Όπως και πέρσι, έτσι και φέτος αποφασίσαμε να χωρίσουμε το «κοπάδι» στα δύο. Ένα μέρος των μελισσιών ανέβηκε στα ημιορεινά για να εκμεταλλευτεί την ανοιξιάτικη ανθοφορία της ερείκης και το υπόλοιπο κατέβηκε στον κάμπο της Άρτας για την πορτοκαλιά. Ήταν μια επιλογή που τα προηγούμενα χρόνια είχε δώσει καλά αποτελέσματα και οι προσδοκίες μας παρέμεναν υψηλές.

Το μελισσοκομείο στον κάμπο της Άρτας για την ανθοφορία της πορτοκαλιάς
Η άνοιξη όμως είχε άλλα σχέδια.
Ο φετινός χειμώνας και ιδιαίτερα ο Φεβρουάριος χαρακτηρίστηκαν από ασυνήθιστα πολλές και παρατεταμένες βροχοπτώσεις. Για σχεδόν είκοσι ημέρες οι μέλισσες έμειναν κλεισμένες στις κυψέλες τους, αδυνατώντας να πραγματοποιήσουν ακόμη και τις απαραίτητες πτήσεις καθαρισμού. Είναι γνωστό πως τέτοιες συνθήκες επιβαρύνουν τα μελίσσια, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων όπως η νοζεμίαση και γενικότερα καθυστερώντας την ανοιξιάτικη ανάπτυξή τους.
Παρόλα αυτά, υπήρχε αισιοδοξία. Οι συνεχόμενες βροχές είχαν ποτίσει τη γη όσο λίγες φορές τα τελευταία χρόνια και όλα έδειχναν πως οι ανοιξιάτικες ανθοφορίες θα είχαν τις προϋποθέσεις να αποδώσουν.

Το μελισσοκομείο στις πλαγιές της λίμνης Πορναρίου για την ανθοφορία της ερείκης
Στα ημιορεινά, η ερείκη άνθισε πρώιμα. Τα μελίσσια όμως, επηρεασμένα από τις καιρικές συνθήκες του προηγούμενου διαστήματος, δεν είχαν προλάβει να αναπτυχθούν στον βαθμό που θα έπρεπε. Έτσι, μια ανθοφορία που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να δώσει σημαντικές ποσότητες μελιού, πέρασε σχεδόν ανεκμετάλλευτη.
Στον κάμπο τα πράγματα εξελίχθηκαν καλύτερα. Η πορτοκαλιά, παρότι παρουσίαζε ξανά, ύστερα από το περσινό διάλειμμα που είχε δημιουργήσει κάποια αισιοδοξία, προσβολή από τον μαύρο ακανθώδη αλευρώδη, κατάφερε να διατηρήσει σταθερή και ικανοποιητική νεκταροέκκριση. Οι μέλισσες εργάστηκαν με συνέπεια και στα μέσα Μαΐου πραγματοποιήθηκε ο τρύγος της πορτοκαλιάς στον κάμπο της Άρτας.
Το μέλι της πορτοκαλιάς παραμένει κάθε χρόνο ένα από τα πιο αρωματικά και χαρακτηριστικά μέλια της περιοχής μας. Το λεπτό του άρωμα, οι ανθικές νότες και η ιδιαίτερη γεύση του αποτελούν για εμάς μια από τις πιο όμορφες υπενθυμίσεις ότι, ακόμη και σε δύσκολες χρονιές, η φύση βρίσκει τρόπο να ανταμείβει την υπομονή.
Δυστυχώς όμως η συνέχεια στα ημιορεινά αποδείχθηκε απογοητευτική. Συνήθως μετά το τέλος της ανθοφορίας της ερείκης ακολουθεί η κουτσουπιά, η οποία εκτός από το νέκταρ προσφέρει συχνά και μικρές ποσότητες μελιτώματος από το φύλλωμά της. Στη συνέχεια παίρνει τη σκυτάλη ο φράξος, ενώ αργότερα εμφανίζονται τα πρώτα μελιτώματα από τις αριές και τα πουρνάρια.
Αυτή η αλληλουχία ανθοφοριών και μελιτοεκκρίσεων λειτουργούσε κάθε χρόνο σαν ένα φυσικό δίχτυ ασφαλείας. Μπορεί να μην έδινε πάντα μεγάλες σοδειές, εξασφάλιζε όμως στα μελίσσια μια σταθερή εισροή τροφών και συχνά λίγα ακόμη κιλά μελιού.

Μέλισσα στο άνθος της πορτοκαλιάς
Φέτος συνέβη κάτι που προσωπικά δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί. Μετά το τέλος της ερείκης, οι ζυγαριές άρχισαν να καταγράφουν καθημερινά μόνο αρνητικά πρόσημα. Οι μέλισσες κατανάλωναν περισσότερα από όσα έβρισκαν στην ύπαιθρο και οι αναμενόμενες πηγές νέκταρος και μελιτωμάτων είτε δεν απέδωσαν είτε απέδωσαν ελάχιστα. Ήταν μια εικόνα που αποτύπωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις δυσκολίες της φετινής χρονιάς.
Έτσι, μετά τον τρύγο της πορτοκαλιάς, όλα τα παραγωγικά μελίσσια μεταφέρθηκαν στα ορεινά, αναζητώντας τις επόμενες ευκαιρίες της χρονιάς στους έλατους και τις βελανιδιές. Πίσω παρέμειναν μόνο οι παραφυάδες, συνεχίζοντας τη δική τους πορεία ανάπτυξης.
Η μελισσοκομία άλλωστε είναι ένα συνεχές ταξίδι προσαρμογής. Κάθε χρονιά γράφει τη δική της ιστορία, με τις χαρές, τις απογοητεύσεις και τις εκπλήξεις της. Ο φετινός τρύγος της πορτοκαλιάς μπορεί να μην συνοδεύτηκε από την εικόνα μιας γενικευμένα καλής άνοιξης, αποτέλεσε όμως μια φωτεινή εξαίρεση μέσα σε μια απαιτητική περίοδο.
