Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur και οι επιπτώσεις της στη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας

Μετά τη συμφωνία ΕΕ–Ουκρανίας, η οποία αύξησε την αδασμολόγητη ποσόστωση εισαγωγής μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 6.000 σε 35.000 τόνους ετησίως, η ΕΕ προχωρά σε νέα εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία αδασμολόγητης ποσόστωσης 45.000 τόνων μελιού εντός πενταετίας, εντείνοντας περαιτέρω την πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σημειώνεται ότι, παρά την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί, η επίσημη υπογραφή και επικύρωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur έχει προς το παρόν αναβληθεί. Η αναβολή αυτή οφείλεται στις έντονες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από ορισμένα κράτη-μέλη και αγροτικούς φορείς, με τη Γαλλία και την Ιταλία να ζητούν πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του αγροτικού τομέα πριν δοθεί το τελικό «πράσινο φως». Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι η διαδικασία δεν έχει εγκαταλειφθεί και ότι η υπογραφή της συμφωνίας επανέρχεται στην ατζέντα εντός του άμεσου μέλλοντος, πιθανότατα στις αρχές του 2026.

Οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα αγροτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται συστηματικά ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Η πρόσβαση των ευρωπαϊκών βιομηχανικών και χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων σε νέες αγορές φαίνεται να προηγείται της προστασίας της πρωτογενούς παραγωγής, με τους αγρότες και τους μελισσοκόμους να καλούνται να επωμιστούν το κόστος αυτών των επιλογών.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών στις Βρυξέλλες ενάντια στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur αφορούν άμεσα και τον κλάδο της μελισσοκομίας. Η μαζική εισαγωγή μελιού χαμηλού κόστους, προερχόμενου από χώρες με πολύ χαμηλότερα περιβαλλοντικά και παραγωγικά πρότυπα, ασκεί ισχυρή καθοδική πίεση στις τιμές παραγωγού. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα κόστη παραγωγής και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκή εργαλεία αντιστάθμισης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυτές δεν συνοδεύονται από ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου ως προς την ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τις πρακτικές παραγωγής του μελιού. Έτσι, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων παραγωγών, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η αξία του ευρωπαϊκού μελιού.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η μελισσοκομία όχι μόνο δεν προστατεύεται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά αντίθετα εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στον διεθνή ανταγωνισμό. Η απουσία ουσιαστικής στρατηγικής στήριξης της παραγωγής και του εισοδήματος των μικρών και μεσαίων μελισσοκόμων καθιστά τον κλάδο ιδιαίτερα ευάλωτο, με μακροπρόθεσμες συνέπειες τόσο για την αγροτική οικονομία όσο και για τη βιοποικιλότητα.

Η μελισσοκομία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» των εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της αγροτικής παραγωγής, της διατροφικής επάρκειας και της οικολογικής ισορροπίας. Η προστασία της δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και πολιτικής επιλογής.

Οι μελισσοκόμοι στα μπλόκα

Ο αγροτικός κόσμος της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια παρατεταμένη και οξυμένη κρίση που απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της παραγωγής και την ίδια την επιβίωση χιλιάδων αγροτικών και μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων. Τα τελευταία χρόνια το αγροτικό εισόδημα συρρικνώνεται δραματικά, την ώρα που το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται ανεξέλεγκτα. Καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, ζωοτροφές, εφόδια, μεταφορές και πρώτες ύλες έχουν φτάσει σε δυσβάσταχτα επίπεδα, χωρίς καμία ουσιαστική προστασία ή στήριξη από την Πολιτεία.

Την ίδια στιγμή, οι χαμηλές τιμές παραγωγού, η ασυδοσία της αγοράς, οι αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αμφίβολης ποιότητας και προέλευσης, καθώς και η απουσία ουσιαστικών ελέγχων, συμπιέζουν ακόμη περισσότερο το εισόδημα των παραγωγών. Οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης, οι φυσικές καταστροφές και οι ελλιπείς αποζημιώσεις επιτείνουν το πρόβλημα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο για όσους επιμένουν να παράγουν και να ζουν από τη γη.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο αγροτικός κόσμος δεν έχει άλλη επιλογή από το να αγωνιστεί συλλογικά και οργανωμένα. Τα μπλόκα αποτελούν μορφή αγώνα και διεκδίκησης αξιοπρεπούς εισοδήματος, προστασίας της παραγωγής και εξασφάλισης του δικαιώματος να συνεχίσουμε να καλλιεργούμε και να παράγουμε στον τόπο μας.

Στο πλαίσιο του κοινού αγώνα με τους υπόλοιπους αγρότες, ο μελισσοκομικός κλάδος προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα που αφορούν άμεσα την επιβίωση της μικρής και μεσαίας μελισσοκομίας και την προστασία του προϊόντος από την ασυδοσία της αγοράς:

Μέτρα για την πάταξη των ελληνοποιήσεων και της νοθείας στο μέλι
Σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένη και αξιόπιστη μέθοδος ελέγχου της γνησιότητας του μελιού, γεγονός που αφήνει ανεξέλεγκτη τη νοθεία και τις ελληνοποιήσεις. Το αποτέλεσμα είναι η κυριαρχία εισαγόμενων, φιλτραρισμένων και υποβαθμισμένων προϊόντων —κυρίως κινεζικής προέλευσης— τα οποία βαφτίζονται «ελληνικά» και πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι ενδεικτικό ότι με ελάχιστη ποσότητα πραγματικού μελιού μπορεί να «βαφτιστεί» ένας ολόκληρος τόνος εισαγόμενου προϊόντος.

Αυτή η κατάσταση εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των μεγάλων εμπόρων και μεταποιητών, που συμπιέζουν το εισόδημα του παραγωγού και εξαπατούν τον καταναλωτή. Ζητάμε ως πρώτο, αναγκαίο βήμα τη θεσμοθέτηση της γυρεοσκοπικής ανάλυσης και τον καθορισμό κατώτατου ορίου γυρεοκόκκων στο μέλι, ώστε να δυσκολέψει ουσιαστικά η νοθεία και να υπάρξει στοιχειώδης προστασία της παραγωγής.

Απρόσκοπτη και χωρίς όρους εργασία στα δάση
Οι μελισσοκόμοι απαιτούμε την άρση των παράλογων περιορισμών που επιβλήθηκαν στην εργασία μας στα δάση, με το πρόσχημα της περιβαλλοντικής διαχείρισης και της πυρασφάλειας. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν προστατεύουν το δάσος· αντίθετα, αποκλείουν τους ανθρώπους που ζουν από αυτό και το φροντίζουν καθημερινά.

Η μελισσοκομία είναι άρρηκτα δεμένη με το δασικό οικοσύστημα. Οι μελισσοκόμοι δεν είναι «εν δυνάμει εμπρηστές», αλλά φυσικοί σύμμαχοι της προστασίας του δάσους. Η ποινικοποίηση της εργασίας μας αποτελεί έκφραση μιας πολιτικής που μεταθέτει τις ευθύνες της κρατικής ανεπάρκειας στους ίδιους τους παραγωγούς.

Διεύρυνση του ωραρίου χρήσης του καπνιστηριού
Στο ίδιο πνεύμα, ζητάμε την άρση των αυθαίρετων περιορισμών στη χρήση του καπνιστηριού, όπως ο χρονικός περιορισμός μέχρι τις πρωινές ώρες. Οι περιορισμοί αυτοί καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη μελισσοκομική εργασία, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων αναγκών.

Η εργασία του μελισσοκόμου δεν μπορεί να υπακούει σε γραφειοκρατικά ωράρια που αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται χωρίς γνώση του αντικειμένου και λειτουργούν τελικά ως μηχανισμός αποκλεισμού των μικρών παραγωγών.

Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο
Το Ηλεκτρονικό Μητρώο, όπως εφαρμόζεται σήμερα, μετέτρεψε κατοχυρωμένα δικαιώματα των μελισσοκόμων σε ανακλητά «προνόμια». Η πρόσβαση στην εργασία, στις μετακινήσεις, ακόμη και σε στοιχειώδεις δραστηριότητες, εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση σε ένα αυστηρό και τιμωρητικό πλαίσιο, που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της παραγωγής.

Αντί το κράτος να στηρίζει τον παραγωγό, τον μετατρέπει σε διαρκώς ελεγχόμενο και υπόλογο, την ίδια στιγμή που οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς λειτουργούν πρακτικά ανεξέλεγκτα. Διεκδικούμε την προσαρμογή του Μητρώου στον ευρωπαϊκό κανονισμό με τρόπο που να διασφαλίζει δικαιώματα και όχι να τα υπονομεύει.

Ο αγώνας των μελισσοκόμων στα μπλόκα δεν αποτελεί μια αποσπασματική ή «κλαδική» διαμαρτυρία. Είναι μέρος της συνολικής πάλης της αγροτιάς απέναντι σε μια πολιτική που μεταφέρει συστηματικά τον πλούτο και την υπεραξία από τον παραγωγό προς τους μεσάζοντες, τους μεγάλους εμπορικούς ομίλους και το κεφάλαιο. Οι μελισσοκόμοι θα συνεχίσουμε να είμαστε παρόντες στον αγώνα, μέχρι τέλους.

Κραυγή αγωνίας από τους Έλληνες μελισσοκόμους

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Μελισσοκομίας διεθνοποιεί το πρόβλημα της ελεύθερης εξάσκησης της μελισσοκομίας στα δάση με επιστολή της στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μελισσοκομίας. Ήδη, οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι οι απαγορεύσεις άσκησης της μελισσοκομικής πρακτικής στα δάση, είναι αποκλειστικό εφεύρημα των ελληνικών Αρχών. Ζητάμε επιπρόσθετες πληροφορίες από γειτονικές χώρες και από μέλη κράτη της ΕΕ, ώστε να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας σε αναπόφευκτες δικαστικές διαμάχες στην περίπτωση που οι ελληνικές αρχές επιμένουν στις καταδικαστικές τους διατάξεις για την ελεύθερη εξάσκηση της μελισσοκομίας στα δάση.

Η Μελισσοκομία στην Ελλάδα και η Εξάρτησή της από τα Δάση

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα των μελισσοκόμων να μετακινούν τα μελίσσια τους σε δασικές περιοχές. Το πεύκο, το έλατο και η βελανιδιά αποτελούν τα τρία κύρια δασικά είδη των οποίων οι μελιτώδεις εκκρίσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ετήσιας παραγωγής μελιού της χώρας.

Επιπλέον, οι δασικές εκτάσεις που είναι πλούσιες σε ρείκι, κουμαριά, λαδανιά, ακακία και άλλα φυτά —όπως και οι περιοχές με μεσογειακή θαμνώδη βλάστηση, αρωματικά φυτά (π.χ. θυμάρι και ρίγανη) ή ψυχανθή— αποτελούν απαραίτητα οικοσυστήματα για την ανάπτυξη των μελισσιών και την παραγωγή πλήθους μελισσοκομικών προϊόντων.

Οι Πρόσφατοι Περιορισμοί και η Στοχοποίηση των Μελισσοκόμων

Τα τελευταία χρόνια, η τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές έχει καταστεί ολοένα και δυσκολότερη λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως η επέκταση άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. τουρισμός), αλλά κυρίως επειδή ο μελισσοκομικός τομέας στοχοποιείται άδικα ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για δασικές πυρκαγιές.

Ως αποτέλεσμα, οι Δασικές Υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας έχουν εκδώσει Απαγορευτικές Δασικές Διατάξεις, οι οποίες, αν και δεν έχουν νομική τεκμηρίωση, επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς σχετικά με αποστάσεις από δασικούς δρόμους, μονοπάτια, πηγές νερού, εξοχικές κατοικίες και άλλα σημεία. Αυτό καθιστά πρακτικά αδύνατη την εγκατάσταση κυψελών.

Επιπλέον, απαγορεύουν πλήρως τη μεταφορά μελισσιών σε καμένες δασικές εκτάσεις για αυθαίρετα χρονικά διαστήματα (π.χ. 5 ή 10 έτη), στερώντας έτσι από τα δάση τη πολύτιμη συμβολή των μελισσών στη φυσική τους αναγέννηση.

Οι Νέες Ρυθμίσεις Πυροπροστασίας και τα Παράδοξα των Νόμων

Το νεοσύστατο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μαζί με το Πυροσβεστικό Σώμα που υπάγεται σε αυτό, έχει εκδώσει Κανονισμούς Πυροπροστασίας που καθιστούν τη δασική μελισσοκομία πρακτικά ανέφικτη.

Για παράδειγμα, ένα άρθρο του Κανονισμού Πυροπροστασίας 9/2024 ορίζει ότι πρέπει να υπάρχει «ελάχιστη απόσταση τουλάχιστον δέκα (10) μέτρων μεταξύ των εγκαταστάσεων κυψελών και των δέντρων ή θάμνων».

Ωστόσο, τα ελληνικά δάση χαρακτηρίζονται από ανώμαλο ανάγλυφο και πυκνή βλάστηση, με ελάχιστα καθαρά ξέφωτα ή ορεινά λιβάδια. Συνεπώς, αυτό το μέτρο είναι ανεφάρμοστο. Ακόμη κι αν ένας μελισσοκόμος προσπαθήσει να καθαρίσει την περιοχή γύρω από το μελισσοκομείο, η πράξη αυτή θα παραβιάσει τη δασική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει την κοπή βλάστησης. Έτσι, οι ρυθμίσεις ενός υπουργείου αναιρούν τους νόμους ενός άλλου.

Από το 1998, η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα έχει μεταβιβαστεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο όμως στερείται του εξειδικευμένου προσωπικού, της γνώσης και της εμπειρίας που διέθετε παλαιότερα η Δασική Υπηρεσία — ένας φορέας που ασκούσε αποτελεσματικά αυτό το κρίσιμο καθήκον επί δεκαετίες.

Αίτημα Πληροφόρησης και Αλληλεγγύης

Ζητούμε τη στήριξή σας για την αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης που βιώνει η ελληνική μελισσοκομία. Θα εκτιμούσαμε ιδιαίτερα εάν μπορούσατε να μας ενημερώσετε:

  • Για τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στις χώρες σας σχετικά με την τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές, ειδικά για βραχυχρόνια εκμετάλλευση των μελιτωμάτων (10 έως 30 ημερών) και όχι για μόνιμες εγκαταστάσεις.
  • Για τυχόν κανονισμούς πρόληψης πυρκαγιών που ισχύουν τους θερινούς μήνες και αφορούν τις μελισσοκομικές δραστηριότητες (π.χ. χρήση καπνιστηριού).
  • Για τους κανόνες που διέπουν την τοποθέτηση κυψελών σε καμένες δασικές εκτάσεις.
  • Εάν η μελισσοκομία αναγνωρίζεται ως οικονομική δραστηριότητα στα Σχέδια Διαχείρισης Δασών των χωρών σας.
  • Και, τέλος, εάν υπάρχει νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη μελισσοκομία σε αστικές και περιαστικές περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις συνορεύουν ή έχουν αναπτυχθεί εντός δασικών ζωνών.

Ένα Ευρωπαϊκό Ζήτημα

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα — αφορά όλους τους Ευρωπαίους μελισσοκόμους.
Εάν εδραιωθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι μέλισσες και οι μελισσοκόμοι αποτελούν απειλή για τα δάση, παρόμοιοι περιορισμοί θα μπορούσαν σύντομα να εξαπλωθούν και σε άλλα κράτη της ΕΕ.

Τα δασικά οικοσυστήματα, η βιοποικιλότητα και οι υπηρεσίες επικονίασης αποτελούν κοινό ευρωπαϊκό αγαθό. Η προστασία του δικαιώματος άσκησης βιώσιμης μελισσοκομίας εντός των δασών είναι, συνεπώς, κοινή ευθύνη.

Η συνεργασία όλων των κρατών μελών της EBA είναι ουσιώδης ώστε να διασφαλιστεί ότι η μελισσοκομία θα συνεχίσει να αναγνωρίζεται ως ζωτική, περιβαλλοντικά ωφέλιμη και αναντικατάστατη δραστηριότητα για την υγεία των φυσικών μας τοπίων.

Σοφία Γούναρη – Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Μελισσοκομίας 

BASF και απαγορευμένα φυτοφάρμακα: Ένα σκάνδαλο που φέρνει σε δύσκολη θέση το γαλλικό κράτος

Ένα σοβαρό ζήτημα γύρω από την παραγωγή απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στην Γαλλία επαναφέρει στο προσκήνιο η Αγροτική Συνομοσπονδία Confédération paysanne, μετά τις αποκαλύψεις για τις πρακτικές της πολυεθνικής χημικής βιομηχανίας BASF στο εργοστάσιό της στο Ζεναί.

Τον Ιούνιο εθελοντές μελισσοκόμοι επιθεώρησαν τους χώρους της BASF όπου διαπίστωσαν ότι συνεχίζει να παράγει το απαγορευμένο στη Γαλλία και μη εγκεκριμένο στην Ε.Ε., πυρεθροειδές εντομοκτόνο ευρέος φάσματος Fastac με δραστική ουσία την α-κυπερμεθρίνη, η οποία θεωρείται εξαιρετικά τοξική για τις μέλισσες. Οι εθελοντές εντόπισαν επίσης την παρουσία της δραστικής ουσίας Dimpropyridaz, που δεν διαθέτει έγκριση σε επίπεδο Ε.Ε. και επομένως θεωρείται παράνομα παραγόμενη.

Λίγες μέρες αργότερα η Περιφερειακή Διεύθυνση Περιβάλλοντος (DREAL), μετά από αίτημα του Υπουργείου Μετάβασης προς την Οικολογία, πραγματοποίησε έλεγχο όπου επιβεβαίωσε την ύπαρξη αποθηκευμένων ποσοτήτων Fastac. Παρά τα στοιχεία, η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών περιορίστηκε αποκλειστικά στο Fastac, αποσιωπώντας την παρουσία των υπόλοιπων απαγορευμένων ουσιών — κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις των μελισσοκόμων.

Οι μελισσοκόμοι κατηγορούν τη BASF ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει το ζήτημα παρουσιάζοντας την απαγόρευση του Fastac ως απλή διοικητική απόσυρση και όχι ως αποτέλεσμα σοβαρών τοξικολογικών ανησυχιών. Από το 2019, σύμφωνα με την Confédération, η εταιρεία δεν έχει παραδώσει πλήρεις μελέτες για την ασφάλεια των προϊόντων της. Η πρακτική παραγωγής απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στη Γαλλία και η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες θεωρείται από την οργάνωση χαρακτηριστική μορφή «αγροχημικού αποικιοκρατισμού».

Για την Confédération paysanne, η υπόθεση της BASF δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά ένα ακόμη παράδειγμα ενός αγροχημικού μοντέλου που βάζει τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών πάνω από την υγεία, το περιβάλλον και τη διαφάνεια. Η οργάνωση επιμένει ότι απαιτείται «συστημική αλλαγή» ώστε να αντιμετωπιστούν οι δομικές αυτές δυσλειτουργίες.

Η αυταπάτη των επιδοτήσεων

Συχνά διαφωνώ με αρκετούς συναδέλφους που ζητούν να ενταχθεί η μελισσοκομία στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε να λαμβάνουμε και εμείς βασικές επιδοτήσεις, όπως οι υπόλοιποι αγροτικοί τομείς. Πρόσφατα μάλιστα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συζητείται η θέσπιση επιδόματος επικονίασης για τους μελισσοκόμους.

Παρότι η πρόθεση μπορεί να φαντάζει δίκαιη, είμαι κάθετα αντίθετος στη λογική των άμεσων επιδοτήσεων στον πρωτογενή τομέα – όποια μορφή κι αν λαμβάνουν και όσο “δίκαιες” κι αν παρουσιάζονται. Ιδίως όταν αυτές υπολογίζονται με βάση τον αριθμό (δέντρα, ζώα, μελίσσια κτλ). Πρόκειται για μια πολιτική που ενθαρρύνει την παθητικότητα, τη γραφειοκρατία και την εξάρτηση και όχι την παραγωγή.

Η πολιτική της εξάρτησης

Μια πολιτική που επιδοτεί την επικονίαση ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από απαγορεύσεις των μελισσιών στα δάση, είτε στο όνομα της πυρασφάλειας είτε της περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεν αποτελεί ενίσχυση αλλά υποκατάσταση της ελευθερίας δράσης του παραγωγού. Δεν προάγει τη μελισσοκομία· τη μετατρέπει σε διοικητικά ελεγχόμενο κλάδο.

Όταν μάλιστα η επιδότηση αυτή δίνεται με βάση τον αριθμό των κυψελών, το αποτέλεσμα νομοτελειακά οδηγεί σε πλασματικές δηλώσεις, στατικά μελισσοκομεία “στα χαρτιά” και παραγωγούς που υφίστανται μόνο για να εισπράττουν. Η πραγματική παραγωγή παραμερίζεται και η δημιουργικότητα αντικαθίσταται από τη γραφειοκρατία.

Οι επιδοτήσεις ως μηχανισμός αποδυνάμωσης

Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατευθύνσεις προσανατολίζονται εδώ και χρόνια προς την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων. Και μπορεί να μας διώχνουν από τα δάση αλλά δε θέλουν και να μας εξαφανίσουν εντελώς.

Στην πράξη, ο μελισσοκόμος που ζει από την επιδότηση χρησιμεύει ως νομιμοποιητικό άλλοθι για ένα σύστημα όπου η αγορά πλημμυρίζει από εισαγόμενα ή νοθευμένα προϊόντα. Ο μελισσοκόμος χρειάζεται για να δικαιολογούνται οι ελληνοποιήσεις καθώς χωρίς έστω λίγο ελληνικό μέλι, δεν μπορεί να υπάρξει “ελληνοποίηση”. Οι μικροί παραγωγοί δεν πρέπει να εξαφανιστούν, πρέπει όμως να παραμείνουν ελεγχόμενα παρόντες, εξαρτημένοι και διαχειρίσιμοι. Έτσι, ο παραγωγός καταλήγει να παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου.

Η εμπειρία του αγροτικού τομέα

Έχει αποδειχθεί στην πράξη πως όπου κυριάρχησαν οι επιδοτήσεις, η παραγωγή μαράζωσε. Το είδαμε στο βαμβάκι, στο γάλα, στα σιτηρά: η επιδότηση έγινε αυτοσκοπός, και το κίνητρο της παραγωγής εξαφανίστηκε. Όπου οι επιδοτήσεις έγιναν βασικό εισόδημα, ο κλάδος έχασε σε ανταγωνιστικότητα, δεν εκσυγχρονίστηκε και εξαρτήθηκε από το κράτος.

Αντίθετα, τομείς με λιγότερη ή εντελώς εκτός επιδοτήσεων, όπως τα ακτινίδια, η ορνιθοτροφία, τα θερμοκήπια, συνεχίζουν και ευημερούν, επενδύουν και εξάγουν. Μέχρι πρόσφατα σ’ αυτούς τους κλάδους ανήκε και η μελισσοκομία.

Βιολογικά: Η “ταφόπλακα” της ελληνικής μελισσοκομίας

Η εισαγωγή του προγράμματος της βιολογικής μελισσοκομίας αποτέλεσε σημείο καμπής για τον κλάδο. Η ΕΕ αποφασίζει να δώσει χρήματα για να ενθαρρύνει τη μετάβαση στη βιολογική παραγωγή. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, το υλοποίησε με έναν πολύ “χαλαρό” τρόπο καθώς δεν απαιτήθηκε ουσιαστική εκπαίδευση ή επιμόρφωση των παραγωγών, ενώ δεν υπήρξε καν υποχρέωση παραγωγής βιολογικού προϊόντος!

Με το να λέει η ΕΕ “πάρτε αυτά τα χρήματα και γίνετε βιολογικοί” αντί να ενισχυθεί η ουσία της βιολογικής παραγωγής, ενισχύθηκε η εξάρτηση από τα επιδόματα. Έτσι, επιτεύχθηκε ο στατιστικός στόχος για τις Βρυξέλλες, που ήταν αύξηση των βιολογικών παραγωγών, χωρίς όμως να υπάρξει αντίστοιχη αύξηση των βιολογικών προϊόντων που παράγονται. Ο φορολογούμενος επί της ουσίας χρηματοδότησε μια δράση για τη “μετάβαση”, που όμως δεν παρήγαγε ούτε γνώση, ούτε προϊόν.

Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της εξάρτησης και η περαιτέρω απαξίωση της έννοιας “βιολογικό”. Το πρόγραμμα όμως αλλοίωσε τον χαρακτήρα της μελισσοκομίας, μετατρέποντας τον παραγωγό από δημιουργό σε λήπτη επιδοτήσεων, με ό,τι αυτό σημαίνει για την παραγωγική ικανότητα και την ποιότητα του κλάδου.

Από την εξάρτηση στην αυτάρκεια

Αντί για αυτού του είδους τις πολιτικές, αυτό που πραγματικά χρειάζεται η μελισσοκομία είναι πολιτικές που παράγουν μόνιμη ικανότητα και όχι παροδικό εισόδημα. Πολιτικές που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, δίνουν κίνητρα στην παραγωγή και άρουν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς.

Η πολιτεία θα μπορούσε, για παράδειγμα αντί επιδότησης να επιστρέφει ολόκληρο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Αυτό αποτελεί κίνητρο παραγωγής καθώς ενθαρρύνει τη μετακίνηση των μελισσιών, δηλαδή τη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα και αποτρέπει τη δημιουργία μελισσοκομείων στα “χαρτιά”. Αντίστοιχα, η μείωση του ΦΠΑ στον εξοπλισμό (κυψέλες, κηρήθρες, υλικά τυποποίησης) θα είχε άμεσο και διαφανές όφελος για όποιον πραγματικά εργάζεται.

Αντί να διοχετεύονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε πρόσκαιρες ενισχύσεις, τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να παράγουν μόνιμες υποδομές, όπως δημόσια ή συνεταιριστικά τυποποιητήρια, εργαστήρια ελέγχου ποιότητας, συλλογικά σημεία διάθεσης.

Η μελισσοκομία δεν έχει ανάγκη από επιδόματα. Έχει ανάγκη από ελευθερία (άρση απαγορεύσεων στα δάση, άρση περιορισμών στην παραγωγή), από υποδομές, γνώση και δίκαιους κανόνες για όλους.

Οι επιδοτήσεις ίσως υπόσχονται σταθερότητα, αλλά στην πράξη μετατρέπουν τη δημιουργία σε εξάρτηση. Και αυτό είναι, πράγματι, η μεγαλύτερη αυταπάτη.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Οι μέλισσες στο στόχαστρο του κράτους.

Η πρόσφατη φωτιά στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου έσβησε γρήγορα, όμως φαίνεται ότι οι συνέπειες για τη μελισσοκομία – και συγκεκριμένα για το πειραματικό μελισσοκομείο του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων (ΙΜΔΟ) του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ – είναι σοβαρές και ανησυχητικές.

Η Δρ. Σοφία Γούναρη, ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, έκανε δημόσιες παρεμβάσεις καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο η Πυροσβεστική και το ΕΚΠΑ χειρίζονται το ζήτημα. Σύμφωνα με την κ. Γούναρη λιοπόν το μελισσοκομείο του ΙΜΔΟ στην Πανεπιστημιούπολη είναι νόμιμα εγκατεστημένο βάσει Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και ΕΚΠΑ. Διαθέτει παροχή νερού, περιμετρικά μπεκ πυρόσβεσης και καθαρισμένη βλάστηση. Δεν υπήρχαν καπνιστήρια ή εύφλεκτα υλικά, ούτε κινδύνεψαν τα μελίσσια, αφού η φωτιά δεν έφτασε σε αυτό το σημείο.

Ωστόσο, μετά από πολύωρη ανάκριση, η Πυροσβεστική ανακοίνωσε ότι η φωτιά προήλθε από μελισσοκομείο, επιβάλλοντας διοικητικά πρόστιμα σε δύο μελισσοκόμους και στο ΕΚΠΑ – όχι για χρήση καπνιστηριού, αλλά για ζητήματα σήμανσης και αποψίλωσης της βλάστησης γύρω από τα μελίσσια (5 μέτρα).

Η ερευνήτρια θέτει εύλογα ερωτήματα: Αν υπήρχε πραγματική υπαιτιότητα, γιατί δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις; Πώς γίνεται να «καταδικάζονται» μελισσοκόμοι με πρόστιμα για αμφιλεγόμενες παραβάσεις, τη στιγμή που η δασική νομοθεσία έρχεται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της Πυροσβεστικής;

Mετά τη φωτιά, η υπόθεση κλιμακώθηκε. Στις 12 Αυγούστου, το ΕΚΠΑ απέστειλε εξώδικο προς τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ ζητώντας την απομάκρυνση του μελισσοκομείου – χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Λίγες μέρες αργότερα, ο «υπεύθυνος ασφαλείας» του ΕΚΠΑ απαγόρευσε στην Δρ. Γούναρη την πρόσβαση στο μελισσοκομείο, παρότι είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα των μελισσιών. Μάλιστα, καταγγέλλεται ότι κόβεται συστηματικά η παροχή νερού στις μέλισσες.

Πρόκειται για 19 μελίσσια που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για ερευνητικούς σκοπούς. Όπως τονίζει η ερευνήτρια, η απαγόρευση πρόσβασης ισοδυναμεί με «αργό και βασανιστικό θάνατο» για τις μέλισσες.

Ένας «κατασκευασμένος ένοχος»;

Η υπόθεση αυτή φωτίζει ένα ευρύτερο ζήτημα: τη στοχοποίηση της μελισσοκομίας ως «αιτίας» πυρκαγιών. Παρότι δεν αποδόθηκε καμία κατηγορία σε συγκεκριμένο πρόσωπο για εμπρησμό, ο δημόσιος διάλογος και η εικόνα που δημιουργήθηκε στα ΜΜΕ παρουσιάζουν τον μελισσοκόμο και τη μέλισσα ως βασικούς υπεύθυνους.

Όπως σχολιάζει η Δρ. Γούναρη: «Ο άνθρωπος θέλει να τρώει μέλι, αλλά δεν θέλει τις μέλισσες· θέλει πρασινάδα, αλλά χωρίς γύρη και ζουζούνια. Θέλει προϊόντα, αλλά όχι τις διαδικασίες που τα παράγουν.»

Τι μέλλει γενέσθαι;

Η ερευνήτρια δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει τον αγώνα για την υπεράσπιση του μελισσοκομείου και της επιστημονικής έρευνας στη μελισσοκομία. Παράλληλα, απευθύνει κάλεσμα σε μελισσοκόμους, συλλογικότητες, φοιτητικούς συλλόγους, περιβαλλοντικούς φορείς και πολίτες να ενημερωθούν και να αντιδράσουν.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Θα αφήσουμε τις μέλισσες – και μαζί την έρευνα που τις στηρίζει – να γίνουν τα εξιλαστήρια θύματα;

Οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι αντιτίθενται στην αύξηση των εισαγωγών από την Ουκρανία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε να αυξήσει την ετήσια ποσοστιαία ποσόστωση εισαγωγής μελιού από την Ουκρανία χωρίς δασμούς από 6.000 τόνους σε 35.000 τόνους ανά έτος, προκαλώντας τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων μελισσοκόμων καθώς στην Ουκρανία χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά τα οποία απαγορεύονται στην Ευρώπη.

Γάλλοι μελισσοκόμοι σταματούν φορτηγό από την Ουκρανία με 15 τόνους μελιού το 2024, παραγγελία της εταιρείας Michaud, η οποία στο site της υπερηφανεύεται για το 100% Γαλλικό μέλι της.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα αντιβιοτικά μετρονιδαζόλη και χλωραμφαινικόλη για τα οποία στην ΕΕ δεν υπάρχει επιτρεπτό όριο καταλοίπων στο μέλι λόγω της επικινδυνότητάς τους στην ανθρώπινη υγεία (παράρτημα ΙV, Καν. 37/2010). Η European Beekeeping Association (EBA) κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καθυστερήσει την προγραμματισμένη αύξηση των αδασμολόγητων εισαγωγών μελιού από την Ουκρανία, προειδοποιώντας ότι η κίνηση αυτή κινδυνεύει να εντείνει τις πιέσεις στην αγορά μελιού της ΕΕ, εάν δεν υπάρξουν ισχυρότεροι ποιοτικοί έλεγχοι, σύμφωνα με το AFP.

Η Επιτροπή έχει συμφωνήσει να αυξήσει το ετήσιο αδασμολόγητο όριο εισαγωγής από 6.000 τόνους σε 35.000 τόνους. Σε επιστολή της προς την Επιτροπή, που δημοσιεύτηκε από το σλοβενικό πρακτορείο STA, η EBA υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή αγορά ήδη αντιμετωπίζει «ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό από φθηνό εισαγόμενο μέλι, συχνά αμφίβολης ποιότητας και ασαφούς προέλευσης λόγω έλλειψης αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου». Το Ουκρανικό μέλι διακινείται σε εξευτελιστικές τιμές που κυμαίνονται στα $2/kg.

Η Ουκρανία είναι μεγάλος παραγωγός μελιού και μπορεί να κατακλύσει την ευρωπαϊκή αγορά με φθηνό μέλι. Στο πλαίσιο της συμφωνίας DCFTA (Deep and Comprehensive Free Trade Area), που ίσχυε πριν από τον πόλεμο με τη Ρωσία το 2022, η ΕΕ είχε χορηγήσει στην Ουκρανία μόνο ένα πολύ μικρό αδασμολόγητο όριο εισαγωγής μελιού, το οποίο εξαντλούνταν συνήθως μέσα στις πρώτες εβδομάδες κάθε νέου έτους.

Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η ΕΕ ανέστειλε προσωρινά το σύστημα ποσοστώσεων, παρέχοντας απρόσκοπτη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ώστε να εξασφαλιστεί σημαντική πηγή εσόδων για το Κίεβο. Παρ’ όλα αυτά, η Ουκρανία εξακολουθεί να έχει εμπορικό έλλειμμα €20 δισ. με την ΕΕ.

Η ελεύθερη πρόσβαση των ουκρανικών αγροτικών προϊόντων στις αγορές της ΕΕ έχει προκαλέσει τριβές με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Η Πολωνία επέβαλε μονομερώς απαγόρευση στις εισαγωγές ή τη διαμετακόμιση ουκρανικών σιτηρών, όταν τα φθηνά ουκρανικά σιτηρά κατέστρεψαν την εγχώρια αγορά το 2023. Τυπικά, η χάραξη εμπορικής πολιτικής της ΕΕ ανήκει στις Βρυξέλλες, καθιστώντας την απαγόρευση της Βαρσοβίας παράνομη· ωστόσο η Πολωνία αγνόησε τις εντολές για επανεκκίνηση του εμπορίου. Στις 5 Ιουλίου έληξαν οι παρεκκλίσεις από το σύστημα ποσοστώσεων και, χωρίς την πλήρη υποστήριξη όλων των κρατών-μελών, οι Βρυξέλλες προσπαθούν να επανεισαγάγουν ορισμένες παρεκκλίσεις κατά περίπτωση.

Το μέλι βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των διαφωνιών. Η EBA δήλωσε ότι υπάρχουν «σημαντικά νομοθετικά κενά που επιτρέπουν τη νοθεία του μελιού», επικαλούμενη ανεπαρκείς ελέγχους στα σύνορα, κακή ιχνηλασιμότητα και έλλειψη ενιαίων μεθόδων επαλήθευσης της γνησιότητας σε επίπεδο ΕΕ. Ζήτησε να αναβληθεί οποιαδήποτε αύξηση των ουκρανικών εισαγωγών μέχρι να θεσπιστούν «πιο αξιόπιστα συστήματα ελέγχου της ποιότητας του μελιού».

Εκφράζοντας παράλληλα τη στήριξή της προς την Ουκρανία, η EBA σημείωσε ότι «κάθε νέα εμπορική συμφωνία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα συμφέροντα των Ευρωπαίων αγροτών, ειδικά στον ευαίσθητο τομέα της μελισσοκομίας».

Και στην Ελλάδα όμως μελισσοκομικές οργανώσεις αντιτίθενται στην αύξηση των αδασμολόγητων εισαγωγών μελιού από την Ουκρανία. Θεωρούν ότι επειδή οι εισαγωγές από την Ουκρανία θα αυξηθούν σημαντικά λόγω του αφορολόγητου, είναι απαραίτητο, όταν και αν οι αρχές εντοπίσουν “ελληνικό” μέλι με υπολείμματα αντιβιοτικών τερραμυκίνης, σουλφαδιαζόλης, χλωρομφαινικόλης, μετρονιδιαζόλης κ.ά να βεβαιωθούν πρώτα για τη γεωγραφική προέλευσή του και μετά να προβούν σε οποιαδήποτε ανακοίνωση.

Εντομολόγοι ανακάλυψαν 71 νέα είδη ιθαγενών μελισσών στην Αυστραλία

Εντομολόγοι ανακάλυψαν 71 νέα είδη ιθαγενών μελισσών στην Αυστραλία, τα οποία ανήκουν στο σπάνιο υπογένος Austrochile (γένος Megachile). Αυτές οι μέλισσες κατασκευάζουν κελιά από ρητίνη, τα οποία προσκολλώνται μεμονωμένα σε κλαδιά ή σε συστάδες στον φλοιό δέντρων.

Οι ερευνητές πρότειναν το όνομα «Μέλισσες ρητίνης» (resin pot bees) ως κοινό όνομα για τις μέλισσες αυτού του υπογένους. Οι μέλισσες αυτές είναι μοναδικές στην Αυστραλία και απαντώνται σε κάθε πολιτεία, εκτός από την Τασμανία.

«Αυτό το σπάνιο υπογένος μελισσών θεωρούνταν προηγουμένως ότι περιλάμβανε επτά είδη, ενώ το 1992 προστέθηκαν ακόμη 18», δήλωσε ο Δρ. Remko Leijs, ερευνητής στο Μουσείο της Νότιας Αυστραλίας. «Με τα χρόνια, ανακαλύψαμε επιπλέον 23 είδη κατά τη διάρκεια αποστολών συλλογής στο πεδίο».

Οι μέλισσες του γένους Megachile συχνά αποκαλούνται φυλλοκόπτριες μέλισσες. Η ετυμολογία του γένους Megachile, μεταφράζεται προχείρως από το αρχαίο ελληνικό (μέγας (μεγάλος) + χείλος)· τα “μεγάλα χείλη” τους και οι ισχυροί σιαγόνες είναι κατάλληλοι για τη συλλογή των υλικών κατασκευής της φωλιάς.

«Υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο των ειδών μελισσών παραμένει άγνωστο στην επιστήμη, και η έλλειψη χρηματοδότησης για ταξινομική έρευνα δυσχεραίνει την αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησής τους και τη λήψη μέτρων για την προστασία των ιθαγενών μελισσών», πρόσθεσε η Δρ. Katja Hogendoorn, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας. «Παρά τη σημασία τους για το περιβάλλον και την οικονομία ως επικονιαστές ιθαγενών φυτών και καλλιεργειών, η πανίδα των μελισσών της Αυστραλίας παραμένει ελάχιστα γνωστή».

Η ανακάλυψη της ομάδας αυτής αυξάνει τον αριθμό των γνωστών ειδών μελισσών ρητίνης σε 78.

Βιβλιογραφία: The Australian Resin Pot Bees, Megachile (Austrochile) (Hymenoptera: Megachilidae), with descriptions of 71 new species

Οι μελισσοκόμοι της Νέας Ζηλανδίας καλούνται να αναφέρουν τις εγκαταλελειμμένες κυψέλες που εντοπίζουν καθώς παρουσιάζεται ανησυχητική αύξηση εγκαταλελειμμένων μελισσοκομείων.

Οι δύσκολες εποχές που διανύουμε στη μελισσοκομία έχουν οδηγήσει σε αύξηση των μελισσοκόμων που εγκαταλείπουν τα μελισσοκομεία τους και οι αρχές λένε ότι το γεγονός αυτό παρουσιάζει σημαντικό κίνδυνο διασποράς ασθενειών.

«Δυστυχώς, για οικονομικούς λόγους, ορισμένοι μελισσοκόμοι τα παράτησαν, αφήνοντας τα μελίσσια στο έλεος τους. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο για τα γειτονικά μελισσοκομεία καθώς η Αμερικάνικη Σηψιγονία (AFB), μια θανατηφόρα βακτηριακή ασθένεια του γόνου των μελισσών μπορεί να εξαπλωθεί προς αυτές τις αποικίες χωρίς κανείς να το γνωρίζει» λέει η Niharika Long, γενική διευθύντρια του Οργανισμού Διαχείρισης Παρασίτων της Νέας Ζηλανδίας.

Η Αμερικάνικη σηψιγονία (AFB) είναι μια θανατηφόρα βακτηριακή ασθένεια του γόνου των μελισσών που προκαλείται από το βακτήριο Bacillus larvae το οποίο προσβάλει όλα τα στάδια του γόνου, σχηματίζει σπόρια και προσβάλλει τις προνύμφες όταν αυτές καταναλώσουν τροφή με σπόρους του βακτηρίου. Τα σπόρια του είναι ανθεκτικά και μπορούν να επιμείνουν για δεκαετίες, καθιστώντας την έγκαιρη ανίχνευση και την εξάλειψή του ζωτικής σημασίας.

«Χρειαζόμαστε πραγματικά τους μελισσοκόμους για να μας ενημερώνουν αν παρατηρήσουν ότι οι κυψέλες κοντά στο αγρόκτημά τους έχουν εγκαταλειφθεί ή παραμεληθεί» συνεχίζει η Long. «Ο μόνος τρόπος αυτή τη στιγμή για να απαλλαγείτε από την Αμερικάνικη σηψιγονία είναι να κάψετε όλες τις μολυσμένες κυψέλες – συμπεριλαμβανομένων των μελισσών, αλλά και το μολυσμένο εξοπλισμό».

«Δεν έχουμε αρκετό προσωπικό πεδίου για να είμαστε παντού, επομένως βασιζόμαστε στους μελισσοκόμους. Όμως μέχρι σήμερα οι περισσότεροι μας ειδοποιούν μετά από 12 μήνες παραμέλησης. Χρειάζεται αυτό να μειωθεί στο εξάμηνο».

Οι μελισσοκόμοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η μελισσοκομία υπόκειται σε κανονισμούς, συμπεριλαμβανομένων των επιθεωρήσεων. Επίσης αν κάποιος εντοπίσει μελίσσια να έχουν προσβληθεί από Αμερικάνικη σηψιγονία είναι υποχρεωμένος να το αναφέρει στις Αρχές.

Δυστυχώς αρκετοί αγρότες ξεκινούν να ασχολούνται με τη μελισσοκομία και μόλις συνειδητοποιήσουν πόση δουλειά υπάρχει πίσω από αυτήν αποφασίζουν απλώς να εγκαταλείψουν τις κυψέλες στην τύχη τους, μέσα στο κτήμα τους ή τον εξοπλισμό εκτεθειμένο κάτω από ένα υπόστεγο, αγνοώντας τι ζημιά μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο.

Ακόμη χειρότερα υπήρξαν περιπτώσεις που κάποιοι πουλούσαν εγκαταλελειμμένα μελισσοκομικά εργαλεία μέσω του TradeMe ή του Marketplace. «Συχνά καταλήγουν να πουλάνε μεμονωμένες κυψέλες σε διαφορετικούς ανθρώπους, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε μη καταχωρημένες κυψέλες απλωμένες παντού, χωρίς καμία καταγραφή τους. Αν σπόρια της ασθένειας βρίσκονταν εκεί, τώρα έχουν εξαπλωθεί μακριά».

«Ο Οργανισμός Διαχείρισης Παρασίτων της Νέας Ζηλανδίας διαχειρίζεται μια εθνική βάση δεδομένων μελισσοκομείων. Έτσι όταν αναφερθεί ένα κρούσμα Αμερικάνικης σηψιγονίας μπορούμε να θέσουμε σε καραντίνα τα γειτονικά μελισσοκομεία και να εντοπίσουμε την πηγή. Όταν όμως υπάρχουν μελισσοκομεία τα οποία δεν είναι καταγεγραμμένα, τότε απλώς ψάχνουμε στην τύχη» δηλώνει η Long.

Ο εκπρόσωπος για τη βιοασφάλεια της Federated Farmers (εθνική οργάνωση αγροτών στη Νέα Ζηλανδία), David Birkett κάνει έκκληση σε αγρότες και μελισσοκόμους καθώς είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για τη γεωργία και την παραγωγή τροφίμων: «Προτρέπω όλους τους αγρότες που παρατηρούν κυψέλες να μην έχουν ανοιχτεί εδώ και αρκετό καιρό να επικοινωνούν με τις Αρχές».

Πηγή: Farmers Weekly

Γάλλοι μελισσοκόμοι “έχτισαν” με κυψέλες την είσοδο του γραφείου του γερουσιαστή L. Duplomb, διαμαρτυρόμενοι για το νομοσχέδιο που θα επαναφέρει στη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα.

Πριν λίγες ημέρες συνάδελφοι μελισσοκόμοι από τη Γαλλία, σε μία συμβολική κίνηση, “έχτισαν” με κυψέλες την είσοδο του κοινοβουλευτικού γραφείου του γερουσιαστή Laurent Duplomb, για να διαμαρτυρηθούν για το νομοσχέδιο που θα επαναφέρει στη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα και ιδιαίτερα νεονικοτινοειδή.

Έπειτα από κάλεσμα του Μελισσοκομικού Συνδικάτου του Ωτ-Λουάρ και του Αγροτικού Συνδικάτου Confédération paysanne, υψώθηκε συμβολικά ένας τοίχος από κυψέλες το Σάββατο, 1η Φεβρουαρίου το μεσημέρι, μπροστά από την πόρτα και τα παράθυρα του κοινοβουλευτικού γραφείου του γερουσιαστή Laurent Duplomb, στη Γαλλική κοινότητα Λε Πουί, νοτιοδυτικά της Λυών.

Συνολικά, περίπου εκατό άτομα συγκεντρώθηκαν, μεταξύ των οποίων αρκετές δεκάδες μελισσοκόμοι από την περιοχή, οι οποίοι τοποθέτησαν συμβολικά εξήντα κενές κυψέλες στην είσοδο του γραφείου του Duplomb.

Στο στόχαστρο αυτής της δράσης: ο «νόμος Duplomb». «Είμαστε εδώ για να καταγγείλουμε τον νόμο Duplomb που ψηφίστηκε στη Γερουσία στις 27 Ιανουαρίου και ο οποίος θα επαναφέρει τη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα και ιδιαίτερα τα νεονικοτινοειδή, με το επιχείρημα ότι εφόσον χρησιμοποιούνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και στη Γαλλία. Ωστόσο, αυτά τα προϊόντα είναι επιβλαβή!» Δηλώνουν από το Μελισσοκομικό Συνδικάτο του Ωτ-Λουάρ που αριθμεί 600 μελισσοκόμους.

«Είμαστε πολύ θυμωμένοι με αυτή την εξέλιξη που μας γυρνάει πίσω από άποψη περιβάλλοντος και γεωργίας. Είμαι πεπεισμένος ότι οι συνάδελφοί μου αγρότες δεν συμφωνούν όλοι με την επανεισαγωγή αυτών των νεονικοτινοειδών. Αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτά τα φυτοφάρμακα εδώ και χρόνια. Πετύχαμε την απαγόρευσή τους. Είμαστε εξοργισμένοι!» είπε η Muriel Pascal μέλος της μελισσοκομικής επιτροπής της Confédération paysanne, η οποία ταξίδεψε δυόμιση ώρες με το φορτηγό για να φέρει μόνη της περίπου τριάντα κυψέλες στη συγκέντρωση.

«Αυτά τα νεονικοτινοειδή μολύνουν ολόκληρο το περιβάλλον: νερό, γη… Όλα είναι μολυσμένα! Θα είναι σκάνδαλο αν περάσει τελικά το νομοσχέδιο. Τα νεονικοτινοειδή είναι 7 έως 10.000 φορές πιο τοξικά από το DDT (διχλωροδιφαινυλοτριχλωροαιθάνιο) που έχει απαγορευτεί» διαβεβαιώνει η Muriel.

Η δράση αυτή των μελισσοκόμων έλαβε χώρα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων κυρίως λόγω της μεγάλης αστυνομικής συνοδείας. «Δεν θέλουμε να κάνουμε επεισόδια. Θέλουμε απλώς να ακουστούμε και να δείξουμε ότι είμαστε εδώ!» λένε οι μελισσοκόμοι.

Πηγή: leveil.fr