις 2 λεπτά για να προσαρμοστεί το δίχτυ στην οροφή του αυτοκινήτου. Ο καιρός πρέπει να είναι καλός και η μέγιστη ταχύτητα τα 50χλμ την ώρα.

Τα σημάδια ήταν σίγουρα ανησυχητικά, αλλά δεν έπαυαν να παραμένουν απλά σημάδια που δεν αρκούν ώστε να γίνουν σημαντικές ανακοινώσεις σχετικά με την υγεία των εντόμων στο σύνολό της ή να τεκμηριωθεί μια ευρεία μείωση των ειδών. «Δεν υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα για τα έντομα, οπότε αυτή είναι απλώς μια υπόθεση», μου εξήγησε ο Χανς ντε Κρόον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ της Ολλανδίας. Σίγουρα όχι η δήλωση που θα στείλει τον κόσμο στα οδοφράγματα.

Και ύστερα ήρθε η Γερμανική μελέτη…

Η μελέτη του Κρέφελντ.

Οι αριθμοί που αποκαλύπτονταν από την Γερμανική μελέτη ήταν αμείλικτοι, υποδηλώνοντας τον αποδεκατισμό ολόκληρου του κόσμου των εντόμων, ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές όπου τα έντομα θα έπρεπε να βρίσκονται σε λιγότερο στρεσογόνες καταστάσεις. Η ταχύτητα και η κλίμακα της μείωσης ήταν συγκλονιστική ακόμη και για εντομολόγους που μελετούσαν τις μέλισσες, γνώριζαν το πρόβλημα και ήδη ανησυχούσαν. Τα αποτελέσματα όμως ήταν εκπληκτικά και για έναν άλλο λόγο. Τα πολυετή σύνολα δεδομένων σχετικά με την αφθονία των εντόμων δεν προήλθαν από πανεπιστημιακούς κύκλους, αλλά από μια μικρή κοινότητα ενθουσιωδών εντομολόγων, ερασιτεχνών κατά κύριο λόγο, στην επαρχιακή Γερμανική πόλη του Κρέφελντ.

Τα μέλη της Εντομολογικής Κοινότητας του Κρέφελντ επί το έργον.

Το Κρέφελντ βρίσκεται μισή ώρα με το αυτοκίνητο έξω από το Ντίσελντορφ, κοντά στη δυτική όχθη του Ρήνου. Είναι μια πόλη με τούβλινα σπιτάκια, ανθισμένους κήπους και ένα γραφικό δημοτικό πάρκο. Κοντά στο κέντρο της παλιάς πόλης, μια χάρτινη πινακίδα, όχι πολύ μεγαλύτερη από μια επαγγελματική κάρτα, μας ενημερώνει για την έδρα της Εντομολογικής Ένωσης Entomologischer Verein Krefeld (EVK), της οποίας η έρευνα προκάλεσε τόση αναταραχή. Όταν ιδρύθηκε, το 1905, λειτουργούσε σε ένα κτήριο το οποίο καταστράφηκε μετά το βομβαρδισμό της πόλης από τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν πέσουν οι βόμβες μέλη της Ένωσης είχαν προλάβει να μεταφέρουν σχολαστικά τα πολύτιμα αρχεία, που περιείχαν καταχωρήσεις ερευνών αλλά και συλλογές εντόμων, πολλές απ’ τα οποίες χρονολογούνταν από τη δεκαετία του 1860, σε μια υπόγεια αποθήκη.

Σήμερα, η EVK χρησιμοποιεί ένα παλιό τριώροφο σχολείο ως αποθηκευτικό χώρο και αριθμεί γύρω στα 60 μέλη, αρκετοί εκ των οποίων είναι χομπίστες. Μάλιστα το 1979 σε έναν εξ’ αυτών, τον Ζίγκφριντ Σίμορεκ ο οποίος δεν είχε καταφέρει να μπει στο πανεπιστήμιο, απονεμήθηκε επίτιμο διδακτορικό από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης για την έρευνά του σχετικά με τα ξυλοφάγα έντομα.

Ο εντομολόγος Τόμας Χόρεν στα αρχεία της Εντομολογικής Ένωσης του Κρέφελντ.

Αν τύχει ποτέ να ξεναγηθείτε εκεί και να δείτε τις συλλογές θα παρατηρήσετε ότι υπάρχουν δωμάτια που περιέχουν για παράδειγμα αποκλειστικά Λεπιδόπτερα! Θα δείτε πως οι παλιές σχολικές αίθουσες έχουν μετατραπεί σε κάτι που θυμίζει βιβλιοθήκη με ράφια γεμάτα βιβλία, αλλά στην πραγματικότητα είναι αναρίθμητα ξύλινα κουτιά που περιέχουν καρφιτσωμένες πεταλούδες και μέλισσες που μαζεύτηκαν πολύ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Κατά την περίοδο από το 1880 έως το 1930! Ενώ υπάρχουν συρτάρια μέσα στα οποία βρίσκονται μέλισσες από νέες συλλογές… μόλις 30 ετών.

Υπάρχουν όμως και ράφια που κρατούν πραγματικά βιβλία. Σε ένα απ’ αυτά μέτρησα 31 τόμους από μια σειρά με τον τίτλο «Σκαθάρια της Κεντρικής Ευρώπης». Υπήρχε ένα βιβλίο 395 σελίδων στο οποίο ήταν καταχωρημένα και κατηγοριοποιημένα δείγματα της σφήκας αραχνών (σφήκες της οικογένειας Pompilidae), τα οποία συλλέχθηκαν από τη δυτική Παλεαρκτική Ζώνη από το 1948 έως το 2008. Ρώτησα τον Μάρτιν Σονγκ ο οποίος εκτελεί καθήκοντα επιμελητή στην EVK από το 1987 και ήταν ένας από τους συγγραφείς της Γερμανικής μελέτης αν αυτό το διάστημα των 50 ετών, που αναφέρονταν στο εξώφυλλο του βιβλίου, ήταν το διάστημα κατά το οποίο συλλέγονταν τα δείγματα. «Όχι» μου απάντησε. «Αυτό ήταν το διάστημα που χρειάστηκε ο συγγραφέας για τη μελέτη του».

Ο Σονγκ είναι μια βιβλική μορφή, που σε προκαλεί να του κάνεις ερωτήσεις. Όμως τα έντομα είναι το μόνο για το οποίο δείχνει πρόθυμος να μιλήσει. «Αυτό που είναι σημαντικό είναι η μείωση του πληθυσμού των εντόμων και όχι οι λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή των εντομολόγων» μου εξηγεί με κάπως αυστηρό ύφος. Το δικό του όνομα μαζί με αυτό του συνεργάτη του Βέρνερ Στένμαν ήταν αυτά μεταξύ άλλων αυτά που υπέγραφαν την περίφημη πλέον μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2017 στο περιοδικό PLOS One. Κανένας τους δεν δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις σχετικά με τις καθημερινές τους δουλειές. Ο Σονγκ θεωρεί ότι είναι λάθος να επικεντρώνεται η προσοχή του κόσμου σε αυτόν ως άτομο και όχι στην έρευνα. Έτσι δεν θέλησε να μιλήσει ούτε για το τι τον ώθησε να αφιερώσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του για τη μελέτη των σφηκών. «Συνήθως ασχολούμαστε με τη ζωή κάποιου όταν αυτός πεθαίνει» είπε χαρακτηριστικά.

Ο Μάρτιν Σονγκ εκτελεί καθήκοντα επιμελητή στην Ένωση από το 1987, όταν αντικατέστησε τον θρυλικό Ζίγκφριντ Σίμορεκ.

Υπήρχε ένας λόγος για αυτή την επιφυλακτικότητα. Τα ειδησεογραφικά πρακτορεία τους χαρακτηρίζουν ξανά και ξανά ως «ερασιτέχνες» και αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει στα μέλη της Ένωσης. Είναι κάτι που αντικατοπτρίζει τα πιστεύω τους. Έχουν διαφορετική αντίληψη σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι ειδικός ή ακόμα και επιστήμονας – τι σημαίνει να είσαι μαθητής του φυσικού κόσμου. Οι ερασιτέχνες παρέχουν εδώ και πολύ καιρό μεγάλο μέρος των γνώσεων που έχουμε σχετικά με τη φύση. Όλες αυτές οι μελέτες για τις μέλισσες ή τις πεταλούδες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κινητοποίηση εθελοντών. Οι αριθμοί που αποκάλυψαν την τρομακτική μείωση των πτηνών συγκεντρώθηκαν επίσης με αυτόν τον τρόπο και επειδή τα πουλιά μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστούν, οι εθελοντές συχνά χρειάστηκε να μάθουν να τα αναγνωρίζουν από τους ήχους τους. Η Βρετανία που είναι η καλύτερα μελετημένη περιοχή στον πλανήτη έχει σπουδαία παράδοση στους φυσιολάτρες.

Όσο τεχνολογικά εξελιγμένοι και να είμαστε, ο φυσικός κόσμος εξακολουθεί να είναι πολύ μεγάλος και περίπλοκος και ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε τι συμβαίνει είναι να αφιερώσουν πολύ χρόνο, πολλοί άνθρωποι. Εξάλλου η ετυμολογική προέλευση του όρου «ερασιτέχνης» είναι εραστής της τέχνης. Αρκετοί ερασιτέχνες φυσιοδίφες καθοδηγούνται από το πάθος τους και ακολουθούν μια μακρά παράδοση. Σκεφτείτε για παράδειγμα κατά τη βικτωριανή εποχή πόσοι άνθρωποι έψαχναν πεταλούδες εξοπλισμένοι με απόχες, τις οποίες στη συνέχεια τοποθετούσαν στους Θαλάμους Αξιοπερίεργων Αντικειμένων, αλλά και τον γνωστό συγγραφέα Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ του οποίου οι θεωρίες σχετικά με την εξέλιξη των κοινών μπλε πεταλούδων, ενώ αρχικά αγνοήθηκαν, τελικά επιβεβαιώθηκαν με τη μέθοδο του DNA, 30 χρόνια μετά το θάνατό του. Αλλά ακόμα και το νεαρό Κάρολο Δαρβίνο που παράτησε τα μαθήματά του στο Καίμπριτζ για να μαζέψει σκαθάρια στο Wicken Fen και κάποτε έβαλε ένα ζωντανό σκαθάρι στο στόμα του, επειδή τα χέρια του ήταν ήδη γεμάτα.

Ο συγγραφέας Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ήταν ένας παθιασμένος εντομολόγος με εξειδίκευση στις πεταλούδες. Για έξι χρόνια υπήρξε επιμελητής στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, ενώ δημοσίευσε και δώδεκα εργασίες σχετικά με την ταξινόμηση.

Η Εντομολογική Ένωση του Κρέφελντ (EVK) είναι εθελοντική και τα περισσότερα μέλη της, ζουν κάνοντας άλλες δουλειές. Η γνώση τους όμως σχετικά με τα έντομα είναι βαθύτατη και την απέκτησαν έπειτα από πολλά χρόνια ενασχόλησης κάτι που άλλοι άνθρωποι θεωρούν εμμονή. Κάποιοι μελετούν την οικολογία ή την εξελικτική ταξινομία των αγαπημένων τους ειδών ή απλώς χαρτογραφούν τους πληθυσμούς τους. Σύμφωνα με τον Σονγκ από τα 63 μέλη το ένα τρίτο έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε τομείς όπως η βιολογία ή οι γεωπιστήμες. Κάποιοι άλλοι είναι «εξαιρετικά εξειδικευμένοι και με υψηλά προσόντα, αλλά δεν επισκέφτηκαν ποτέ το πανεπιστήμιο», ενώ οι υπόλοιποι είναι ερασιτέχνες που βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία του να γίνουν εντομολόγοι, «Κάποιοι από αυτούς μπορεί επίσης να έχουν πτυχίο από το πανεπιστήμιο, αλλά κατά την άποψή μας, είναι αρχάριοι».

Ο Σουηδός εντομολόγος Ρενέ Μαλαίζ, εφευρέτης της παγίδας Μαλαίζ, μέσα σε ένα άλλο δημιούργημά του, τον ατομικό υπνόσακο τον οποίο κατασκεύασε κατά την στρατιωτική του θητεία στο Βάξχολμ το 1914.

Μια απ’ τις βασικές τους εργασίες τους είναι η δημιουργία και τοποθέτηση των παγίδων Μαλαίζ, μια παγίδα εντόμων που μοιάζει με σκηνή και εφευρέθηκε από τον Σουηδό εντομολόγο Ρενέ Μαλαίζ το 1934. Καθώς τα έντομα εισέρχονται συναντούν τη μαύρη σήτα που βρίσκεται περιμετρικά και τα περισσότερα ανεβαίνουν προς τη λευκή οροφή σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν. Εκεί συναντούν ένα μπουκάλι συλλογής όπου παγιδεύονται μόνιμα. Το μπουκάλι περιέχει αιθανόλη για τη διατήρηση των οργανισμών και του DNA τους. Η παγίδα θεωρητικά μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον καθώς μόνο το μπουκάλι αντικαθίσταται περιοδικά (συνήθως μία φορά την εβδομάδα), καθιστώντας αυτή την τεχνική δειγματοληψίας πολύ χαμηλού κόστους.

Ο Μάρτιν Σονγκ σε νεότερη ηλικία καθώς ελέγχει το μπουκάλι συλλογής μιας παγίδας Μαλαίζ.

Λόγω των αυστηρών επιστημονικών προτύπων της Ένωσης χρησιμοποιούνται πανομοιότυπες παγίδες, ραμμένες από ένα πρότυπο που χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά το 1982 και τοποθετούνται πάντα στα ίδια ακριβώς σημεία. Ο Σονγκ μου έδειξε το πρωτότυπο με μεγάλη υπευθυνότητα. Κάποια στιγμή αγόρασαν τόσο μεγάλη ποσότητα αιθανόλης που προσέλκυσαν την προσοχή της Δίωξης Ναρκωτικών. Τα μέλη της Ένωσης άρχισαν να παρατηρούν τη μείωση του πληθυσμού των εντόμων, παράλληλα με τους εντομολόγους στον υπόλοιπο κόσμο, όμως εδώ υπήρχε ένα μέτρο σύγκρισης. «Δεν πετάμε τίποτα, αποθηκεύουμε τα πάντα» μου εξηγεί ο Σονγκ. «Αυτό μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα να επιστρέψουμε στο παρελθόν».

Οι εντομολόγοι του Κρέφελντ επιβεβαίωσαν ότι ο συνολικός αριθμός των εντόμων που συλλέχθηκαν το 2016 ήταν 75% χαμηλότερος από το ίδιο σημείο το 1989. Επίσης πριν από 30 χρόνια ένα μπουκάλι 1 λίτρου αρκούσε για μια εβδομάδα, ενώ σήμερα ένα μπουκάλι μισού λίτρου είναι υπέρ-αρκετό. Όμως θα χρειαζόταν χρόνια επίπονης εργασίας για την αναγνώριση όλων των εντόμων στα μπουκάλια. Έτσι η ομάδα χρησιμοποίησε μια τυποποιημένη μέθοδο για τη ζύγιση των εντόμων στο αλκοόλ, η οποία μας έφερε στο φως μια τρομακτική ιστορία δείχνοντας μας απλά πόσο μειώθηκε η συνολική μάζα εντόμων με την πάροδο του χρόνου. «Η μείωση του βάρους αυτού του μείγματος έχει τελείως διαφορετικό νόημα από την εξαφάνιση κάποιων ειδών» λέει χαρακτηριστικά ο Σονγκ.

Αυτό που χάθηκε. Οι εντομολόγοι του Κρέφελντ συνέλεξαν έντομα για δύο εβδομάδες τον Αύγουστο του 1994 (αριστερά) και στην ίδια τοποθεσία Αύγουστο του 2016 (δεξιά). Παρόμοια δεδομένα συλλέχθηκαν από 63 προστατευόμενες περιοχές στη Γερμανία και έδωσαν συγκλονιστικά αποτελέσματα: μείωση 75% στη βιομάζα εντόμων μεταξύ 1989 και 2016.

Η ομάδα του Κρέφελντ συνεργάστηκε με τον Χανς ντε Κρόον αλλά και άλλους επιστήμονες οι οποίοι πραγματοποίησαν μια ανάλυση των δεδομένων αυτών, ελέγχοντας παράλληλα πράγματα, όπως την χλωρίδα της περιοχής, τις καιρικές συνθήκες και τη δασική κάλυψη κατά τις διακυμάνσεις των πληθυσμών των εντόμων. Η τελική μελέτη εξέτασε 63 φυσικούς οικότοπους που αντιπροσωπεύουν σχεδόν 46 χρόνια δειγματοληψίας, διαπιστώνοντας σταθερές μειώσεις παντού. Αυτό ώθησε τους συγγραφείς να γράψουν ότι «Δεν είναι απλώς κάποια είδη υπό εξαφάνιση, αλλά όλα τα έντομα στο σύνολό τους έχουν αποδεκατιστεί τις τελευταίες δεκαετίες.»

«Για πολλούς επιστήμονες αυτά τα δεδομένα ήταν πολύ βαρετά» λέει ο Ρομπ Νταν «αλλά αυτοί οι άνθρωποι το βρήκαν όμορφο. Ήταν αυτοί που πρόσεχαν τη Γη για όλους εμάς.»

Η εποχή της μοναξιάς

Η τρέχουσα απώλεια της βιοποικιλότητας είναι ευρέως γνωστή ως η έκτη εξαφάνιση. Η έκτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που ένας μεγάλος αριθμός ειδών εξαφανίζεται. Η διαφορά απ’ τις προηγούμενες είναι ότι αυτή τη φορά λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας ο ρυθμός εξαφάνισης έχει επιταχυνθεί ασυνήθιστα. Η πρώτη υπολογίζεται ότι συνέβη πριν από περίπου 440 εκατ. χρόνια, στο μεταίχμιο της Ορδοβίκιας και της Σιλούριας περιόδου, όταν εξαφανίστηκε το 85% όλων των ειδών. Αργότερα, προς το τέλος της Δεβόνιας περιόδου, πριν από περίπου 360 εκατ. χρόνια, εξαφανίστηκε το 70% όλων των ειδών.

Ακολούθησε η μεγαλύτερη μαζική εξαφάνιση που έχει καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη, όταν κατά την Πέρμια περίοδο, πριν από 252 εκατ. χρόνια, εξαλείφθηκαν πάνω από το 90% των ειδών (ανάμεσα στα οποία και οι περίφημοι τριλοβίτες), στο λυκόφως της Παλαιοζωικής εποχής. Μετά από 50 εκατ. περίπου χρόνια, στο τέλος της Τριασικής περιόδου, εξαφανίστηκε το 70% των τότε ειδών, γεγονός που σήμανε την αρχή της κυριαρχίας των δεινοσαύρων, οι οποίοι γνώρισαν και αυτοί με τη σειρά τους την εξαφάνιση πριν από 65 εκατ. χρόνια, στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου.

Η εξαφάνιση είναι μια τραγωδία. Δεν υπάρχει επιστροφή από αυτήν. Αλλά η εξαφάνιση δεν είναι η μόνη τραγωδία την οποία βιώνουμε. Υπάρχουν είδη που εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά ως σκιά του εαυτού τους. Στο βιβλίο του «The Once and Future World» ο Καναδός δημοσιογράφος Τζ. Β. Μακίνον παρουσιάζει καταγραφές των τελευταίων αιώνων που μας αποκαλύπτουν αυτό που μόλις χάθηκε. «Στο Βόρειο Ατλαντικό ένα κοπάδι μπακαλιάροι σταματά ένα μεγάλο πλοίο, στην Μεσο-Ατλαντική υφαλορράχη. Έξω από το Σίδνεϊ της Αυστραλίας ο καπετάνιος του πλοίου από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα πλέει συνεχώς ανάμεσα σε φάλαινες. Οι πρωτοπόροι του Ειρηνικού αναφέρουν συχνά στις Αρχές ότι τα κανό τους κινδυνεύουν να ανατραπούν εξαιτίας των σολομών που πηδούν. Υπήρχαν αναφορές για λιοντάρια στη νότια Γαλλία και θαλάσσιων ίππων στον Τάμεση. Για κοπάδια πουλιών τόσο μεγάλα που χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να φανεί και πάλι ο ουρανός, αλλά και για 100 γαλάζιες φάλαινες στον Νότιο Ωκεανό για κάθε μία που βλέπουμε σήμερα.» Αυτά δεν είναι αξιοθέατα κάποιας προϊστορικής εποχής γράφει ο Μακίνον. «Μιλάμε για πράγματα που είδαν ανθρώπινα μάτια. Πράγματα που υπάρχουν στην ανθρώπινη μνήμη».

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζ. Β. Μακίνον, ο οποίος συνεργάζεται με τα New Yorker και National Geographic.

Ενώ γράφονταν αυτό το άρθρο οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η μεγαλύτερη αποικία βασιλικών πιγκουίνων στον κόσμο συρρικνώθηκε κατά 88% σε 35 χρόνια. Και ότι το 97% του ερυθρού τόνου του Ατλαντικού, ενός από τα μεγαλύτερα ψάρια με οστέινο σκελετό, έχει χαθεί. Ο αριθμός του μασητικού παιχνιδιού για μωρά «Σόφι η καμηλοπάρδαλη» που πουλήθηκε στη Γαλλία σε ένα χρόνο είναι εννέα φορές μεγαλύτερος από αυτό των καμηλοπαρδάλεων που εξακολουθούν να ζουν στην Αφρική. 

Οι τίγρεις συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το 93% της γης στην οποία ζούσαν κάποτε, σήμερα είναι χωρίς τίγρεις. Αυτό δεν είναι απλώς νοσταλγία. Τα μεγάλα ζώα και ειδικά τα κορυφαία αρπακτικά, όπως οι τίγρεις, συνδέουν τα οικοσυστήματα μεταξύ τους και μεταφέρουν ενέργεια και πόρους απλά περπατώντας, τρώγοντας, αφοδεύοντας και πεθαίνοντας. Στα βάθη των ωκεανών, σε μέρη φτωχά σε θρεπτικά συστατικά, τα κουφάρια των φαλαινών αποτελούν τη βάση ολόκληρων οικοσυστημάτων. Η απουσία ενός και μόνο είδους και συγκεκριμένα ενός κορυφαίου θηρευτή μπορεί να επηρεάζει τη δομή ολόκληρου του οικοσυστήματος, ένα φαινόμενο που ονομάζεται τροφικός καταρράκτης.

Οι επιστήμονες έχουν αρχίσει πλέον να χρησιμοποιούν τον όρο «λειτουργική εξαφάνιση» αντί του «αριθμητική εξαφάνιση». Το ανησυχητικό με αυτό τον όρο είναι ότι υποδηλώνει πως ο πληθυσμός ενός είδους έχει περάσει το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Τα είδη αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τον τρόπο λειτουργίας ενός οικοσυστήματος και δε θα καταφέρουν ποτέ να ανακάμψουν. Κάποιοι δεν το χαρακτηρίζουν ως εξαφάνιση ενός είδους, αλλά όλων των αλληλεπιδράσεών του με το περιβάλλον. Μια μελέτη του 2013 που δημοσιεύτηκε στο Nature, ανέφερε ότι η απώλεια ακόμη και του 30% του πληθυσμού ενός είδους αρκεί για να αποσταθεροποιήσει τους πληθυσμούς άλλων ειδών σε τέτοιο βαθμό που να οδηγήσει ακόμα και στην ολοκληρωτική εξαφάνισή τους.

Κατά ένα ειρωνικό τρόπο ο φυσιοδίφης εξερευνητής Γκέοργκ Στέλλερ, ο άνθρωπος που ανακάλυψε σ’ ένα ταξίδι του τη γιγάντια θαλάσσια αγελάδα, που πήρε και το όνομά του, ήταν αυτός που μας έδειξε και πως να την πιάσουμε και να την φάμε.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου του τροφικού καταρράκτη είναι οι θαλάσσιες ενυδρίδες. Όταν σχεδόν εξαφανίστηκαν από τον Βόρειο Ειρηνικό, τα θήραμά τους, οι αχινοί αυξήθηκαν τόσο πολύ που αποδεκάτισαν τα υποθαλάσσια δάση, μετατρέποντας τον βυθό σε ένα άγονο περιβάλλον, συμβάλλοντας τελικά στην εξαφάνιση των θαλάσσιων αγελάδων του Στέλλερ, οι οποίες ήδη κινδύνευαν από την υπεραλίευση.

Εκτιμάται ότι από το 1970 οι πληθυσμοί των άγριων ζώων της Γης έχουν μειωθεί κατά 60%. Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών ανέφερε ότι αν μελετήσουμε τα θηλαστικά κατά βάρος θα διαπιστώσουμε ότι το 96% αυτής της βιομάζας είναι άνθρωποι και εκτρεφόμενα ζώα. Μόλις το 4% είναι άγρια ζώα. Ζούμε σε μια περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε Ανθρωπόκαινος, δηλαδή μια γεωλογική εποχή κατά την οποία ο κόσμος διαμορφώνεται από την ανθρώπινη δραστηριότητα.

Η αποσύνθεση των εντόμων είναι ζωτικής σημασίας καθώς μέσω αυτής ανακυκλώνονται θρεπτικές ουσίες στο έδαφος, αναπτύσσονται τα φυτά και το οικοσύστημα παραμένει υγιές. Αυτός ο ρόλος των εντόμων δεν είναι εμφανής, μέχρι ξαφνικά να γίνει.

Όταν εισήγαγαν τα βοοειδή στην Αυστραλία στις αρχές του 19ου αιώνα, ήρθαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα των περιττωμάτων τους. Για κάποιο λόγο η κοπριά των αγελάδων χρειάζονταν μήνες ή και χρόνια για να αποσυντεθεί. Οι αγελάδες αρνούνταν να φάνε κοντά στην κοπριά, απαιτώντας όλο και περισσότερη γη για βόσκηση. Υπήρχαν τόσο πολλές μύγες εξαιτίας της κοπριάς, που η χώρα έγινε διάσημη για τα αστεία καπέλα (Cork Hat) που φορούσαν οι κτηνοτρόφοι για να τις διώχνουν, καθώς ήταν αδύνατο να σταθείς χωρίς προστασία. Από τα καπέλα κρέμονταν κορδόνια στις άκρες των οποίων υπήρχαν φελλοί και με την κίνηση του κεφαλιού έδιωχναν τα έντομα. Μόλις το 1951 ένας επισκέπτης εντομολόγος εντόπισε που οφείλονταν το πρόβλημα. Τα τοπικά έντομα είχαν εξελιχθεί να τρέφονται με τα πιο ινώδη απορρίμματα των μαρσιποειδών. Δε μπορούσαν να χωνέψουν τα περιττώματα των αγελάδων. Για τα επόμενα 25 χρόνια, η εισαγωγή, η καραντίνα και η απελευθέρωση δεκάδων ειδών σκαθαριών κοπριάς έγινε εθνική προτεραιότητα.

Απλώς δεν γνωρίζουμε όλα όσα κάνουν τα έντομα. Μόλις το το 2% των ασπόνδυλων ειδών έχει μελετηθεί αρκετά ώστε να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε εάν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και τι είδους επιπτώσεις θα είχε μια πιθανή απώλειά τους. Οι επιστήμονες περιγράφουν έναν κόσμο χωρίς έντομα με λέξεις όπως χάος, κατάρρευση, Αρμαγεδδών.  Ο Γουίλσον έχει περιγράψει τον κόσμο χωρίς έντομα, ως έναν κόσμο όπου τα περισσότερα χερσαία ζώα και φυτά θα έχουν εξαφανιστεί. Έναν κόσμο όπου για μια περίοδο θα ευδοκιμούν οι μύκητες και θα ακμάζει η σήψη και ο θάνατος. Το ανθρώπινο είδος θα επιβιώνει μέσω των ανεμόφυλλων καλλιεργειών, όπως τα δημητριακά και της θαλάσσιας αλιείας, παρά τη μαζική πείνα και τους πολέμους για τους πόρους. «Ο άνθρωπος θα παλεύει να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, παγιδευμένος σε μια σκοτεινή εποχή».

Ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ

Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο το φαινόμενο του παρμπρίζ είναι τόσο ανησυχητικό δεν είναι βεβαίως η νοσταλγία. Τον Οκτώβριο, ένας εντομολόγος μου έστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον χαρακτηριστικό τίτλο στο θέμα «Holy Fuck!» και ένα συνημμένο στο οποίο υπήρχε μια μελέτη από τα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών με τον τίτλο «Μετά το Κρέφελντ, το Πουέρτο Ρίκο». Η μελέτη περιελάμβανε δεδομένα από τη δεκαετία του 1970 και από τις αρχές του 2010, καθώς ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ επέστρεψε στο προστατευόμενο τροπικό δάσος Λουκίλιο, στο βορειοανατολικό Πουέρτο Ρίκο, όπου είχε μελετήσει σαύρες και κυρίως τα θήραμά τους, 40 χρόνια πριν. Ο Λίστερ μαζί με τον συνεργάτη του Αντρές Γκαρσία τοποθέτησαν παγίδες με κόλλα και δίχτυα στο δάσος, στα ίδια ακριβώς μέρη με αυτά της δεκαετίας του 1970. Αυτή τη φορά όμως έπιασαν πολύ, πολύ λιγότερα έντομα. Για την ακρίβεια 10 έως 60 φορές λιγότερη βιομάζα αρθροπόδων από πριν. Είναι εύκολο να διαβάσετε αυτόν τον αριθμό ως 60% λιγότερο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξήντα φορές λιγότερο! Δηλαδή εκεί που είχαν πιάσει 473 χιλιόγραμμα τώρα βρήκαν μόλις 8…

«Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι καταστροφικό» είχε πει τότε ο Λίστερ. Αλλά ακόμη πιο τρομακτική ήταν η επίπτωση της απώλειας στο οικοσύστημα καθώς ήταν εμφανείς οι σοβαρές μειώσεις και στον αριθμό των σαυρών, των πουλιών και των βατράχων. Η μελέτη έκανε λόγο για έναν τροφικό καταρράκτη που λάμβανε χώρα από κάτω προς τα πάνω και είχε ως συνέπεια την κατάρρευση της τροφικής αλυσίδας στο συγκεκριμένο δάσος. Τα εισερχόμενα του Λίστερ γέμισαν γρήγορα με μηνύματα άλλων επιστημόνων και ειδικά από άτομα που μελετούσαν τα ασπόνδυλα και του έγραφαν ότι έβλεπαν παρόμοια τρομακτική πτώση. Ακόμα και ο Λίστερ βρήκε κάποιες απ’ αυτές τις απώλειες συγκλονιστικές λέγοντας χαρακτηριστικά «Δεν είχα ιδέα για την κρίση του γαιοσκώληκα!»

Το πιο παράξενο σύμφωνα με τον Λίστερ είναι ότι παρά τις τεράστιες απώλειες, οι περισσότερες παραμένουν αόρατες για έναν απλό άνθρωπο που περπατά π.χ. στο τροπικό δάσος του Λουκίλιο στο Πουέρτο Ρίκο. Ακόμα και για τον ίδιο, το δάσος έδειχνε ακόμα φαντασμαγορικό με τους καταρράκτες και την πυκνή του βλάστηση. Πρέπει να είσαι ειδικός για να παρατηρήσεις ότι κάτι λείπει. Οι αλλαγές όμως θα γίνουν σύντομα εμφανείς.

Μέλη της Εντομολογικής Ένωσης του Κρέφελντ. Η μελέτη τους σχετικά με τη μείωση των εντόμων προκάλεσε έντονη ανησυχία παγκοσμίως.

Τα έντομα του δάσους που μελέτησε ο Λίστερ δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα από τα φυτοφάρμακα ή κάποιου είδους απώλεια των ενδιαιτημάτων τους, δύο καθοριστικούς παράγοντες στη μελέτη του Κρέφελντ. Αντ’ αυτού σύμφωνα με τον βιολόγο η κυριότερη αιτία εδώ, είναι η κλιματική αλλαγή εξαιτίας της οποίας έχουν αυξηθεί οι θερμοκρασίες κατά δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την έρευνα του 1970. Είναι γνωστό από άλλες έρευνες ότι τα έντομα που ζουν στα τροπικά δάση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις θερμοκρασιακές μεταβολές. Για παράδειγμα υπάρχουν αναφορές από επιστήμονες για σκαθάρια τα οποία εκτέθηκαν εργαστηριακά σε υψηλότερες θερμοκρασίες και παρουσίασαν μείωση της γονιμότητας τους.

Ο Χανς ντε Κρόον χαρακτηρίζει τη ζωή των εντόμων σήμερα ως έναν αγώνα επιβίωσης, όπου «από μια όαση που σιγοσβήνει προσπαθούν να φτάσουν σε μια άλλη, όταν στο ενδιάμεσο βρίσκεται μια έρημος ή στη χειρότερη περίπτωση μια δηλητηριώδης έρημος». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα νεονικοτινοειδή, που ως νευροτοξίνες επιτίθενται στο κεντρικό νευρικό σύστημα των εντόμων, έχουν συνδεθεί με την Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών (CCD) των μελισσών και επηρεάζουν το περιβάλλον καθώς συσσωρεύονται μιας και διασπώνται αργά. Μελισσοκόμοι απ’ όλο τον κόσμο ανέφεραν ότι τα μελίσσια τους κατέρρεαν αλλά δεν έβρισκαν νεκρές μέλισσες. Οι κυψέλες άδειαζαν μυστηριωδώς. Σύμφωνα με μια θεωρία οι νευροτοξίνες κατέστρεφαν το σύστημα προσανατολισμού των μελισσών με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής.

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η μελέτη του Κρέφελντ, ερευνητές σε όλο τον κόσμο άρχισαν να αναζητούν άλλες ξεχασμένες αποθήκες πληροφοριών που ενδέχεται να μας δώσουν ακόμα καλύτερη εικόνα. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ του Ναϊμέχεν ανέλυσαν δεδομένα που ανήκαν σε ολλανδικές εντομολογικές εταιρείες, σχετικά με τα σκαθάρια και τους σκόρους και διαπίστωσαν σημαντικές πτώσεις (72% και 54% αντίστοιχα), κάτι που επιβεβαιώνει το Κρέφελντ. Ο Ρουλ Φαν Κλιντ, ερευνητής από το Γερμανικό Κέντρο Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, παραδέχτηκε ότι όπως και οι περισσότεροι εντομολόγοι πριν από τον Κρέφελντ, δεν ενδιαφερόταν για τη βιομάζα. Τώρα ψάχνει για ιστορικά σύνολα δεδομένων, πολλά από τα οποία ξεκίνησαν ως μελέτες γεωργικών παρασίτων, όπως μια μελέτη δεκαετιών για ακρίδες στο Κάνσας, που θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία μιας πιο εμπεριστατωμένης εικόνας για το τι συμβαίνει.

Ο διακεκριμένος καθηγητής Άρθουρ Σαπίρο μελετά τις διακυμάνσεις του πληθυσμού των πεταλούδων στην Καλιφόρνια τα τελευταία 46 χρόνια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα από τα λίγα πολυετή σύνολα δεδομένων σχετικά με την αφθονία των εντόμων προέρχεται από το έργο του Άρθουρ Σαπίρο, ενός  παθιασμένου εντομολόγου από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το 1972 ο Σαπίρο ξεκίνησε να περπατά στην κεντρική κοιλάδα της Καλιφόρνιας, μετρώντας πεταλούδες και έκανε μια μελέτη για το πώς οι βραχυπρόθεσμες καιρικές διακυμάνσεις επηρέαζαν τους πληθυσμούς τους. Όσο περισσότερο συνέλεγε δείγματα, τόσο πιο πολύτιμα έγιναν τα δεδομένα του. «Και να ‘μαι λοιπόν, στο 46ο έτος!» λέει. Σχεδόν μισός αιώνας κατά τον οποίο περνούσε πέντε ημέρες την εβδομάδα, από τα τέλη της άνοιξης έως το τέλος του φθινοπώρου, παρατηρώντας τις πεταλούδες. Ο Σαπίρο είχε διαπιστώσει την συνολική μείωση του αριθμού των εντόμων και θεωρεί ότι αυτά που φέρνει στο φως η έρευνα του Κρέφελντ είναι πιθανό να συμβαίνουν και στον υπόλοιπο κόσμο. «Αλλά, φυσικά, δεν μελετάω ολόκληρο τον κόσμο», πρόσθεσε «Εγώ μελετάω τον I-80» (αυτοκινητόδρομος που συνδέει το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια με το Τίνεκ στο Νιου Τζέρσι).

Σήμερα γίνονται συνεχώς νέες προσπάθειες για τη δημιουργία περισσότερων προγραμμάτων παρακολούθησης εντόμων σε σχέση με το παρελθόν. Για παράδειγμα σε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στη Γερμανία οι ερευνητές στράφηκαν σε εθελοντές, χομπίστες και φυσιοδίφες, όπως έγινε και στο Κρέφελντ, ώστε να κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις. «Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν αυτά τα είδη», λέει η Αλέτα Μπον, του Γερμανικού Κέντρου Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, η οποία επιβλέπει το έργο. Απαιτούνται εξαιρετικές δεξιότητες για μια τέτοια εργασία. «Αυτοί οι άνθρωποι εκπαιδεύονται για δεκαετίες μαζί με άλλους ερασιτέχνες ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν για παράδειγμα, σκαθάρια με βάση τα γεννητικά τους όργανα».

Το αυτοκίνητο του Άντερς Τούτροπ, ειδικά διαμορφωμένο ώστε να συλλέγει έντομα.

Αυτή η παράδοση που έχει η Ευρώπη στους ερασιτέχνες φυσιολάτρες μας αποκαλύπτει γιατί τόσες πολλές από τις ενδείξεις σχετικά με την πτώση της βιοποικιλότητας των εντόμων προέρχονται από αυτήν. Ο καθηγητής Άντερς Τούτροπ για παράδειγμα πήρε την ιδέα για το λευκό δίχτυ στην οροφή του αυτοκινήτου από έναν χομπίστα που συνέλεγε σκαθάρια με αυτό τον τρόπο. Αν δεν υπήρχαν οι ερασιτέχνες θα γνωρίζαμε ελάχιστα. Υπό μια έννοια το ότι φτάσαμε ως εδώ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο φαινόμενο του παρμπρίζ. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η Ευρώπη δρα πολύ γρηγορότερα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Το ενδιαφέρον οδηγεί στην παρακολούθηση, έπειτα στην ευαισθητοποίηση, έπειτα στην ανησυχία και τέλος στην δράση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εφαρμόσει ορισμένα μέτρα για να βοηθήσει τους επικονιαστές, συμπεριλαμβανομένης της αυστηρότερης ρύθμισης για τα φυτοφάρμακα σε σχέση π.χ. με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η ανατροπή της κατάστασης απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτό. Πάντως διάφορες δημιουργικές προσεγγίσεις όπως η ενσωμάτωση οικοτόπων εντόμων σε αστικούς δρόμους κ.α. δείχνουν την ευαισθητοποίηση του κόσμου. Πρέπει όμως να βρούμε τις αιτίες, οι οποίες είναι πολύ βαθιές. Γιατί όπως λέει ο Λίστερ «Η φύση είναι ανθεκτική, αλλά την πιέζουμε σε τέτοια άκρα που τελικά θα προκαλέσουμε την κατάρρευση του συστήματος».

Πρωτοβουλίες ώστε να δημιουργηθούν περιοχές φιλικές προς τα έντομα είναι ελπιδοφόρες αλλά έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Χρειάζονται ριζοσπαστικές αλλαγές ώστε να ξεπεραστεί η κρίση.

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τελικά τα έντομα θα καταφέρουν να προσαρμοστούν. Ενώ οι τίγρεις τείνουν να γεννούν τρία ή τέσσερα μικρά κάθε φορά, ένας σκόρος φάντασμα (Hepialus humuli) στην Αυστραλία καταγράφηκε κάποτε να γεννά 29.100 αυγά ενώ είχε ακόμα 15.000 στις ωοθήκες του. Αυτό είναι ένα μοναδικό χαρακτηριστικό των εντόμων που θα τους επιτρέψει να ανακάμψουν, αλλά μόνο εάν τους δοθεί ο χώρος και η ευκαιρία να το κάνουν. Κάποιο μέσο έγραψε ότι «η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί, αρκεί κυρίως να ξανασχεδιαστεί με πιο «βιολογικό» τρόπο η γεωργία και να γίνονται αυστηρότεροι έλεγχοι στα φυτοφάρμακα». Είναι όμως αυτό αρκετό;

Τα φυτοφάρμακα είναι απλώς ένας απ’ τους παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση. Όπως είδαμε από την έρευνα του Λίστερ παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των εντόμων σε απομακρυσμένο, προστατευόμενο τροπικό δάσος όπου δεν υπάρχουν φυτοφάρμακα. Δεν αρκεί λοιπόν απλώς μια στροφή προς τη βιολογική γεωργία, τη στιγμή που τα κρουαζιερόπλοια για παράδειγμα, χρησιμοποιούν μαζούτ, λόγω του χαμηλότερου κόστους του, συμβάλλοντας σημαντικά στην ατμοσφαιρική ρύπανση, ή όταν η ταχύτατα αναπτυσσόμενη βιομηχανία του φοινικέλαιου απαιτεί συνεχώς νέα τροπικά δάση για αποψίλωση. Σύμφωνα με το EurActiv η ναυτιλία αντιπροσωπεύει σήμερα το 2-3% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και αν ήταν χώρα θα ήταν η έβδομη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών στον πλανήτη, ενώ το 49% του συνόλου της πρόσφατης αποψίλωσης των τροπικών δασών είναι αποτέλεσμα παράνομων εργασιών εκκαθάρισης για σκοπούς εμπορικής γεωργίας, συμβάλλοντας κατά 25% στις ετήσιες εκπομπές ορυκτών καυσίμων της ΕΕ.

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Μάρεϋ Μπούκτσιν στο βορειοδυτικό Ειρηνικό το 1988, φωτογραφημένος από την Τζάνετ Μπιλ.

Η εποχή που η οικολογία μπορούσε να σταθεί ως μονοδιάστατο κίνημα, αγνοώντας τα ταξικά ζητήματα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ένα σύστημα παραγωγής που σκοπό έχει την κυριαρχία πάνω στη φύση, αντιμετωπίζοντας τη βιόσφαιρα ως κάτι δίχως εγγενή αξία, ως έναν πόρο που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην καταστροφή. Όπως πολύ εύστοχα το είχε θέσει ο Μάρεϋ Μπούκτσιν «οι αιτίες της σημερινής οικολογικής κρίσης βρίσκονται στις ιεραρχικές δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική κοινωνία». Οικολογία και καπιταλισμός είναι έννοιες αντίθετες μεταξύ τους. Η φύση δεν είναι εμπόρευμα και οποιαδήποτε απόπειρα να θεωρηθεί ως τέτοιο και να ενταχθεί στους νόμους της αυτορυθμιζόμενης αγοράς είναι παράλογη. Ο πλανήτης δε μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμα μια κοινωνία που βασίζεται στο κέρδος, την υπερκατανάλωση και τη λογική τοις «πάσι θυσία» οικονομικής ανάπτυξης. Γι αυτό κάθε προσπάθεια σταδιακής και εκ των έσω αναμόρφωσης του σημερινού συστήματος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ο διαστημικός επιστήμονας Δρ. Σταμάτης Κριμιζής δήλωσε πρόσφατα σε μία συνέντευξη του, ότι «η ανθρωπότητα δεν πρέπει να εναποθέσει τις ελπίδες της στον εποικισμό άλλων πλανητών αλλά στην διατήρηση της ζωής στη Γη». Αν δούμε το ζήτημα ρεαλιστικά η αποίκιση κάποιου απ’ τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος αναμένεται σε 100 με 200 χρόνια και μιλάμε για υπόγειες αποικίες. Όχι κάτι ιδιαίτερα ελκυστικό. Πολύ δύσκολα θα καταφέρουμε να γίνουμε διαστημικός πολιτισμός και να προσεγγίσουμε κάποιον άλλο κατοικήσιμο πλανήτη, σε λιγότερο από μία χιλιετία. Θα καταφέρουμε όμως να επιβιώσουμε τόσο; Ενώ τίθεται και το ερώτημα: έχουμε το δικαίωμα να εισβάλουμε σε αυτούς τους κόσμους; Ό,τι έχουμε αυτή στη στιγμή είναι αυτός ο βράχος πάνω στον οποίο στεκόμαστε. Κατά κάποιο τρόπο είμαστε φυλακισμένοι εδώ. Όσο δύσκολο κι αν φαντάζει αυτή τη στιγμή, είναι ώρα για ριζοσπαστικές αλλαγές γιατί όπως έλεγε ο Μπούκτσιν «εάν δεν κάνουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο».

 

 

Βασισμένο στην έρευνα της Μπρουκ Τζάρβις δημοσιογράφου των New York Times

Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Βιβλιογραφία:

Η Γερμανική μελέτη του Κρέφελντ:
More than 75 percent decline over 27 years in total flying insect biomass in protected areas
Caspar A. Hallmann, Martin Sorg, Eelke Jongejans, Henk Siepel, Nick Hofland, Heinz Schwan, Werner Stenmans, Andreas Müller, Hubert Sumser, Thomas Hörren, Dave Goulson, Hans de Kroon

Η μελέτη του βιολόγου Μπραντ Λίστερ:
Climate-driven declines in arthropod abundance restructure a rainforest food web
Bradford C. Lister and Andres Garcia

Η μελέτη του 1995 για τα παιδιά στο Χιούστον:
Environmental Views and Values of Children in an Inner-City Black Community
Peter H. Kahn Jr., Batya Friedman

The shifting baselines syndrome
Masashi Soga

Historical marine ecology
Loren McClenachan

Παγίδα Μαλαίζ – Malaise trap

Entomologischer Verein Krefeld  (Εντομολογική Ένωση του Κρέφελντ)

Τροφικός καταρράκτης – Trophic cascade

Λειτουργική εξαφάνιση – Functional extinction

Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών:
Colony Collapse Disorder: A Descriptive Study
Dennis vanEngelsdorp, Jay D. Evans, Claude Saegerman, Chris Mullin, Eric Haubruge, Bach Kim Nguyen, Maryann Frazier, Jim Frazier, Diana Cox-Foster, Yanping Chen, Robyn Underwood, David R. Tarpy, Jeffery S. Pettis

Art Shapiro’s Butterfly Project

Κι όμως ο άνθρωπος δεν είναι το μόνο είδος που θάβει τους νεκρούς του!

Το ανθρώπινο είδος δεν είναι το μόνο που θάβει τους νεκρούς του. Τα μυρμήγκια, οι μέλισσες και οι τερμίτες φροντίζουν τους νεκρούς τους, είτε απομακρύνοντάς τους από την αποικία, είτε θάβοντας τους.

Δεδομένου ότι αρκετά κοινωνικά έντομα δημιουργούν μεγάλες αποικίες, είναι φυσικό να αντιμετωπίζουν πολλά παθογόνα. Κάθε μόλυνση μπορεί να εξελιχθεί άμεσα σε πανδημία. Έτσι η φροντίδα των νεκρών είναι καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση της υγείας τους. 

Μυρμήγκια
Στις μεγάλες αποικίες οι εργάτριες συχνά αναλαμβάνουν το ρόλο του νεκροθάφτη, απομακρύνοντας τα νεκρά άτομα τα οποία μεταφέρουν είτε σε ένα εξειδικευμένο θάλαμο της φωλιάς, είτε σε ένα σωρό σκουπιδιών, είτε απλώς μακριά. Σε ορισμένα είδη μάλιστα τα πτώματα θάβονται.

Σε μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMC Evolutionary Biology διαπιστώθηκε ότι στις νεοσύστατες μικρές αποικίες των μαύρων μυρμηγκιών (Lasius niger) που δεν έχουν ακόμη αρκετές εργάτριες, το ρόλο του νεκροθάφτη αναλαμβάνουν οι βασίλισσες. «Δαγκώνουν και κόβουν το πτώμα σε κομμάτια και στη συνέχεια θάβουν αυτά τα κομμάτια» λέει ο συγγραφέας της μελέτης, εξελικτικός βιολόγος Chris Pull του Ρόγιαλ Xόλογουεϊ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

«Φανταζόμαστε τις βασίλισσες των μυρμηγκιών σαν κάποιους μονάρχες, οι οποίοι κατοικούν βαθιά μέσα στην αποικία και προστατεύονται από τις εργάτριες, ενώ δεν εμπλέκονται στην εκτέλεση επικίνδυνων εργασιών της αποικίας. Όμως αυτό δεν ισχύει. Η μελέτη μας δείχνει ότι έχουν την ικανότητα να εκτελούν αυτές τις εργασίες όταν αυτό απαιτείται» λέει ο Pull. Με αυτό τον τρόπο η βασίλισσα μειώνει την πιθανότητα του θανάτου της επτά φορές. Έτσι η νεοσυσταθείσα αποικία έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει.

Μέλισσες
Στις αποικίες μελισσών, τα νεκρά ή άρρωστα άτομα απομακρύνονται άμεσα. Οι μέλισσες αφού φέρουν σε επαφή με το νεκρό, τις κεραίες τους (σημαντικότατο αισθητήριο όργανο), μεταφέρουν το πτώμα χρησιμοποιώντας τις κάτω γνάθους, έξω από την κυψέλη τους.

Όμως οι μέλισσες δεν απομακρύνουν απλώς τους νεκρούς απ’ την κυψέλη τους, αλλά σύμφωνα με μια μελέτη του 1983, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Animal Behavior, δίνουν προτεραιότητα σε νεκρά εδώ και αρκετή ώρα άτομα (η μελέτη αναφέρεται σε νεκρά άτομα 1 ώρας) σε σχέση με πρόσφατα σκοτωμένα άτομα. Αυτή η μικρή ομάδα εξειδικευμένων εργατριών είναι ως επί το πλείστον μέσης ηλικίας και αντιπροσωπεύει μόλις 1% με 2% του πληθυσμού. 

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται εξυγιαντική συμπεριφορά των μελισσών και επειδή παρουσιάζει διαφορές από μελίσσι σε μελίσσι είναι σημαντικό για τους μελισσοκόμους να επιλέγουν γενετικό υλικό για την εκτροφή βασιλισσών, από μελίσσια που παρουσίασαν έντονα αυτή τη συμπεριφορά. Για να ελεγχθεί αυτό γίνονται τρύπες σε 100 κελιά γόνου (σκοτώνονται δηλαδή οι προνύμφες) και ελέγχονται έπειτα από 24 ώρες. Μελίσσια που θα καθαρίσουν σ’ αυτό το διάστημα πάνω από το 85% των κελιών θεωρείται ότι έχουν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά.

Τερμίτες
Ενώ τα περισσότερα κοινωνικά έντομα απομακρύνουν τους νεκρούς τους από τη φωλιά, τα πτώματα των τερμιτών θάβονται μέσα στη φωλιά.  Όπως και με άλλα κοινωνικά έντομα, οι χημικές αλλαγές που συντελούνται μετά το θάνατο, γίνονται γρήγορα αντιληπτές από τους τερμίτες.

Ο ανατολικός υπόγειος τερμίτης (Reticulitermes flavipes) μπορεί να εντοπίσει ένα πτώμα, λίγα λεπτά μετά το θάνατο. Όπως και οι μέλισσες, οι τερμίτες θα περιεργαστούν το πτώμα με τις κεραίες τους, πριν το αρπάξουν με τα σαγόνια τους. Μια μελέτη του 2013 που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports έδειξε ότι αυτό το είδος τερμίτη συμπεριφέρεται διαφορετικά εάν οι νεκροί είναι δικοί του ή από στενά συγγενικά είδη. 

Πηγές: Νationalgeographic, Wikipedia