Η άνοιξη προχωρά, μαζί και το εργαστήριο.

Έπειτα από τον θερμότερο χειμώνα που έχει καταγραφεί ποτέ στα ελληνικά χρονικά, είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τι θα συμβεί την άνοιξη.

Τα μελίσσια όπως ήταν φυσικό, ξεχειμώνιασαν χωρίς απώλειες και ξεκίνησαν με μεγάλους πληθυσμούς. Έχοντας στο μυαλό τα περσινά, όπου ο χειμώνας ήρθε αργά, μέσα στην άνοιξη, με έντονες βροχές και κρύα μέχρι τα τέλη Μαΐου, καταστρέφοντας τις πιθανότητες μιας ανοιξιάτικης σοδιάς, ξεκινήσαμε αρκετά συντηρητικά.

Ο Μάρτης όμως όχι μόνο δεν αποδείχτηκε γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης, αλλά σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Copernicus ήταν ο θερμότερος Μάρτιος όλων των εποχών. Κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό αν σκεφτεί κανείς ότι είναι ο δέκατος μήνας στη σειρά που καταγράφει ρεκόρ.

Όπως ήταν φυσικό, οι ανθοφορίες ήταν πρώιμες. Τα ρείκια ξεκίνησαν αλλά και τελείωσαν νωρίς, συνεισφέροντας ουσιαστικά μόνο στην ανάπτυξη. Αντιθέτως η κουτσουπιά έδωσε και λίγο μέλι.

Παράλληλα με τις δουλειές στα μελίσσια, προχωρά και το μελισσοκομικό εργαστήρι. Απομένουν οι πόρτες και τα παράθυρα, που θα μπουν λίγο μετά το Πάσχα, αλλά και οι χωματουργικές εργασίες του περιβάλλοντα χώρου, ώστε να αρχίσουμε να βάζουμε μια τάξη.

Μακάρι να πάνε όλα καλά στο τέλος και να γεμίσουν τα βαρέλια, γιατί η περσινή χρονιά ήταν πολύ δύσκολη για όλους.

Στη λίμνη Πουρναρίου για την κουμαριά

Κάθε φθινόπωρο γίνεται ένας μικρός απολογισμός της χρονιάς που πέρασε. Δυστυχώς η φετινή χρονιά ήταν για τη μελισσοκομία, μακράν η χειρότερη, τουλάχιστον όσων χρόνων έχω ζήσει εγώ.


Ο περσινός χειμώνας ήταν ήπιος με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μην καταπονηθούν ιδιαίτερα και να βγουν δυνατά, νωρίς την άνοιξη, γεμίζοντας αισιοδοξία τους μελισσοκόμους για τη συνέχεια. Η άνοιξη όμως δεν ήρθε ποτέ. Παρατεταμένες αλλά και άκαιρες βροχοπτώσεις, κρύο μέχρι και στις αρχές του καλοκαιριού, δημιούργησαν πολλά προβλήματα στην ανάπτυξη των σμηνών.

Δεν θυμάμαι άλλη χρονιά να ξεκινάω την εκτροφή βασιλισσών τόσο αργά, ουσιαστικά στις αρχές του καλοκαιριού και να βάζω τις βασίλισσες στις παραφυάδες, δέκα μέρες μετά στα μέσα του Ιούνη, υπό βροχή.

Ανοιξιάτικα μέλια δεν είδαμε καθόλου, αλλά και μετά στα δάση (έλατα και βελανιδιές) με το σταγονόμετρο. Την κρύα και βροχερή άνοιξη ακολούθησε ένα μακρύ και ξηρό καλοκαίρι. Φωτιές στον Έβρο και καταστροφές. Ελάχιστα μελίσσια κατέβηκαν στον κάμπο τον Αύγουστο υπό το φόβο των ψεκασμών, με αποτέλεσμα όσα έμειναν στο βουνό να πεινάσουν.

Το πεύκο κι αυτό με διακυμάνσεις. Δεν είναι πια η σταθερή νομή στην οποία βασιζόμασταν για να βγουν τα σπασμένα της χρονιάς. Αρχές φθινοπώρου και οι πλημμύρες της Θεσσαλίας δίνουν το τελειωτικό χτύπημα σε πολλούς. Το μόνο φως μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι ο κισσός και ο αρκουδόβατος.

Κισσός και αρκουδόβατος

Εκείνες οι βροχές στα τέλη του Αυγούστου ήταν ό,τι χρειάζονταν. Όπου υπήρχε κισσός βούιζε ο τόπος απ’ τις μέλισσες. Η κίτρινη γύρη του τις έκανε να πάρουν τα πάνω τους. Μαζί και ο αρκουδόβατος, έδωσε λίγο μελάκι. Το φθινοπωρινό ρείκι, τουλάχιστον εδώ στην περιοχή της Πίνδου, δεν ευνοήθηκε απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες και «κάηκε» γρήγορα, προσφέροντας λίγα.

Τελευταία ανθοφορία της χρονιάς, η κουμαριά. Μέλι για λίγους, αλλά εκλεκτούς. Έχει τις προϋποθέσεις να πάει καλά και να δώσει στα μελίσσια τις προμήθειες του χειμώνα. Βροχές προηγήθηκαν. Όχι πολλές, αλλά καλές. Αν και οι θερμοκρασίες είναι κοντά στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα θα πάει καλά.

Χωρίς κουμαριά το φετινό φθινόπωρο

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος οι παραφυάδες και ένα μεγάλο μέρος του κοπαδιού μεταφέρθηκε στα ημιορεινά της Πίνδου για τις φθινοπωρινές ανθοφορίες. Κισσός, ακονιζιά, αρκουδόβατος απ’ τα τέλη Σεπτεμβρίου, ρείκι τον Οκτώβριο και κουμαριά το Νοέμβριο εξασφαλίζουν στα μελίσσια τις προμήθειες του χειμώνα και αν ο καιρός είναι ευνοϊκός δίνουν και τρύγο.

Φθινόπωρο και άνοιξη στη λίμνη Πουρναρίου.

Τελευταία όμως, όλο και πιο συχνά το φθινόπωρο είναι φτωχό. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρατεταμένη ανομβρία των δύο πρώτων μηνών, που τείνουν να γίνουν καθεστώς, δε δίνουν τη δυνατότητα στα φυτά να ευδοκιμήσουν. Η ανθοφορία της ερείκης διαρκεί ελάχιστα πια, με αποτέλεσμα οι μέλισσες να μη μπορούν να την εκμεταλλευτούν και να χάνουν την πολύτιμη για την εποχή ανάπτυξη που προσφέρει.

Και ενώ η κουμαριά θεωρείται πιο ανθεκτική στις καιρικές μεταβολές, τελευταία δείχνει ότι επηρεάζεται καθοριστικά και αυτή από την κλιματική αλλαγή. Η κουμαριά για να αποδώσει χρειάζεται βροχές στις αρχές του φθινοπώρου και κρύο κατά την άνθιση, ή πιο σωστά τις συνηθισμένες για την εποχή του Νοεμβρίου θερμοκρασίες. Όμως φέτος ούτε βροχές είχαμε κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου- Οκτωβρίου, ενώ οι θερμοκρασίες μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου ήταν αρκετά υψηλές με αποτέλεσμα να «στεγνώσει» το άνθος.

Από τότε και μετά ο καιρός χάλασε απότομα και οι μέλισσες κλείστηκαν στις κυψέλες τους με αποτέλεσμα να μη συλλέξουν μέλι. Φαίνεται ότι πλέον έχουν χαθεί οριστικά οι εποχές του φθινοπώρου και της άνοιξης και έχουμε μόνο δύο εποχές με μια απότομη και εξαιρετικά σύντομη μεταβατική περίοδο, ένα φαινόμενο αρκετά αρνητικό για την παραγωγή μελιού.

 

 

Τρύγοι στα ορεινά

Έπειτα από έναν παρατεταμένο χειμώνα, εξαιτίας του οποίου χάθηκε ένας ανοιξιάτικος μήνας ανάπτυξης, ο Μάρτιος, τα μελίσσια που ξεχειμώνιασαν στο βουνό, άργησαν να αναπτυχθούν και κατά συνέπεια να γίνουν παραγωγικά, με αποτέλεσμα να χαθούν οι ελπίδες για ανοιξιάτικα μέλια, ενώ οδήγησαν σε μια αργοπορημένη είσοδο στα έλατα.

Παρ’ όλα αυτά και παρά τα σκαμπανεβάσματα, τα έλατα δούλεψαν μετά από χρόνια και μάλιστα αρκετά ικανοποιητικά, ακόμα και για εμάς τους αργοπορημένους, δίνοντάς μας έναν καλό, τηρουμένων των αναλογιών, τρύγο. Το μεγαλύτερο μέρος των μελισσιών όμως προετοιμαζόταν για τη βελανιδιά καθώς δεν προλάβαιναν να είναι έτοιμα πιο πριν.

Και πράγματι όσοι επιχείρησαν να μπουν νωρίς στη βελανιδιά τρύγησαν αρκετό μέλι. Δυστυχώς για μια ακόμη χρονιά μια βροχή αρκούσε για να χαλάσει τη μελιτοφορία στις αρχές Ιουλίου, με αποτέλεσμα τα μελίσσια που έφυγαν απ’ τα έλατα για να πάνε στη βελανιδιά να μην προλάβουν πολλά πράγματα.

Παρά τις δυσκολίες πάντως το βουνό φέτος έδωσε εξαιρετικής ποιότητας μέλι. Αμέσως μετά τον τρύγο τα μελίσσια μεταφέρθηκαν στα πεδινά ώστε να βρουν γύρες και να γίνουν οι απαραίτητες θεραπείες για τη βαρρόα, η οποία φέτος ταλαιπωρεί αρκετά τα μελίσσια. Οι βροχές του Αυγούστου ήταν πολύτιμες και ευπρόσδεκτες, γεμίζοντας μας ελπίδες για ένα ολάνθιστο φθινόπωρο.

 

 

 

Ο τρύγος του πευκόμελου στη μετά Εύβοια εποχή

Μετά τα γεγονότα του Αυγούστου στην Β. Εύβοια και τη μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας (αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας), το πλήγμα για την ελληνική μελισσοκομία ήταν τεράστιο. Εκεί παράγονταν το 1/3 του πευκόμελου όλης της χώρας.

Δεδομένου ότι μεγαλύτερο μέρος των μελισσοκόμων της νότιας και κεντρικής Ελλάδας που ζούσαν από το πεύκο της Εύβοιας θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι στα υπόλοιπα πευκοδάση θα δημιουργούνταν το αδιαχώρητο. Στη Χαλκιδική ήδη από τα τέλη του καλοκαιριού ιδιοκτήτες γης που βρίσκονταν δίπλα στα δάση, απαιτούσαν από τους παραγωγούς ιδιαίτερα υψηλά αντίτιμα, που ξεπερνούσαν τα 400-500€ για να φιλοξενήσουν μελίσσια για 20-30 ημέρες, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Με όλα αυτά τα προβλήματα αλλά και την απαγόρευση πρόσβασης στα δάση που επιβλήθηκε στους μελισσοκόμους από την κυβέρνηση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για πάνω από ένα μήνα, καταλήξαμε τελικά στα πεύκα της δυτικής Ελλάδας, όπου ήταν ήδη δύσκολο να βρεις τόπο, τουλάχιστον για μεγάλα κοπάδια.

Εκτός από την Β. Εύβοια, από τις φωτιές φέτος το καλοκαίρι πλήγηκε και η Τουρκία, με αποτέλεσμα το πευκόμελο, ένα μέλι που παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου και κυρίως σ’ αυτές τις δύο χώρες, να θεωρείται πλέον σπάνιο. Το πευκόμελο είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό μέλι, που προέρχεται από μελιτώματα της Μαρσαλίνας της Ελληνικής (Marchalina hellenica), γνωστής και ως εργάτης του πεύκου ή βαμβακάδα. Θεωρείται και όχι άδικα ένα απ’ τα πιο θρεπτικά ελληνικά μέλια.

Δυστυχώς κατά το παρελθόν διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις, στη διαμάχη που είχε δημιουργηθεί σχετικά με το κατά πόσο η Μαρσαλίνα πληγώνει το δέντρο και η οποία τελικά οδήγησε στην απαγόρευση των εμβολιασμών από το Υπουργείο στις δασικές εκτάσεις του Νομού Αττικής, σε μια προσπάθεια να δυσφημίσουν και να μποϊκοτάρουν το πευκόμελο ώστε να πιέσουν την κατάσταση είχαν επιδοθεί σε έναν πόλεμο συκοφάντησης του μελιού αυτού, φυσικά με ψευδή στοιχεία.

Σύμφωνα με αυτά το πευκόμελο προέρχεται από τα περιττώματα του σκουληκιού των πεύκων. Μερίδα των βίγκαν μάλιστα υιοθέτησε αυτή την άποψη, πηγαίνοντας την και ακόμη παραπέρα, λέγοντας ότι το πευκόμελο είναι ουσιαστικά ζωικό προϊόν και γι αυτό δεν θα πρέπει να καταναλώνεται. Φυσικά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τα έντομα της οικογένειας Ομόπτερα στην οποία ανήκει ο εργάτης του πεύκου μυζούν πολύ μεγάλες ποσότητες χυμών (100 φορές περίπου το βάρος τους). Η περίσσεια αυτή υγρασία και σάκχαρα απομακρύνονται με την εξής διαδικασία: Στο πρόσθιο μέρος του μεσαίου εντέρου υπάρχει ένα φίλτρο μέσω του οποίου, σάκχαρα και υγρασία, μεταπηδούν στο πίσω έντερο και απομακρύνονται άμεσα μέσω του απευθυσμένου ως μελίτωμα.

Δεν περνά δηλαδή ο χυμός από την διαδικασία της πέψης και της απορρόφησης. Συνεπώς το μελίτωμα δεν έχει καμία σχέση με περίττωμα και το πευκόμελο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ζωικό προϊόν. Δεν είναι κάτι που περισσεύει μετά από απομάκρυνση θρεπτικών συστατικών, όπως στα περιττώματα, αλλά ο χυμός ανεπεξέργαστος, τον οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες.

Εφημερίδες της εποχής με χαρακτηριστικούς εμπρηστικούς τίτλους. Από το αρχείο του καθηγητή κ. Ανδρέα Θρασυβούλου.

Αντίστοιχα όχι μόνο δεν υπάρχει καμία μελέτη που να ενοχοποιεί τον εργάτη για την ξήρανση των πεύκων, αλλά η μοναδική ερευνητική εργασία του εντόμου αυτού είναι του καθηγητή Δασολογίας Καϊλίδη Δημήτρη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δασικά Χρονικά το 1965 (81/82(7-8):161-181) και η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο εργάτης δε βλάπτει τα πεύκα.

Φυσικοχημικά χαρακτηριστικά πευκόμελου

Το πευκόμελο έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά μελιού μελιτώματος, δηλαδή υψηλή συγκέντρωση τέφρας, υψηλό pH και αγωγιμότητα και χαμηλά ανάγοντα σάκχαρα. Η θρεπτική αξία του πευκόμελου οφείλεται στο μεγάλο αριθμό διαφορετικών ουσιών που συνυπάρχουν στη σύστασή του. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα ιχνοστοιχεία, τα οποία βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις στο Ελληνικό πευκόμελο, χαρακτηρίζοντάς το ως μέλι υψηλής θρεπτικής αξίας.

Η χημική σύσταση του ελληνικού πευκόμελου (Θρασυβούλου, Μανίκης, Τανανάκη, Τσέλλιος, Καραμπουρνιώτη, Δήμου 2001)

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων, δεν θεωρείται πολύ γλυκό μέλι. Έχει χρώμα σκούρο κεχριμπάρι (λίγο πιο σκούρο από το θυμαρίσιο). Το άρωμά του θυμίζει έντονα το πικάντικο άρωμα του πευκοδάσους ενώ η γεύση του είναι υπόγλυκη με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου.

Αν δε βρέξει, θα μελώσει

Έπειτα από περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας, τα φυτά δεν είναι σε θέση να δώσουν νέκταρ και γι αυτό οι μέλισσες πρέπει να στραφούν στα μελιτώματα. Αυτός είναι ο λόγος που οι παλιοί έλεγαν «Αν δε βρέξει, θα μελώσει».

Βγαίνοντας από τη χειρότερη άνοιξη της τελευταίας δεκαετίας, με σημαντικές ανθοφορίες όπως το ρείκι και η πορτοκαλιά να μην αποδίδουν απολύτως τίποτα, η προσοχή των περισσοτέρων έπεσε στον έλατο, ο οποίος ξεκίνησε μεν ενθαρρυντικά αλλά κι αυτός έπεσε πριν καν βγει ο Μάης, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο έχει μικρύνει το χρονικό παράθυρο των ανθοφοριών – μελιτοφοριών, αλλά κυρίως ότι έχει μετακινηθεί ο χρόνος έναρξης τους. Μπορούμε να πούμε πια ότι ο έλατος είναι μια ανοιξιάτικη μελιτοφορία και αυτό είναι ένα νέο δεδομένο το οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε.

Με αυτά κατά νου πήρα την απόφαση να μπω στη βελανιδιά νωρίτερα από ποτέ. Είχα ήδη μεταφέρει από τα τέλη Μαΐου μελίσσια ως δείκτες και τα δεδομένα που έστελναν ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Το δάσος πάντως ήταν ακόμα άδειο από μελισσάδες. Η βελανιδιά αρχικά κατά την περίοδο του Ιουνίου δίνει μελίτωμα από το φύλλο και αργότερα τον Ιούλιο δίνει από το βελανίδι. Το μέλι που παράγεται απ’ το βελανίδι είναι πιο βαρύ σε γεύση.

Δυστυχώς οι έρευνες στην Ελλάδα για την αναγνώριση και ταυτοποίηση των εντόμων που θεωρούνται υπεύθυνα για την παραγωγή μελιτώματος, το οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες και το μετατρέπουν σε αυτό που ονομάζουμε μέλι βελανιδιάς, είναι ελάχιστες. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχουν 6 μελιτογόνα είδη που παρασιτούν στη βελανιδιά εκ των οποίων το πιο διαδεδομένο είναι το Parthenolecanium rufulum, το οποίο θεωρείται ως η κύρια πηγή μελιτώματος. Ακολουθούν τα Eulecanium tiliae και Eriococcus sp.

Η βελανιδιά έδωσε αρκετό μέλι το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουνίου. Στη συνέχεια ο έντονος καύσωνας έκανε την εμφάνισή του ακόμα και σε αυτά τα υψόμετρα, καταστρέφοντας ουσιαστικά το μελίτωμα το οποίο ξίνισε και δεν το συνέλεγαν οι μέλισσες. Έτσι το ρίσκο της έγκαιρης εισόδου στο δάσος βγήκε σε καλό, δεδομένου ότι οι μέλισσες δε μπορούν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα δάση λόγω έλλειψης γύρης. Ο τρύγος πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουλίου και αμέσως έγινε μεταφορά στον κάμπο ώστε τα μελίσσια να ανασυγκροτηθούν. Δυστυχώς οι συνεχιζόμενες υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ανομβρία δεν έχει βοηθήσει τα μελίσσια και αυτό στο οποίο ελπίζουμε πλέον είναι τα πρωτοβρόχια.

Φθινόπωρο στο βουνό

Μέχρι να μπει ο Οκτώβρης είχαμε ολοκληρώσει τις μεταφορές των μελισσιών στο βουνό για τις φθινοπωρινές ανθοφορίες της ερείκης και της κουμαριάς, εκτός από λίγων που παρέμειναν στα πεύκα. Ερείκη, ακονιζιά, κισσός και αρκουδόβατος ποτίστηκαν πολύ καλά απ’ τις βροχές και δίνουν ακόμα αρκετή γύρη.

Φθινόπωρο πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου.

Τα μελίσσια έχουν δυναμώσει, ανανέωσαν πληθυσμούς και δείχνουν έτοιμα για την κουμαριά που αναμένεται από μέρα σε μέρα. Αν δεν πέσει απότομα η θερμοκρασία τον Νοέμβριο ελπίζουμε ότι θα έχουμε μια καλή ανθοφορία που θα δώσει μέλι. Θυμίζουμε ότι το μέλι της κουμαριάς είναι πολύ ιδιαίτερο με χαρακτηριστική υπόπικρη γεύση και σκουροχάλκινο χρώμα.

Κουμαριά έτοιμη να ανθίσει!

Μέσα σε όλα αυτά άνθισαν και οι κουτσουπιές για δεύτερη φορά φέτος και μάλιστα τις δουλεύουν οι μέλισσες. Εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές συνθήκες της εποχής αποφασίσαμε να φυτέψουμε κάποια καρποφόρα δέντρα με μελισσοκομικό ενδιαφέρον.

Ανθισμένη κουτσουπιά το φθινόπωρο.

Αχλαδιές, αμυγδαλιές, βυσσινιές, μηλιές, φουντουκιές και καστανιές φυτεύτηκαν με σκοπό να ομορφύνουν το αγρόκτημα, να μας δώσουν καρπούς αλλά και να προσφέρουν νέκταρ και γύρη στις μέλισσες. Ιδίως οι καστανιές που ανθίζουν σε μια περίοδο που η περιοχή εδώ δεν έχει να δώσει πολλά.

Ακονιζιά, δίνει ακόμα γύρη.

Κάποια φυτά όπως για παράδειγμα η φουντουκιά που είναι αυτόστειρο φυτό, χρειάζονται και δεύτερη ποικιλία για την επικονίαση, γι αυτό απαιτείται μια μικρή έρευνα πριν την φύτευση. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η σταυρεπικονίαση οδηγεί σε αύξηση στην καρπόδεση όπως και σε καλύτερη ποιότητα καρπών.

Καστανιά Πηλίου, δύο ετών. Προτιμάει τα όξινα εδάφη.

Έρευνα χρειάζεται επίσης και για την επιλογή του σημείου φύτευσης. Η παρουσία εδάφους με φτέρες παραδείγματος χάριν είναι δείκτης όξινου εδάφους φιλικού προς την καστανιά. Ελπίζουμε ότι εδώ θα βρουν τις συνθήκες που επιθυμούν και ότι μια μέρα θα πιούμε καφέ στη σκιά τους.

Πίσω στη λίμνη

Πως και πως περίμενα αυτές τις βροχές του Σεπτέμβρη. Είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας για την έκβαση του φθινοπώρου και τα τελευταία χρόνια είχαν γίνει σπάνιες με αποτέλεσμα το μέλι της κουμαριάς να βγαίνει αρκετά δύσκολα.

Μπορεί η βασική ανθοφορία του φθινοπώρου εδώ στη λίμνη του Πουρναρίου στην Πίνδο, να είναι η κουμαριά, που λαμβάνει χώρα το Νοέμβριο, όμως ρυθμιστής του φθινοπώρου ήταν και θα είναι το ρείκι. Το φθινοπωρινό ρείκι, ανθίζει λίγο πριν την κουμαριά και μπορεί εδώ, να μη δίνει αμιγές μέλι όπως την άνοιξη, η ένταση της ανθοφορίας του όμως είναι αυτή που θα δώσει την δυνατότητα στις μέλισσες να δημιουργήσουν μεγάλους πληθυσμούς ικανούς να εκμεταλλευτούν την ανθοφορία της κουμαριάς.

Και για να συμβεί αυτό το ρείκι χρειάζεται νερό, ειδικά έπειτα από άνυδρα, θερμά και ξηρά καλοκαίρια. Εκτός της ερείκης και της πολύτιμης γύρης της, στην περιοχή υπάρχουν και άλλα αξιόλογα γυρεοδοτικά φυτά που ανθίζουν από τις αρχές ως τα μέσα του φθινοπώρου, όπως ο κισσός, η ακονιζιά και ο αρκουδόβατος και προετοιμάζουν τις μέλισσες για το ξεχειμώνιασμα.

Με αρκετά μελίσσια στα πεύκα για το “δεύτερο βάρεμα”, φόρτωσα όσα ήταν στον κάμπο, περιμένοντας όμως μερικές μέρες ώστε να στεγνώσει το χώμα και να μπορώ να φορτώσω και να ξεφορτώσω με το φορτηγό χωρίς απρόοπτα. Έπειτα απ’ τα χωματουργικά έργα που είχαν γίνει στο μελισσοκομείο την άνοιξη, η όλη διαδικασία έγινε πια πολύ πιο εύκολη, αν και έχουν να γίνουν ακόμα πολλά. Οι νύχτες που έχει φεγγάρι είναι ιδανικές για μεταφορές μελισσιών και η θέα της λίμνης το βράδυ μοναδική.

Φθινόπωρο στα πεύκα

Υπό τον φόβο ενός πιθανού lockdown λόγω της πανδημίας, δίστασα να φύγω μακριά για τη μελιτοφορία του πεύκου και έτσι μετακινήθηκα προς το πευκοδάσος της Παραμυθιάς στην Θεσπρωτία. Στην περιοχή αυτή, όπως διαπίστωσα, παράγεται ένα ιδιαίτερα αρωματικό μέλι, λόγω του ξηρού κλίματος αλλά και της έντονης παρουσίας άγριων αρωματικών φρυγάνων, όπως το θυμάρι, το θρούμπι και η ρίγανη, ενώ στην πεδιάδα της Παραμυθιάς καλλιεργούνται τσάι, δεντρολίβανο και δάφνη.

Έτσι αποφάσισα να φέρω τα μελίσσια νωρίς ώστε να βρουν τον χρόνο οι μέλισσες να βοσκήσουν στα φυτά αυτά μέχρι να ξεκινήσει το πεύκο. Το πευκοδάσος είναι ορεινό και κυριαρχεί η χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis). Το μελισσοκομείο στήθηκε στα 550μ στις πλαγιές του όρους Γκορίλα (από το παλαιοσλαβικό Gor που σημαίνει βουνό). Η Παραμυθιά ήταν μια μικρή βυζαντινή πόλη, κτισμένη το 1.000 π.Χ. κοντά στον ποταμό Αχέροντα που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος.

Η πρόσβαση στην περιοχή είναι εύκολη μιας και οι δρόμοι είναι αρκετά καλοί, όμως η εγκατάσταση μελισσιών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη καθώς οι πλαγιές είναι απόκρημνες και οι χώροι περιορισμένοι. Το πευκόμελο προέρχεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica γνωστό ως βαμβακάδα ή εργάτης του πεύκου και θεωρείται μοναδικό παγκοσμίως, καθώς παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου.

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων παρουσιάζει ήπια γλυκύτητα, ενώ θεωρείται ένα απ’ τα θρεπτικότερα μέλια, χάρη στα πολλά ιχνοστοιχεία και ανόργανα άλατα που περιέχει. Το μέλι της εσοδείας του 2020 αναδίδει ένα πικάντικο άρωμα πευκοδάσους, βύνης και άγριων φρυγάνων. Έχει υπόγλυκη γεύση με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου, ενώ το χρώμα του είναι κεχριμπαρένιο.

Ορεινές μελισσοπεριπέτειες

Κόντευε μεσάνυχτα όταν πλησίαζα στα ελάτια στα ορεινά της Πίνδου. Ήμουν φορτωμένος με λίγα μελίσσια και μια μελισσοκομική ζυγαριά. Τα μελίσσια αυτά θα είχαν τον ρόλο του δείκτη, θα έστελναν δηλαδή δεδομένα για την πορεία της μελιτοφορίας.

Βρισκόμασταν στα μέσα Μαΐου, αργά τη νύχτα, σε υψόμετρο 1050μ και παρ’ όλα αυτά η ζέστη ήταν πρωτοφανής. Θα θυμάστε ίσως το κύμα καύσωνα των ημερών εκείνων. Ο δρόμος κακοτράχαλος, εγκαταλειμμένος, σχεδόν επικίνδυνος. Σε κάποιο σημείο χτύπησα σε μια πέτρα τη μπουκάλα της υδραυλικής πόρτας, η οποία είναι σπαστή, κάτω απ’ την καρότσα του φορτηγού.

Όταν έφτασα, την κατέβασα για να ξεφορτώσω, όμως για κακή μου τύχη μετά επειδή έχανε λάδια δεν ξανανέβαινε. Έτσι έμεινα μόνος, νύχτα, μέσα στο δάσος με το φορτηγό να μη μπορεί να μετακινηθεί καθώς η πόρτα ακουμπούσε στο έδαφος και δεν έβρισκα τρόπο να την ανεβάσω. Η οδική βοήθεια δεν ερχόταν και έτσι αφού πάλεψα αρκετή ώρα κατάφερα με έναν ιμάντα να την σηκώσω λίγο ώστε να μην ακουμπά κάτω και να μπορέσω να οδηγήσω μέχρι το συνεργείο.

Στο διάστημα που ακολούθησε οι υψηλές θερμοκρασίες των πρώτων ημερών έδωσαν την θέση τους στο κρύο και έπειτα στις βροχές του Ιουνίου. Και τα δέντρα και οι μέλισσες στρεσαρίστηκαν και έτσι για μια ακόμη χρονιά δεν κατέστη εφικτός ο τρύγος στα έλατα. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούνη, αποδέχτηκα την ήττα και αποφάσισα να σηκώσω τα μελίσσια και να τα μεταφέρω σε χαμηλότερο υψόμετρο, στις βελανιδιές.

Οι βελανιδιές ξεκινούν αρχικά να δίνουν απ’ το φύλλο ένα μελίτωμα  απ’ το οποίο προκύπτει ένα μέλι όχι τόσο σκούρο και παχύρρευστο όσο αυτό που δίνει λίγο αργότερα απ’ το βελανίδι. Οι συνθήκες σε γενικές γραμμές ήταν καλές. Τα δέντρα είχαν ποτιστεί απ’ τις βροχές του Ιουνίου αρκετά ικανοποιητικά και η θερμοκρασία είχε σταθεροποιηθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.

Και πράγματι τα μελίσσια έστειλαν τα πρώτα θετικά μηνύματα στα τέλη Ιουνίου. Δεδομένου ότι η άνοιξη ήταν καταστροφική φέτος, φόρτωσα ό,τι είχαν και δεν είχα. Μετέφερα πρώτα τα μελίσσια του κάμπου και στη συνέχεια αυτά που βρίσκονταν στα ρείκια. Τις ίδιες μέρες ξεφόρτωναν πολλοί μελισσοκόμοι.

Για ένα διάστημα μιας εβδομάδας με δέκα μέρες περίπου τα πράγματα κυλούσαν ιδανικά. Έπειτα η βελανιδιά για κάποιο λόγο τον οποίο δεν μπόρεσα να εντοπίσω σταμάτησε τη μελιτοέκκριση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν αρκετές προσδοκίες καθώς υπήρχε άφθονο βελανίδι. Την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου τρύγησα όσο μέλι είχαν μαζέψει οι μέλισσες. Τα περισσότερα μελίσσια έδειχναν καταπονημένα και αρκετά πεσμένα κυρίως σε γόνους, δείγμα έλλειψης γύρης.

Αμέσως μετά τον τρύγο έκανα θεραπεία για την βαρρόα με ταινίες οξαλικού οξέως και μεταφορά στον κάμπο, μια διαδικασία η οποία διασπείρει καλύτερα το οξαλικό, καθιστώντας το πιο αποτελεσματικό απέναντι στη βαρρόα. Ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης την είχε περιγράψει αναλυτικά στο περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση ως Varroa’s Road Trip Therapy Application (VRTTA). Στον κάμπο ελπίζω ότι οι μέλισσες θα βρουν γύρες οι οποίες θα τις βοηθήσουν να ανασυνταχθούν και να προετοιμαστούν εν όψει του χειμώνα.

Το μέλι της βελανιδιάς είναι σκουρόχρωμο, παχύρρευστο, με δυνατή, γεμάτη γεύση. Σύμφωνα με το ΑΠΘ θεωρείται το μέλι με την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση και ως ένα απ’ τα θρεπτικότερα. Έχει εφιδρωτικές ιδιότητες, ενώ διαθέτει στυπτικές, απολυμαντικές και επουλωτικές ιδιότητες.