Στην Κολομβία, παράνομα υλοτομημένη ξυλεία επαναχρησιμοποιείται για να βοηθήσει τις μέλισσες!

Στη βορειοανατολική Κολομβία, στην περιοχή του Σανταντέρ, οι αποθήκες της αστυνομίας είναι γεμάτες με κατασχεμένη ξυλεία, η οποία μέσω μιας πρωτοβουλίας που ονομάζεται «Timber Returns Home» μετατρέπεται σε κυψέλες για τις μέλισσες.

Από το 2021 περίπου 200 κυβικά μέτρα παράνομα υλοτομημένου ξύλου έχουν μετατραπεί σε 1.000 κυψέλες για τους μικρούς αυτούς επικονιαστές που είναι τόσο κρίσιμοι για την ανθρώπινη επιβίωση, αλλά απειλούνται από τα φυτοφάρμακα και την κλιματική αλλαγή. Άλλα 10.000 κυβικά μέτρα έχουν προγραμματιστεί για την επόμενη φάση, σύμφωνα με την περιβαλλοντική αρχή του Σανταντέρ.

Παλαιότερα, η κατασχεμένη ξυλεία μετατρέπονταν σε πριονίδι και δωριζόταν σε δήμους για έργα ή μερικές φορές απλώς αφήνονταν να σαπίσει. Τώρα όμως μετατρέπεται σε κυψέλες ώστε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του εξαιρετικά σοβαρού προβλήματος της πιθανής εξαφάνισης των μελισσών, σύμφωνα με τον βιολόγο German Perilla, διευθυντή του Honey Bee Impact Foundation.

Περίπου τα τρία τέταρτα των καλλιεργειών που παράγουν καρπούς ή σπόρους για ανθρώπινη κατανάλωση εξαρτώνται από την επικονίαση. Ωστόσο, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν προειδοποιήσει ότι το 40% των ασπόνδυλων επικονιαστών και ιδιαίτερα οι μέλισσες και οι πεταλούδες κινδυνεύουν με παγκόσμια εξαφάνιση.

«Η κύρια απειλή είναι ότι θα ξεμείνουμε από δέντρα και δεν θα υπάρχουν λουλούδια γιατί, χωρίς λουλούδια, δεν υπάρχουν μέλισσες. χωρίς μέλισσες, δεν υπάρχουν άνθρωποι και θα ξεμείνουμε από τροφή» λέει η μελισσοκόμος Maria Acevedo, μία από τις δικαιούχους του έργου, η οποία μόνο το 2023 έχασε περισσότερες από τις μισές κυψέλες της, από τα τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται στις κοντινές καλλιέργειες όπως ο καφές.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περίπου 3.000 κυψέλες, η καθεμία εκ των οποίων φιλοξενεί έως και 50.000 μέλισσες, πεθαίνουν στην Κολομβία ετησίως. Οι εργαστηριακές εξετάσεις βρήκαν ίχνη του εντομοκτόνου fipronil στα περισσότερα νεκρά έντομα. Η Κολομβία έχει απαγορεύσει το fipronil, το οποίο είναι ήδη εκτός νόμου στην Ευρώπη και έχει περιοριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα από τον Φεβρουάριο του 2024.

Σύμφωνα με την Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, οι υψηλότερες θερμοκρασίες, οι ξηρασίες, οι πλημμύρες και άλλα ακραία φαινόμενα που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή μειώνουν το νέκταρ στα άνθη από τα οποία τρέφονται οι μέλισσες. Μελέτες έχουν επίσης συνδέσει τη στειρότητα των μελισσών με το θερμικό στρες.

Επίσης η Κολομβία το 2022 έχασε από την παράνομη υλοτομία περισσότερα από 300.000 στρέμματα δέντρων, κυρίως στον Αμαζόνιο, το μεγαλύτερο τροπικό δάσος στον κόσμο. Σχεδόν το ήμισυ της ξυλείας που διακινείται στην Κολομβία είναι παράνομης προέλευσης, σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Πηγή: Al Jazeera

Την ώρα που η Τουρκία φτιάχνει δάση μελιού η Ελλάδα διώκει τη μελισσοκομία !

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι οι μόνες χώρες που παράγουν πευκόμελο. Για την Ελλάδα μάλιστα η παραγωγή πευκόμελου αποτελεί το 60% της παραγωγής. Την ώρα όμως που η Τουρκία προοδεύει, στηρίζοντας έμπρακτα την παραγωγή και δημιουργώντας δάση, η Ελλάδα καίει, καταστρέφει τα ήδη υπάρχοντα και διώκει τη μελισσοκομία.

Τα τελευταία δεπέντε χρόνια στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού» με το οποίο δημιουργήθηκαν συνολικά 700 δάση μελιού! Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση (διάνοιξη δασικών δρόμων) και εγκατάσταση μελισσοσμηνών.

Οι Τούρκοι κατάφεραν με μελετημένες δενδροφυτεύσεις, από το Υπουργείο Γεωργίας και τη Δασική Υπηρεσία, να εμπλουτίσουν, ακόμα και υποβαθμισμένα δάση, όπως για παράδειγμα αυτό της Αδριανούπολης στο οποίο φύτευσαν 130.000 δέντρα, με αποτέλεσμα να αναγεννηθεί.

Κατασκεύασαν από θέσεις για μελισσοκομεία με ξύλινες βάσεις, μέχρι και ποτίστρες με νερό για τις μέλισσες, ειδικά φτιαγμένες ώστε να μην πνίγονται.

Με αυτό τον τρόπο και μέσα σε μια δεκαπενταετία η Τουρκία κατάφερε να ανέβει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα οι κυψέλες εντάσσονται στο νόμο περί αυθαιρέτων, η μελισσοκομία διώκεται και η Εύβοια αφέθηκε να καεί. Οι Δασικές Υπηρεσίες, η Πολιτική Προστασία, η Αστυνομία και η Πυροσβεστική αντί να διευκολήνουν τους παραγωγικούς κλάδους, όπως γίνεται στη γείτονα χώρα, εκδίδουν απαγορευτικές διατάξεις, αυθαίρετα, παραβιάζοντας ισχύοντες νόμους.

Οι Δασικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα αντί να δημιουργήσουν χώρους για τα μελίσσια, δεδομένου ότι και η παρουσία των μελισσών στα δάση είναι επιτακτική, καθώς το 86% των δασικών ειδών επικονιάζεται από αυτές, θεωρούν την κυψέλη ως αυθαίρετο και εφαρμόζουν το νόμο για τους καταπατητές (998/1979), στέλνοντας «προσκλήσεις κατεδάφισης των μελισσιών» ακόμα και σε ερευνητικά μελισσοκομία όπως αυτό του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων.

Παράλληλα είδαμε την Εύβοια, όπου βρίσκονταν το ένα απ’ τα τρία μεγάλα πευκοδάση της χώρας, να αφήνεται στην τύχη του να καεί απ’ άκρη σ’ άκρη και την ασύλληπτη καταστροφή απ’ τις πυρκαγιές στη Ρόδο αλλά και στον Έβρο. Η παρακμή είναι διάχυτη. 

Βαρρόα βρέθηκε στην Αυστραλία

Το άκαρι βαρρόα εντοπίστηκε για πρώτη φορά στο λιμάνι του Νιούκαστλ, στη Νέα Νότια Ουαλία, στην Αυστραλία, τη μοναδική ήπειρο μέχρι σήμερα που παρέμενε χωρίς βαρρόα.

Οι Αρχές επιβεβαίωσαν ότι τα ακάρεα εντοπίστηκαν στις 22 Ιουνίου, σε ορισμένες κυψέλες που βρίσκονταν, μέσω του προγράμματος επιτήρησης και ανίχνευσης, γύρω απ’ το λιμάνι. Στη συνέχεια περίπου 400 μελίσσια υποβλήθηκαν σε ευθανασία. Πρόθεσή τους ήταν να εξαλείψουν τα ακάρεα και να βεβαιωθούν ότι δεν θα μολυνθεί ολόκληρη η ήπειρος.

Η περιοχή χωρίστηκε σε ζώνες και μπήκε σε καραντίνα. Τα μελίσσια που βρίσκονται 10λμ γύρω απ’ τα σημεία που εντοπίστηκαν τα ακάρεα καταστρέφονται. Ως περιοχή παρακολούθησης ορίστηκε η περιοχή 25χλμ γύρω και μέχρι τα 50χλμ απαγορεύεται η μετακίνηση των μελισσιών.

Η βαρρόα είναι ένα άκαρι με καταγωγή από την Νοτιοδυτική Ασία, όπου ενδημούσε ως μόνιμο παράσιτο στην Ινδική μέλισσα Apis cerana. Η φυσική επιλογή οδήγησε έπειτα από την πάροδο εκατομμυρίων ετών τον ξενιστή και το παράσιτο σε μια κατάσταση ισορροπίας. Από το 1940 και μετά όμως άρχισε να εξαπλώνεται και στον υπόλοιπο κόσμο με αποτέλεσμα να μεταδοθεί και στην Ευρωπαϊκή μέλισσα Apis mellifera, με καταστροφικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε γύρω στα 1978.

Η ίδια η βαρρόα δεν σκοτώνει τις μέλισσες, τις εξασθενεί όμως τόσο ώστε να είναι ευάλωτες σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο ιός των παραμορφωμένων φτερών (Deformed Wing Virus), ή ο ιός οξείας παράλυσης (Acute Bee Paralysis Virus) των οποίων η βαρρόα είναι φορέας.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το 1981 στην Ελλάδα το πρόβλημα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με 220.000 μελισσοσμήνη να καταστρέφονται ολοκληρωτικά. Όπως είναι φυσικό επικρατεί πανικός, όμως οι συνάδελφοι Αυστραλοί θα πρέπει να κρατήσουν την ψυχραιμία τους καθώς πλέον διαθέτουμε αρκετή γνώση σχετικά με την αντιμετώπιση του παρασίτου.

 

 

 

Ο πόλεμος και η κλιματική αλλαγή αναγκάζουν τις μέλισσες της Συρίας να φύγουν μακριά

Η μελισσοκομία στη βορειοδυτική Συρία, η οποία κάποτε γνώρισε σπουδαίες μέρες, αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω του πολέμου και των συνεπειών του, εν μέσω έλλειψης υποστήριξης.

Σύρος μελισσοκόμος στην επαρχία Ιντλίμπ φωτογραφημένος το Μάιο του 2022 από τον Omar haj kadour.

Ο Συριακός εμφύλιος πόλεμος που ξεκίνησε το 2011, έπειτα από την εξέγερση στα πλαίσια της Αραβικής Άνοιξης, είχε σαφή αντίκτυπο στη μελισσοκομία, τόσο στην παραγωγή όσο και στην εμπορία του μελιού, κυρίως στη βορειοδυτική Συρία, καθώς οι μελισσοκόμοι έχασαν σημαντικά βοσκοτόπια με την πάροδο των ετών.

Η σχετική ηρεμία που επικρατεί στην περιοχή σήμερα δίνει την ελπίδα στους μελισσοκόμους ότι θα αντισταθμίσουν τις απώλειες. Αν και η ύπαιθρος του Ιντλίμπ, του Χαλεπίου και του Αφρίν, που ελέγχεται πια από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης έπειτα από την Τουρκική στρατιωτική εισβολή, είναι πλούσια σε λουλούδια και νέκταρ και οι κλιματικές συνθήκες είναι κατάλληλες για μελισσοκομία και παραγωγή μελιού, οι μελισσοκόμοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις.

Μαχητές του Ελεύθερου Συριακού Στρατού που υποστηρίζονται από την Τουρκία ξεκουράζονται σε ένα χωράφι στο ανατολικό Αφρίν (Μάρτιος 2018)

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών που εκδόθηκαν το 2019, η μελισσοκομία ήταν μια παραδοσιακή βιομηχανία στη Συρία πριν από τον πόλεμο του 2011 και υπήρχαν πάνω από 700.000 κυψέλες οι οποίες παρήγαγαν μέλι, βασιλικό πολτό και κερί. Η έκθεση ανέφερε επίσης ότι ένας μελισσοκόμος μπορούσε να ζήσει από την παραγωγή του εάν είχε τουλάχιστον 100 κυψέλες, οι οποίες ήταν σε θέση να παράγουν κατά μέσο όρο 20 έως 25 κιλά μέλι ετησίως ανά κυψέλη.

Ο Μοχάμεντ αλ-Χουσεΐν, επικεφαλής της Ένωσης Ελεύθερων Μελισσοκόμων στην ύπαιθρο του Χαλεπίου, έχασε πολλές κυψέλες και τεράστια χρηματικά ποσά. Αναγκάστηκε να συνενώσει πολλά απ’ τα 140 μελίσσια του ώστε να γίνουν παραγωγικά με αποτέλεσμα να μείνουν 40. «Οι μελισσοκόμοι έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες τα τελευταία δύο χρόνια λόγω των κλιματικών συνθηκών και των καιρικών διακυμάνσεων που επηρέασαν τα βοσκοτόπια και την ανθοφορία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής, τη μείωση του αριθμού των κυψελών και την ανάγκη για τάισμα των μελισσών, αυξάνοντας το κόστος. Πολλοί μελισσοκόμοι έχουν επίσης εκτοπιστεί και οι τοπικές αρχές δεν προσφέρουν καμία υποστήριξη».

Σύμφωνα με τον Χουσεΐν πολλοί μελισσοκόμοι εγκατέλειψαν το επάγγελμα λόγω των μεγάλων απωλειών ή ως απόρροια του εκτοπισμού, ενώ πρόσθεσε «Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετωπίζουμε είναι οι υψηλές τιμές. Για παράδειγμα, η τιμή μιας ξύλινης κυψέλης στο παρελθόν ήταν 24 δολάρια και σήμερα είναι 42 δολάρια. Αυτό προστίθεται στη μείωση των βοσκοτόπων. Παλαιότερα μπορούσαμε να περιπλανηθούμε ελεύθερα από την Νταράα στα νότια, προς την ακτή και τα βουνά στη δυτική Συρία για να βρούμε το νέκταρ των εσπεριδοειδών και δυτικά στην ύπαιθρο της Δαμασκού για να βρούμε γλυκάνισο, καθώς και κατά μήκος του ποταμού Ευφράτη στη βορειοανατολική Συρία όπου ανθίζει το βαμβάκι». Η τιμή του μελιού μπορεί να έχει ανέβει από τα 8 δολάρια στα 10 στη λιανική, όμως η ζήτηση έχει μειωθεί πολύ.

Μελισσοκόμοι του Ιντλίμπ ταξιδεύουν όπου μπορούν για να βρουν το κατάλληλο περιβάλλον για τις μέλισσες τους. [Ali Haj Suleiman/Al Jazeera]

Η μελισσοκομία είναι η μόνη δουλειά που γνώρισε ποτέ ο 29χρονος Αχμάν αλ-Χασάν από το Ιντλίμπ. «Δεν υπάρχει πια αρκετή γη για τις μέλισσες», εξηγεί απογοητευμένος «Πριν από την τρέχουσα κατάσταση, είχαμε εκτάσεις γης να δουλέψουμε». Στο Ιντλίμπ εκτιμάται ότι το 97% των κατοίκων ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και οι περισσότεροι είναι εσωτερικά εκτοπισμένοι.

Ο Χασάν παίρνει τα ρίσκα του. Συχνά μετακινεί τα μελίσσια του κοντά στα τουρκικά σύνορα ή ακόμα και κοντά στις γραμμές του μετώπου ώστε να εξασφαλίσει ότι οι μέλισσές του θα έχουν πρόσβαση σε φυτά. «Ανησυχούμε όταν τοποθετούμε τις κυψέλες κοντά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, αλλά είναι καλύτερο από το να αφήσουμε τις μέλισσες να πεθάνουν απ’ την πείνα» λέει.

Ο μελισσοκόμος Αχμάν αλ-Χασάν με ένα πλαίσιο μελιού. [Ali Haj Suleiman/Al Jazeera]

«Δεν εξάγουμε τίποτα» συνεχίζει ο Χασάν «βασιζόμαστε αποκλειστικά στην τοπική αγορά». Όμως η τοπική αγορά στη βορειοδυτική Συρία έχει καταρρεύσει οικονομικά. Η τουρκική λίρα, το κύριο νόμισμα που χρησιμοποιείται στην περιοχή, έχει χάσει απότομα την αξία της, ενώ τα πράγματα επιδεινώθηκαν ακόμα περισσότερο μετά τη Ρωσο-Ουκρανική σύγκρουση. Εκτός αυτού η άνοδος της θερμοκρασίας και η μείωση των βροχοπτώσεων έχουν πλήξει τη βόρεια Συρία τα τελευταία χρόνια. Οι βροχοπτώσεις είναι σποραδικές και συμβαίνουν τις πιο απροσδόκητες στιγμές.

Προς το παρόν οι μελισσοκόμοι της Συρίας θα συνεχίσουν να ρισκάρουν μετακινώντας τις μέλισσες τους προς τα τουρκικά σύνορα ελπίζοντας ότι αυτές θα βρουν πιο πράσινα βοσκοτόπια.

πηγές: Aljazeera, Al-Monitor

 

 

 

 

Τα δάση μελιού της Τουρκίας

Το 2008 στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού». Έως σήμερα έχουν δημιουργηθεί 600 μελισσοκομικά δάση με σκοπό να γίνουν 720 ως το 2023, με την Τουρκία να ανεβαίνει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού, πίσω μόνο από την Κίνα.

Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιούνται έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση και εγκατάσταση μελισσοσμηνών. Η μεγάλη μείωση των επικονιαστών παγκοσμίως λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων, της κλιματικής αλλαγής της αστικοποίησης κ.α. έχει κάνει την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων δασών επιτακτική.

Το 2017 ρυθμίστηκαν από Γενική Διεύθυνση Δασών της Τουρκίας, όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τους μόνιμους αλλά και τους νομάδες μελισσοκόμους, δίνοντας τους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από αυτούς τους τομείς πιο αποτελεσματικά. Όπως δήλωσε ο μελισσουργός Hüseyin Baş «Αντιμετωπίζαμε δυσκολίες για να φτάσουμε εδώ. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το δάσος μελιού, η πρόσβαση έγινε πιο εύκολη. Εκμεταλλευτήκαμε αυτή την ευκολία που μας παρέχει το κράτος».

Η Τουρκία ανέβηκε στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δάσος μελιού της Αδριανούπολης, το οποίο είχε υποβαθμιστεί. Εκεί από το 2016 φυτεύτηκαν 130.000 δέντρα και αρωματικά φυτά σε μια έκταση περίπου 3.000 στρεμμάτων. Η περιοχή εμπλουτίστηκε με φυτά όπως η ακακία, η καστανιά, η φλαμουριά, η λεβάντα και το θυμάρι. Έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί φιλοξενήσει περίπου 1500 κυψέλες.

Ο μελισσοκόμος απ’ το Χαλέπι

Το 2013, ο Σύρος μελισσοκόμος Ryad Alsous ήπιε το τελευταίο του φλιτζάνι τσάι μέντας στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του στη Δαμασκό. Θα έφευγε από την πόλη όπου είχε περάσει όλη του τη ζωή για να μετακομίσει στη Βρετανία. Οκτώ χρόνια αργότερα, πίνει ξανά τσάι μέντας φτιαγμένο στην ίδια τσαγιέρα αλλά αυτή τη φορά στο Χάντερσφιλντ. Η τσαγιέρα είναι το μόνο αντικείμενο που έχει ακόμα από το σπίτι του στη Συρία.

Η πολυκατοικία του είχε βομβαρδιστεί δύο φορές ενώ εκρήξεις στο ανατολικό τμήμα της πόλης γίνονταν καθημερινά. Την ημέρα που έφευγε, ένας δυνατός κρότος εκεί κοντά έκανε τα περιστέρια που είχαν κάτσει στο μπαλκόνι του να πεταχτούν για λίγο στον αέρα. Ταΐζε τα πουλιά για χρόνια και συνειδητοποίησε ότι δεν θα είχαν κανέναν να τα προσέχει από την στιγμή που θα έφευγε. 

«Άφησα το παράθυρό μου ανοιχτό κατά 25 περίπου εκατοστά, αρκετά ώστε να επιτρέψω στα πουλιά να μπαίνουν μέσα. Άνοιξα επίσης όλα τα ντουλάπια της κουζίνας μου για να φάνε τα πουλιά ό,τι είχαμε. Ένιωσα ότι εκείνη τη στιγμή, άλλαζα θέσεις μαζί τους. Εμένα μου επέτρεψαν να μπω στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια ασφαλή χώρα, και εγώ τους έδωσα το ασφαλές σπίτι μου για να μείνουν, να φάνε, να πίνουν, να φωλιάσουν και να γεννήσουν απογόνους».

Τουλάχιστον 350.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε 10 χρόνια μαχών στη Συρία, και ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερος σύμφωνα με τον ΟΗΕ, με 13,5 εκατομμύρια ανθρώπους (ο μισός πληθυσμός) να έχουν εκτοπιστεί βίαια. Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πήγε μαζί με τη σύζυγο του και τα πέντε παιδιά του, ο Alsous ίδρυσε το Buzz Project, μια φιλανθρωπική οργάνωση που βοηθά τους πρόσφυγες να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία. Η ιστορία του πώς το έκανε είναι η πηγή έμπνευσης για τον χαρακτήρα του Μουσταφά στο μπεστ σέλερ βιβλίο «The Beekeeper of Aleppo». Όπως ο Alsous έτσι και ο χαρακτήρας του βιβλίου φτάνει στο Γιορκσάιρ, όπου ξεκινά ένα μελισσοκομείο με τις σπάνιες βρετανικές μαύρες μέλισσες και διδάσκει στους πρόσφυγες την τέχνη της παραγωγής μελιού.

Στόχος του Buzz Project είναι να βοηθήσει ανθρώπους σαν αυτόν, που έχουν εξοριστεί από τη χώρα τους, ώστε να νιώσουν σαν στο σπίτι τους σε μια άγνωστη χώρα. Μέχρι τώρα έχει βοηθήσει περισσότερους από 30 πρόσφυγες από χώρες όπως η Συρία, το Σουδάν, το Κουρδιστάν και η Τουρκία. Τη δεκαετία του 1990, τα στρατεύματα του Σαντάμ Χουσεΐν αποστράγγισαν τα έλη της Μεσοποταμίας στο Ιράκ, το μεγαλύτερο υγροτοπικό οικοσύστημα στη Μέση Ανατολή, μειώνοντάς τα στο 10% του αρχικού τους μεγέθους. Δεκαετίες πολέμου έχουν καταστρέψει περισσότερα από τα μισά δάση του Αφγανιστάν. Εν τω μεταξύ, η κλιματική κρίση εκτοπίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Πέρυσι, υπολογίζεται ότι 30 εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν ΄σε άλλη περιοχή λόγω των πλημμυρών, των καταιγίδων και των πυρκαγιών.

Ο Alsous μιλάει με αγάπη για τη βρετανική ύπαιθρο. Θαυμάζει τους κράταιγους και τις φλαμουριές, τα οποία λατρεύουν και οι μέλισσες. Πήρε την πρώτη του κυψέλη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2015, χάρη στην Debbie, μια γυναίκα από το Μάντσεστερ που βρήκε στο Facebook. Τώρα έχει 100. Για τον Alsous το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα της αφθονίας, αλλά η θλίψη για την εγκατάλειψη της χώρας του δε μπορεί να φύγει. «Θυμάμαι κάθε γωνιά της Δαμασκού» λέει. Πριν από λίγους μήνες, η μικρότερη αδερφή του πέθανε από Covid στη Συρία ενώ εκείνος της μιλούσε στο τηλέφωνο. Δε μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο για περίθαλψη γιατί δεν είχε καύσιμα. Είχε να την δει από τότε που έφυγε. Τα υπόλοιπα αδέρφια του βρίσκονται επίσης στη Συρία. Κανένας τους δε μπόρεσε να φύγει. Το όνειρό του είναι να γυρίσει και να τους δει μια μέρα. 

Ερωτεύτηκε τις μέλισσες στα 21 του, ενώ τις σπούδαζε γεωπονία. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και η μητέρα του μοδίστρα. Μαζί με έναν φίλο του αγόρασαν 2 παραφυάδες απ’ τις οικονομίες τους, οι οποίες σύντομα έγιναν μελίσσια. Έβγαζε χρήματα πουλώντας μέλι σε φίλους και συγγενείς. Στη Συρία, οι μέλισσες μάζευαν νέκταρ από βαμβάκια, ηλίανθους, ευκάλυπτους, ερείκη και άνθη εσπεριδοειδών. Ο Alsous ήταν μέλος ενός μελισσοκομικού συλλόγου στη Συρία και λέει ότι ο αριθμός των μελισσοκόμων στη χώρα τετραπλασιάστηκε σε 25.000 μεταξύ 1989 και 2011, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν.

Υπολογίζει ότι περισσότερα από τα τρία τέταρτα των κυψελών στη Συρία καταστράφηκαν στον πόλεμο. Ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού και είχε 500 κυψέλες, οι οποίες καταστράφηκαν όλες – είτε πυρπολήθηκαν είτε οι μέλισσες χάθηκαν από πείνα καθώς οι καλλιέργειες στις οποίες βασίζονταν εγκαταλείφθηκαν. Για τον Alsous οι μέλισσες είναι μια ιδανική κοινωνία, συνεργάζονται και φροντίζουν η μία την άλλη. «Μέλισσες σημαίνουν ειρήνη και ζωή» λέει.

πηγή: The Guardian

Συμπλοκές μελισσοκόμων με την αστυνομία στη Χιλή!

Μελισσοκόμοι της Χιλής διαδήλωσαν έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγκο, για την κλιματική αλλαγή και την εκτεταμένη ξηρασία που αυτή έχει προκαλέσει με αποτέλεσμα να πληγεί η παραγωγή τους.

Κατά τη διάρκεια συμπλοκών με την αστυνομία, οι μελισσοκόμοι απελευθέρωσαν μελίσσια μέσα στην πόλη με αποτέλεσμα 7 αστυνομικοί να μεταφερθούν στο νοσοκομείο, μετά από τσιμπήματα. Τέσσερις μελισσοκόμοι συνελήφθησαν.

Οι μελισσοκόμοι είχαν συγκεντρωθεί για να διαμαρτυρηθούν για την κακή οικονομική τους κατάσταση και να ζητήσουν στήριξη από το κράτος. Όπως δήλωσαν στους δημοσιογράφους “Η ξηρασία που συνεχίζεται εδώ και μια δεκαετία οδηγεί τις μέλισσες στο να πεθαίνουν. Και χωρίς μέλισσες δεν υπάρχει ζωή...”

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, ζήτησαν μεταρρυθμίσεις ώστε να βελτιωθεί η τιμή του μελιού, η οποία παραμένει χαμηλή παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή, ή παροχή επιδοτήσεων. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Γεωργίας λένε ότι συμμερίζονται την ανησυχία των διαδηλωτών για τις επιπτώσεις της ξηρασίας, προσθέτοντας ότι παρέχουν βοήθεια εδώ και μήνες σε 20 κοινότητες που αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη νερού

πηγή: Reuters, BBC

Ευθύνεται η εντατικοποίηση της καλλιέργειας του αβοκάντο για τους θανάτους μελισσών στην Κολομβία;

Για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια ο Gildardo Urrego μαζεύει σωρούς από νεκρές μέλισσες, στο μελισσοκομείο του, στη βορειοδυτική Κολομβία. Δεν έχει καμία απόδειξη αλλά υποψιάζεται ότι ο ένοχος είναι κάποιο φυτοφάρμακο το οποίο εφαρμόζεται κατά την διάρκεια της ανθοφορίας, στις εντατικές καλλιέργειες αβοκάντο αλλά και των εσπεριδοειδών.

Εκατοντάδες μελίσσια έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα και ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι υπεύθυνο γι αυτό είναι το fipronil, ένα εντομοκτόνο απαγορευμένο για χρήση σε καλλιέργειες στην Ευρώπη, ενώ υπό περιορισμό είναι στις ΗΠΑ και Κίνα.

Χρησιμοποιείται ενάντια σε κάθε είδος εντόμων, συμπεριλαμβανομένων μυρμηγκιών και τσιμπουριών ενώ έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για θανάτους μελισσών σε όλο τον κόσμο. Στο μελισσοκομείο του Urrego στην Αντιόχεια της Κολομβίας παράγεται ένα αρωματικό ανθόμελο από οπωροφόρα. Το 2019, έχασε τα μισά του μελίσσια, ενώ πέρσι το ένα τρίτο. «Υπάρχει μια υποψία ότι, ναι, αυτό οφείλεται σε δηλητηρίαση καθώς δεν έχει γίνει σωστή διαχείριση των αγροχημικών στις καλλιέργειες της περιοχής» δήλωσε.

Πριν από μια δεκαετία οι μέλισσες στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Νότια Αμερική και αλλού άρχισαν να πεθαίνουν από την διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD), μια μυστηριώδη μάστιγα η οποία οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, εκ των οποίων σημαντικότερος είναι τα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα.

Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι σχεδόν οι μισοί επικονιαστές εντόμων, ιδίως οι μέλισσες και οι πεταλούδες, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πηγή: Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Η μελισσοκομία των βράχων

Σε έναν βράχο ύψους 100 μέτρων στην επαρχία Miyun στην Κίνα βρίσκονται κρεμασμένες 600 κυψέλες οι οποίες φιλοξενούν την Ασιατική μέλισσα (Apis cerana). Στην επαρχία Miyun ζουν περίπου 2.000 μελισσοκόμοι οι οποίοι διατηρούν γύρω στα 115.000 μελίσσια.

Το συγκεκριμένο μελισσοκομείο είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα μελισσοκομεία βράχων στην Κίνα και παίζει σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της Ασιατικής μέλισσας, η οποία λατρεύεται όπως και το πάντα. Μετά την επικράτηση της Ιταλικής Μέλισσας, η οποία εισήχθη στην Ασία πριν από έναν αιώνα, η Apis cerana βρέθηκε στο χείλος της εξαφάνισης.

Η συνεισφορά όμως της Ασιατικής μέλισσας στη διατήρηση της ισορροπίας των τοπικών ορεινών οικοσυστημάτων είναι αναντικατάστατη. Δεδομένου ότι ζει σε βράχια ύψους τουλάχιστον 100 μέτρων, οι ψηλοί βράχοι της επαρχίας Miyun επιλέχθηκαν ως το ιδανικό μέρος ώστε να ευδοκιμήσουν. 

Για να στηθεί βέβαια ένα μελισσοκομείο όπως αυτό, απαιτούνται όχι μόνο επαγγελματικές δεξιότητες αλλά και σωματική δύναμη. Καθώς οι κυψέλες έπρεπε να εγκατασταθούν ψηλά, οι μελισσοκόμοι έπρεπε να σκαρφαλώσουν στα απότομα βράχια κουβαλώντας τις βαριές κυψέλες με τις μέλισσες στην πλάτη τους.

Χρειάστηκαν περισσότεροι από 20 “spidermen” για να εγκαταστήσουν όλες τις κυψέλες στον γκρεμό. Οι ίδιοι μαζεύουν και το μέλι καθώς οι κυψέλες είναι προσβάσιμες μόνο με σχοινί. Παρά τους κινδύνους η παραγωγή μελιού έχει βοηθήσει αρκετά τους φτωχούς αγρότες της περιοχής.

Πηγή: Global Times

Οι μαύρες κυψέλες του μυθικού δάσους του μελιού

Στην ορεινή επαρχία Ράϊζ, στη βορειοανατολική Τουρκία, λίγα χιλιόμετρα από τη μαύρη θάλασσα, βρίσκεται η γραφική μικρή πόλη Τσαμλιχέμσιν. Χτισμένη δίπλα στις όχθες του ποταμού Φερτίνα στις απότομες πλαγιές των ορέων Κατσκάρ, του ψηλότερου βουνού των Ποντιακών Άλπεων, η πόλη αποτελεί βασικό σημείο εισόδου στα επιβλητικά αυτά βουνά.

Στην περιοχή αυτή κατοικούν, μεταξύ άλλων, οι Χεμσίν, μια ομάδα ανθρώπων με καταγωγή από την Αρμενία, οι οποίοι όταν ασπάστηκαν το Σουνιτικό Ισλάμ, κατά το τέλη της Οθωμανικής περιόδου, δημιούργησαν δική τους εθνοθρησκευτική ομάδα και διέκοψαν τους δεσμούς με τον υπόλοιπο αρμενικό πληθυσμό. Είναι γνωστοί επίσης και ως Χεμσινλί ή Χαμσενίς που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτοικος του Χεμσίν. Η κεμαλική ιδεολογία «η Τουρκία είναι για τους Τούρκους» δημιούργησε ανασφάλεια σε μειονότητες όπως αυτή των Χεμσινλί επειδή ακριβώς θεωρούνται απόγονοι Αρμενίων, με αποτέλεσμα να παραμένουν διακριτικοί σχετικά με την ταυτότητά τους.

Ο κινηματογραφιστής Οζκάν Αλπέρ ο οποίος το 2000 γύρισε την πρώτη κινηματογραφική ταινία για τους Χαμσετσί, το «Μομί» (γιαγιά), κατηγορήθηκε από το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας για παραγωγή υλικού, με σκοπό να καταστρέψει την ενότητα του κράτους, βάσει του άρθρου 8 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου. Μόνο κατόπιν πιέσεων της ΕΕ ο νόμος αυτός ανακλήθηκε και ο Αλπέρ τελικά δεν δικάστηκε. Νεότερες γενιές και ειδικά αυτές με έντονη αριστερή ανατροφή, τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Αρμένιους.

Οι Χεμσινλί ζουν κυρίως από την καλλιέργεια τσαγιού, καλαμποκιού, την κτηνοτροφία και την μελισσοκομία. Διατηρούν όμως ένα ιδιαίτερο έθιμο: τη μελισσοκομία της μαύρης κυψέλης. Τα βουνά λόγω της θέσης τους δρουν ως υδατοφράχτες και εμποδίζουν την υγρασία από τη Μαύρη θάλασσα να μετακινηθεί προς την κεντρική Ανατολία με αποτέλεσμα να δέχονται μεγάλα ύψη βροχής κάθε χρόνο. Η χλωρίδα και η πανίδα των βουνών είναι πλούσια. Γύρω από τους πανέμορφους οικισμούς με τα ξύλινα σπίτια βρίσκεται το μυθικό δάσος του μελιού ή Bal Ormani όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, το οποίο αποτελείται κυρίως από καστανιές, φλαμουριές, ακακίες και καρπίνους, η πολύτιμη ξυλεία των οποίων χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες για τη δημιουργία κυψελών.

Ο Καρπίνος (Carpinus), γνωστός και ως γαύρος είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει τα 25 μέτρα. Το ξύλο του θεωρείται πολύτιμο, μάλιστα στον Καναδά το ονομάζουν χρυσόξυλο, είναι σκληρό και δύσκολο στην επεξεργασία. Πάνω του, αρκετά μέτρα από το έδαφος ώστε να προστατεύονται απ’ τις αρκούδες, τοποθετείται μια πλατφόρμα στην οποία εγκαθίστανται οι κυψέλες ή τα καρακοβάν, ένα είδος κυψέλης κατασκευασμένης από κορμούς δέντρων.

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη νομαδική μελισσοκομία, αυτές οι κυψέλες παραμένουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Μέσα τους ζουν οι Καυκάσιες μέλισσες (Apis mellifera caucasia) και το μέλι, το περίφημο δασόμελο, συλλέγεται στο τέλος της σεζόν.

Παραδοσιακά οι κυψέλες ελέγχονταν αποκλειστικά από άντρες της κοινότητας, ωστόσο τα πράγματα εξελίσσονται και σήμερα αρκετές γυναίκες διδάσκονται τις παλιές αυτές τεχνικές με την ελπίδα να κρατήσουν ζωντανή αυτή την παράδοση. Μια απ’ αυτές τις γυναίκες είναι η Özlem Erol, η οποία εκτός από τις μέλισσες διατηρεί ένα εργαστήριο όπου κατασκευάζονται οικιακά είδη και ενδύματα. Στόχος της είναι η διαφύλαξη της παράδοσης των Χεμσίν. Κάτι αρκετά δύσκολο έπειτα από την τουριστική έκρηξη των τελευταίων ετών.

Στη διαδρομή για το Τσαμλιχέμσιν οι συνέπειες του τουρισμού είναι ήδη εμφανείς. Το ήσυχο λιθόστρωτο γραφικό δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος, αντικαταστάθηκε από έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο που σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να υποδεχτεί εκατοντάδες λεωφορεία, που φέρνουν κόσμο για διακοπές. Οι τουρίστες έρχονται εδώ για να κάνουν ράφτινγκ στα ορμητικά νερά του ποταμού και κατάβαση ZipLine απ’ τις πλαγιές, απολαμβάνοντας τις διακοπές τους στα ολοένα και αυξανόμενα καταλύματα. Η κυρία Erol διατηρεί αρκετές επιφυλάξεις σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του είδους τουρισμού, καθώς θεωρεί ότι υπηρετεί μια μερίδα ανθρώπων που δεν ενδιαφέρεται για την παράδοση των Χεμσίν, ενώ απειλεί τη μελισσοκομία η οποία ασκείται στην περιοχή εδώ και πολλά χρόνια.

Όμως ο πιθανός κίνδυνος της απώλειας των παραδόσεων, σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά της Τουρκίας, έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Σε όλο τον κόσμο, οι κουλτούρες εθνοτικών μειονοτήτων διατρέχουν κίνδυνο λόγω των γεωπολιτικών μεθόδων και της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η τουριστική ανάπτυξη ενδέχεται να αποτελέσει και κίνδυνο για το οικοσύστημα. Εν μέσω της παγκόσμιας μείωσης του πληθυσμού των μελισσών, η εκτροφή της Καυκάσιας μέλισσας στις πλαγιές γύρω απ’ την Τσαμλιχέμσιν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Η δημιουργία αυτοκινητοδρόμων και σημείων τουριστικών δραστηριοτήτων, αργά η γρήγορα θα οδηγήσει στην απώλεια των ενδιαιτημάτων των μελισσών.

Η μέλισσα του Καυκάσου που ζει στη Μαύρη Θάλασσα είναι μόνο μία από τις πολλές φυλές μελισσών που ζουν στην Τουρκία. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για την ισορροπία του οικοσυστήματος και όλοι πρέπει να σταθούμε ενάντια στην κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική καταστροφή. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ανακαλύπτουμε ένα κοινό σημείο μεταξύ των Χεμσίν και των μελισσών τους: την πάλη των μεν για την διατήρηση της παράδοσής τους και των δε για την επιβίωση.

New York Times