Κραυγή αγωνίας από τους Έλληνες μελισσοκόμους

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Μελισσοκομίας διεθνοποιεί το πρόβλημα της ελεύθερης εξάσκησης της μελισσοκομίας στα δάση με επιστολή της στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μελισσοκομίας. Ήδη, οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι οι απαγορεύσεις άσκησης της μελισσοκομικής πρακτικής στα δάση, είναι αποκλειστικό εφεύρημα των ελληνικών Αρχών. Ζητάμε επιπρόσθετες πληροφορίες από γειτονικές χώρες και από μέλη κράτη της ΕΕ, ώστε να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας σε αναπόφευκτες δικαστικές διαμάχες στην περίπτωση που οι ελληνικές αρχές επιμένουν στις καταδικαστικές τους διατάξεις για την ελεύθερη εξάσκηση της μελισσοκομίας στα δάση.

Η Μελισσοκομία στην Ελλάδα και η Εξάρτησή της από τα Δάση

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα των μελισσοκόμων να μετακινούν τα μελίσσια τους σε δασικές περιοχές. Το πεύκο, το έλατο και η βελανιδιά αποτελούν τα τρία κύρια δασικά είδη των οποίων οι μελιτώδεις εκκρίσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ετήσιας παραγωγής μελιού της χώρας.

Επιπλέον, οι δασικές εκτάσεις που είναι πλούσιες σε ρείκι, κουμαριά, λαδανιά, ακακία και άλλα φυτά —όπως και οι περιοχές με μεσογειακή θαμνώδη βλάστηση, αρωματικά φυτά (π.χ. θυμάρι και ρίγανη) ή ψυχανθή— αποτελούν απαραίτητα οικοσυστήματα για την ανάπτυξη των μελισσιών και την παραγωγή πλήθους μελισσοκομικών προϊόντων.

Οι Πρόσφατοι Περιορισμοί και η Στοχοποίηση των Μελισσοκόμων

Τα τελευταία χρόνια, η τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές έχει καταστεί ολοένα και δυσκολότερη λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως η επέκταση άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. τουρισμός), αλλά κυρίως επειδή ο μελισσοκομικός τομέας στοχοποιείται άδικα ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για δασικές πυρκαγιές.

Ως αποτέλεσμα, οι Δασικές Υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας έχουν εκδώσει Απαγορευτικές Δασικές Διατάξεις, οι οποίες, αν και δεν έχουν νομική τεκμηρίωση, επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς σχετικά με αποστάσεις από δασικούς δρόμους, μονοπάτια, πηγές νερού, εξοχικές κατοικίες και άλλα σημεία. Αυτό καθιστά πρακτικά αδύνατη την εγκατάσταση κυψελών.

Επιπλέον, απαγορεύουν πλήρως τη μεταφορά μελισσιών σε καμένες δασικές εκτάσεις για αυθαίρετα χρονικά διαστήματα (π.χ. 5 ή 10 έτη), στερώντας έτσι από τα δάση τη πολύτιμη συμβολή των μελισσών στη φυσική τους αναγέννηση.

Οι Νέες Ρυθμίσεις Πυροπροστασίας και τα Παράδοξα των Νόμων

Το νεοσύστατο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μαζί με το Πυροσβεστικό Σώμα που υπάγεται σε αυτό, έχει εκδώσει Κανονισμούς Πυροπροστασίας που καθιστούν τη δασική μελισσοκομία πρακτικά ανέφικτη.

Για παράδειγμα, ένα άρθρο του Κανονισμού Πυροπροστασίας 9/2024 ορίζει ότι πρέπει να υπάρχει «ελάχιστη απόσταση τουλάχιστον δέκα (10) μέτρων μεταξύ των εγκαταστάσεων κυψελών και των δέντρων ή θάμνων».

Ωστόσο, τα ελληνικά δάση χαρακτηρίζονται από ανώμαλο ανάγλυφο και πυκνή βλάστηση, με ελάχιστα καθαρά ξέφωτα ή ορεινά λιβάδια. Συνεπώς, αυτό το μέτρο είναι ανεφάρμοστο. Ακόμη κι αν ένας μελισσοκόμος προσπαθήσει να καθαρίσει την περιοχή γύρω από το μελισσοκομείο, η πράξη αυτή θα παραβιάσει τη δασική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει την κοπή βλάστησης. Έτσι, οι ρυθμίσεις ενός υπουργείου αναιρούν τους νόμους ενός άλλου.

Από το 1998, η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα έχει μεταβιβαστεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο όμως στερείται του εξειδικευμένου προσωπικού, της γνώσης και της εμπειρίας που διέθετε παλαιότερα η Δασική Υπηρεσία — ένας φορέας που ασκούσε αποτελεσματικά αυτό το κρίσιμο καθήκον επί δεκαετίες.

Αίτημα Πληροφόρησης και Αλληλεγγύης

Ζητούμε τη στήριξή σας για την αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης που βιώνει η ελληνική μελισσοκομία. Θα εκτιμούσαμε ιδιαίτερα εάν μπορούσατε να μας ενημερώσετε:

  • Για τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στις χώρες σας σχετικά με την τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές, ειδικά για βραχυχρόνια εκμετάλλευση των μελιτωμάτων (10 έως 30 ημερών) και όχι για μόνιμες εγκαταστάσεις.
  • Για τυχόν κανονισμούς πρόληψης πυρκαγιών που ισχύουν τους θερινούς μήνες και αφορούν τις μελισσοκομικές δραστηριότητες (π.χ. χρήση καπνιστηριού).
  • Για τους κανόνες που διέπουν την τοποθέτηση κυψελών σε καμένες δασικές εκτάσεις.
  • Εάν η μελισσοκομία αναγνωρίζεται ως οικονομική δραστηριότητα στα Σχέδια Διαχείρισης Δασών των χωρών σας.
  • Και, τέλος, εάν υπάρχει νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη μελισσοκομία σε αστικές και περιαστικές περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις συνορεύουν ή έχουν αναπτυχθεί εντός δασικών ζωνών.

Ένα Ευρωπαϊκό Ζήτημα

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα — αφορά όλους τους Ευρωπαίους μελισσοκόμους.
Εάν εδραιωθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι μέλισσες και οι μελισσοκόμοι αποτελούν απειλή για τα δάση, παρόμοιοι περιορισμοί θα μπορούσαν σύντομα να εξαπλωθούν και σε άλλα κράτη της ΕΕ.

Τα δασικά οικοσυστήματα, η βιοποικιλότητα και οι υπηρεσίες επικονίασης αποτελούν κοινό ευρωπαϊκό αγαθό. Η προστασία του δικαιώματος άσκησης βιώσιμης μελισσοκομίας εντός των δασών είναι, συνεπώς, κοινή ευθύνη.

Η συνεργασία όλων των κρατών μελών της EBA είναι ουσιώδης ώστε να διασφαλιστεί ότι η μελισσοκομία θα συνεχίσει να αναγνωρίζεται ως ζωτική, περιβαλλοντικά ωφέλιμη και αναντικατάστατη δραστηριότητα για την υγεία των φυσικών μας τοπίων.

Σοφία Γούναρη – Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Μελισσοκομίας 

Την ώρα που η Τουρκία φτιάχνει δάση μελιού η Ελλάδα διώκει τη μελισσοκομία !

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι οι μόνες χώρες που παράγουν πευκόμελο. Για την Ελλάδα μάλιστα η παραγωγή πευκόμελου αποτελεί το 60% της παραγωγής. Την ώρα όμως που η Τουρκία προοδεύει, στηρίζοντας έμπρακτα την παραγωγή και δημιουργώντας δάση, η Ελλάδα καίει, καταστρέφει τα ήδη υπάρχοντα και διώκει τη μελισσοκομία.

Τα τελευταία δεπέντε χρόνια στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού» με το οποίο δημιουργήθηκαν συνολικά 700 δάση μελιού! Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση (διάνοιξη δασικών δρόμων) και εγκατάσταση μελισσοσμηνών.

Οι Τούρκοι κατάφεραν με μελετημένες δενδροφυτεύσεις, από το Υπουργείο Γεωργίας και τη Δασική Υπηρεσία, να εμπλουτίσουν, ακόμα και υποβαθμισμένα δάση, όπως για παράδειγμα αυτό της Αδριανούπολης στο οποίο φύτευσαν 130.000 δέντρα, με αποτέλεσμα να αναγεννηθεί.

Κατασκεύασαν από θέσεις για μελισσοκομεία με ξύλινες βάσεις, μέχρι και ποτίστρες με νερό για τις μέλισσες, ειδικά φτιαγμένες ώστε να μην πνίγονται.

Με αυτό τον τρόπο και μέσα σε μια δεκαπενταετία η Τουρκία κατάφερε να ανέβει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα οι κυψέλες εντάσσονται στο νόμο περί αυθαιρέτων, η μελισσοκομία διώκεται και η Εύβοια αφέθηκε να καεί. Οι Δασικές Υπηρεσίες, η Πολιτική Προστασία, η Αστυνομία και η Πυροσβεστική αντί να διευκολήνουν τους παραγωγικούς κλάδους, όπως γίνεται στη γείτονα χώρα, εκδίδουν απαγορευτικές διατάξεις, αυθαίρετα, παραβιάζοντας ισχύοντες νόμους.

Οι Δασικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα αντί να δημιουργήσουν χώρους για τα μελίσσια, δεδομένου ότι και η παρουσία των μελισσών στα δάση είναι επιτακτική, καθώς το 86% των δασικών ειδών επικονιάζεται από αυτές, θεωρούν την κυψέλη ως αυθαίρετο και εφαρμόζουν το νόμο για τους καταπατητές (998/1979), στέλνοντας «προσκλήσεις κατεδάφισης των μελισσιών» ακόμα και σε ερευνητικά μελισσοκομία όπως αυτό του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων.

Παράλληλα είδαμε την Εύβοια, όπου βρίσκονταν το ένα απ’ τα τρία μεγάλα πευκοδάση της χώρας, να αφήνεται στην τύχη του να καεί απ’ άκρη σ’ άκρη και την ασύλληπτη καταστροφή απ’ τις πυρκαγιές στη Ρόδο αλλά και στον Έβρο. Η παρακμή είναι διάχυτη. 

Το Χρηματιστήριο Ρύπων, η διαχείριση των δασών από ιδιώτες και η εκδίωξη των μελισσοκόμων

Στο νέο project του Χρηματιστηρίου ρύπων για τα δάση εναποθέτει τη χρηματοδότηση του σχεδίου διαχείρισης του δασικού πλούτου της χώρας, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.


Η διαχείριση των δασών ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες θα επιδοτούνται από το κράτος για την απόληψη δασικής βιομάζας. Η επιδότηση θα προκύπτει από τις εγκεκριμένες διαχειριστικές μελέτες, με κριτήριο υποτίθεται την προστασία και την ανάπτυξη των δασικών οικοσυστημάτων. Όσο πιο δύσκολη είναι η απόληψη της βιομάζας και όσο περισσότερο συνεισφέρει στην πρόληψη, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η επιδότηση. Θα παρέχεται ετησίως, με βάση τα τιμολόγια πώλησης της απολαμβανόμενης βιομάζας.

Πρακτικά ο στόχος είναι τα carbon credits, δηλαδή τα έσοδα απο τα δικαιώματα εκπομπών να χρηματοδοτήσουν σημαντικό τμημα της πρόληψης και προστασίας των δασών. Το χρηματιστήριο θα αφορά τους πρόσθετους τόνους διοξειδίου του άνθρακα που θα απορροφούνται στα διαχειριζόμενα δάση. Οι διαχειριστές του δάσους θα πιστοποιούνται για την ποσότητα των όγκων διοξειδίου του άνθρακα που καταφέρνουν να απορροφήσουν, και την οποία μετά θα πωλούν σε ρυπαίνουσες επιχειρήσεις που θέλουν να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, μεταξύ των οποίων διυλιστήρια και ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Αντί λοιπόν να μειώσουμε τις εκπομπές ώστε να περιορίσουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στήνουμε μία πανευρωπαϊκή μπίζνα μέσω της οποίας εμπορευματοποιούμε την κλιματική κρίση και πουλάμε δικαιώματα άνθρακα μέσω χρηματιστηρίου σε ρυπογόνες βιομηχανίες ώστε να μειώσουν δήθεν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, δίνοντάς τους το δικαίωμα στην πραγματικότητα να ρυπαίνουν ακόμα περισσότερο. Η κλιματική κρίση όπως και κάθε κρίση μετατρέπεται από το καπιταλιστικό σύστημα σε μια ακόμα ευκαιρία για κέρδος, ταΐζοντας παράλληλα και τους κάθε λογής αρνητές της κλιματικής αλλαγής.

Ταυτόχρονα τα μελίσσια στο δάσος αποτελούν εμπόδιο για τις εργασίες αυτές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει φέτος ένα πρωτοφανές “πογκρόμ” ενάντια στους μελισσοκόμους για τις τοποθετήσεις των μελισσοσμηνών. Δασαρχεία, Αστυνομία και Πυροσβεστική αυθαιρετούν στα όρια της παρανομίας ώστε να διώξουν τους “παρείσακτους” μελισσοκόμους απ’ τα δάση.

Αγνοούν βέβαια ότι το 86% των ειδών επικονιάζονται από τις μέλισσες (Γούναρη 2023) και ότι από τη δεκαετία του 70, με την εξάπλωση του παρασίτου Βαρρόα στην Ευρώπη όλα τα “άγρια” μελίσσια του είδους (Apis mellifera) εξαφανίστηκαν πλήρως μέσα σε τρία χρόνια από την αρχική προσβολή (Ritteretal 1983, Buchler 1990), με αποτέλεσμα όλο το βάρος της επικονίασης να πεύτει σήμερα στους μελισσοκόμους, οι οποίοι για να μην καταρεύσουν και τα δικά τους μελίσσια επεμβαίνουν τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο με θεραπείες.

Αν ο μελισσοκόμος δε μεταφέρει μέλισσες στο δάσος δε γίνεται επικονίαση και το οικοσύστημα οδηγείται σε κατάρρευση. Το δάσος δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμα πόρος που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο. Τα χρηματιστήρια δεν έχουν καμία δουλειά μέσα στα δάση, σε αντίθεση με τις μέλισσες.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Δασοφύλακας όπως λέμε Ενωμοτάρχης

Η κ. Σοφία Γούναρη είναι κύρια ερευνήτρια του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας του Ινστιτούτου Μεσογειακών & Δασικών Οικοσυστημάτων το οποίο συστεγάζεται με την Γενική Διεύθυνση Δασών, του Υπ. Περιβάλλοντος, μέσα στο πάρκο Ιλισίων, στην Αθήνα.

Η κ. Σοφία Γούναρη στα μελίσσια του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας.

Το Εργαστήριο όπως είναι λογικό διαθέτει μελίσσια, μελισσοκομική έρευνα κάνει άλλωστε. Ένας δασοφύλακας λοιπόν στο πλαίσιο της περιπολίας του, για την προστασία των δασών (!!!), βρέθηκε στο κέντρο της Αθήνας και θέλησε να ελέγξει εάν τα πάρκα της πόλης είναι προστατευμένα…

Αφού είδε λοιπόν τα μελίσσια, ρώτησε τους συναδέλφους του, ποιος είναι ο μελισσοκόμος που κερδοσκοπεί σε βάρος του δάσους και αυτοί του έδωσαν το όνομα της κ. Γούναρη. Έτσι, χωρίς ιδιότητα και χωρίς να του πουν που ανήκουν τα μελίσσια.

Ως υπεύθυνος εργαζόμενος λοιπόν έκανε προσωπική μήνυση στην κ. Γούναρη για άσκηση μελισσοκομίας μέσα σε αναδασωτέα περιοχή. Βασιζόμενος μάλιστα σε διάταγμα του 1972 με το οποίο είχε κηρυχθεί το πάρκο Ιλισίων αναδασωτέα περιοχή. Αν και κατατέθηκε απάντηση από το Εργαστήριο Μελισσοκομίας, ο συγκεκριμένος υπάλληλος της Δασικής Υπηρεσίας επανήλθε στέλνοντας έγγραφο με θέμα «Πρόσκληση για κατεδάφιση – απομάκρυνση αυθαιρέτων κατασκευών – εγκαταστάσεων»…

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο χώρος του Ινστιτούτου είναι περιφραγμένος με φυλάκιο και φύλακα στην είσοδο. Το πάρκο είναι πυκνοφυτεμένο με πεύκα, χαρουπιές, κουτσουπιές και ευκαλύπτους και σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζεται από κατοίκους ή περιπατητές, ενώ η απόσταση των μελισσιών από τα μονοπάτια που βρίσκονται έξω απ’ την περίφραξη είναι πάνω από 100 μέτρα.

Η κ. Γούναρη θα «τραβήξει» το θέμα όσο μπορεί και τα μελίσσια δεν θα μετακινηθούν από εκεί γιατί όπως δηλώνει έχει υποχρέωση στις μέλισσες, στην επιστήμη που υπηρετεί αλλά και στους μελισσοκόμους ώστε να μην δημιουργηθεί «δεδικασμένο». Αυτή τη στιγμή διενεργείται εισαγγελική έρευνα.

Κάπου εδώ όμως τίθεται το θέμα, μας καλύπτει ο νόμος 6238 του 1934; Και τελικά που επιτρέπεται να τοποθετούμε μελίσσια; Η απάντηση λοιπόν είναι πρακτικά ΠΟΥΘΕΝΑ. Πουθενά δεν μας καλύπτει ακριβώς η νομοθεσία να ασκήσουμε μελισσοκομία. Πουθενά εάν είναι μέσα σε δασική, αναδασωτέα, προστατευόμενη, ιδιαίτερου φυσικού κάλους, αστική, γενικά οικιστική, βιομηχανική περιοχή. Πουθενά εάν υπάρχει κοντά δρόμος με άσφαλτο, αγροτικός, δασικός, μονοπάτι ή ζώνη πυρασφάλειας.

Όλα εξαρτώνται από την ανοχή που θα δείξει η επιβλέπουσα αρχή και από το πως ξύπνησε το πρωί εκάστοτε διοικητικός υπάλληλος. Και όλοι ξέρετε πόσα τραγελαφικά μπορούν να συμβούν όταν δώσεις τέτοιου είδους εξουσία σε έναν διοικητικό υπάλληλο.