Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Δράσης για τους Επικονιαστές

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση το Σχέδιο Δράσης για τους Επικονιαστές το οποίο αφορά την προστασία της βιοποικιλότητας και τη διαχείριση των οικοσυστημάτων. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται αναφορές στη μελισσοκομία και στην Apis mellifera, οι οποίες εγείρουν επιστημονικά και διαχειριστικά ζητήματα που χρήζουν προσεκτικής αξιολόγησης, ιδίως ως προς την τεκμηρίωση, την οικολογική αναλογικότητα και τη ρυθμιστική τους εφαρμογή. Με γνώμονα τη συμβολή σε έναν τεκμηριωμένο και εποικοδομητικό διάλογο, συνέταξα το ακόλουθο υπόμνημα, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, το οποίο επισημαίνει κρίσιμα σημεία και προτείνει μια προσέγγιση βασισμένη σε εμπειρικά δεδομένα και στην ενίσχυση των ανθοφόρων οικοσυστημάτων.

Επιστημονική τεκμηρίωση, οικολογική αναλογικότητα και ρυθμιστική επάρκεια ως προς τη μελισσοκομία

Η διατήρηση των άγριων επικονιαστών συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των οικοσυστημάτων και την αγροδιατροφική ασφάλεια. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει ότι οι επικονιαστές συμβάλλουν ουσιωδώς στη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων και στην παραγωγικότητα σημαντικού ποσοστού των καλλιεργειών (Potts et al., 2010· Vanbergen et al., 2013). Η Ελλάδα, ως χώρα μεσογειακής βιοποικιλότητας υψηλής ενδημικότητας, φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την τεκμηριωμένη προστασία τους.

Παράλληλα, η Apis mellifera αποτελεί γηγενές είδος της ευρωπαϊκής πανίδας, με μακροχρόνια εξελικτική συνύπαρξη με τα μεσογειακά φυτικά και εντομολογικά δίκτυα. Η οργανωμένη μελισσοκομία συνιστά ιστορικά εδραιωμένη αγροτική δραστηριότητα με οικολογική και οικονομική σημασία. Ωστόσο, στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Δράσης διατυπώνονται προβληματισμοί περί «υπερβολικής πίεσης», ανταγωνισμού για ανθικούς πόρους και ανάγκης αξιολόγησης φέρουσας ικανότητας οικοσυστημάτων ως προς τον αριθμό κυψελών. Οι προβληματισμοί αυτοί χρήζουν προσεκτικής επιστημονικής αξιολόγησης.

1. Η επιστημονική βιβλιογραφία περί ανταγωνισμού: συμφραζόμενη και μη γενικεύσιμη

Η διεθνής συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (Mallinger et al., 2017) καταλήγει ότι υπάρχουν τεκμήρια για πιθανό ανταγωνισμό μεταξύ διαχειριζόμενων και άγριων μελισσών, πλην όμως τα αποτελέσματα είναι έντονα context-dependent, δηλαδή εξαρτώνται από τη δομή του τοπίου, τη διαθεσιμότητα ανθικών πόρων, τη χωρική κλίμακα και την εποχικότητα. Παρόμοια συμπεράσματα διατυπώνονται από τους Geldmann & González-Varo (2018), οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις της Apis mellifera διαφοροποιούνται ουσιωδώς ανάλογα με το οικοσύστημα και την πυκνότητα αποικιών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αρκετές από τις μελέτες που τεκμηριώνουν αρνητικές συσχετίσεις προέρχονται από νησιωτικά, χωρικά περιορισμένα ή χαμηλής ανθικής ετερογένειας οικοσυστήματα, όπου η φέρουσα ικανότητα είναι εγγενώς περιορισμένη. Για παράδειγμα, μελέτη στο Αιγαίο (Lázaro et al., 2021) κατέδειξε αρνητική συσχέτιση μεταξύ αφθονίας Apis mellifera και πλούτου άγριων μελισσών σε νησιωτικά συστήματα. Παρομοίως, πειραματικές παρεμβάσεις σε μικρής κλίμακας νησί της Μεσογείου έδειξαν μεταβολές στη διαθεσιμότητα νέκταρος και στη δραστηριότητα άγριων επικονιαστών κατόπιν αφαίρεσης κυψελών (βλ. σχετική πρόσφατη πειραματική βιβλιογραφία).

Τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται από:

  • χαμηλή ετερογένεια τοπίου,
  • περιορισμένη διάρκεια ανθοφορίας,
  • υψηλή χωρική συγκέντρωση κυψελών σε μικρή ακτίνα.

Οι συνθήκες αυτές δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με το ηπειρωτικό μεσογειακό τοπίο, όπου η βλάστηση (μακία, φρυγανικά οικοσυστήματα, ορεινά λιβάδια, δασικές παρυφές) προσφέρει αυξημένη εποχική ποικιλότητα πόρων.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιοχές εκτός Ευρώπης (π.χ. ωκεανικά νησιά ή απομονωμένα οικοσυστήματα), η Apis mellifera λειτουργεί ως εισαχθέν είδος χωρίς εξελικτική συνύπαρξη με τοπικούς επικονιαστές, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς το οικολογικό πλαίσιο. Στη Μεσόγειο, αντιθέτως, πρόκειται για γηγενές είδος με ιστορική παρουσία χιλιετιών.

2. Σχετική βαρύτητα πιέσεων στους άγριους επικονιαστές

Η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει ότι οι κυρίαρχες αιτίες μείωσης των άγριων επικονιαστών είναι:

  • απώλεια και κατακερματισμός ενδιαιτημάτων
  • γεωργική εντατικοποίηση
  • χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων
  • κλιματική αλλαγή

(Potts et al., 2010· Kennedy et al., 2013· Goulson et al., 2015).

Η μελισσοκομία αναφέρεται ως πιθανός τοπικός παράγοντας πίεσης υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά δεν τεκμηριώνεται ως συστημικά πρωτογενής αιτία απώλειας βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα.

Συνεπώς, μια ρυθμιστική προσέγγιση που εστιάζει δυσανάλογα στην ποσοτική μείωση κυψελών, χωρίς παράλληλη ενίσχυση ανθοφόρων ενδιαιτημάτων, ενδέχεται να έχει περιορισμένη οικολογική αποτελεσματικότητα.

3. Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» και η ανάγκη ποσοτικού ορισμού

Η έννοια της «υπερβολικής πυκνότητας» δεν μπορεί να παραμένει αόριστη. Η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος ως προς τις διαχειριζόμενες αποικίες προϋποθέτει:

  • ποσοτική αποτίμηση ανθικής βιομάζας,
  • εποχική καταγραφή διαθεσιμότητας νέκταρος/γύρης,
  • χαρτογράφηση υφιστάμενων πληθυσμών άγριων επικονιαστών,
  • χωρική ανάλυση πυκνότητας κυψελών.

Χωρίς τέτοια δεδομένα σε εθνική κλίμακα, η επιβολή οριζόντιων περιορισμών ενέχει τον κίνδυνο δυσανάλογης ρύθμισης.

4. Η ιδιαιτερότητα της νομαδικής μελισσοκομίας

Η ελληνική μελισσοκομία χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη νομαδική πρακτική, η οποία κατανέμει χωρικά και χρονικά την πίεση στους ανθικούς πόρους. Η μετακίνηση κυψελών ακολουθεί διαδοχικές ανθοφορίες (π.χ. ερείκη, θυμάρι, καστανιά), μειώνοντας τη μακροχρόνια συγκέντρωση αποικιών σε ένα μόνο σημείο.

Η εισαγωγή αυστηρών ορίων ή ζωνών αποκλεισμού ενδέχεται να:

  • ευνοήσει σταθερούς μελισσοκόμους έναντι μετακινούμενων,
  • οδηγήσει σε συγκέντρωση πίεσης σε μη ρυθμιζόμενες περιοχές,
  • αυξήσει το λειτουργικό κόστος,
  • μετατοπίσει – και όχι να επιλύσει – το οικολογικό ζήτημα.

5. Πιθανές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες

Η μελισσοκομία αποτελεί σημαντικό τμήμα της αγροτικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Ρυθμίσεις που συνεπάγονται:

  • αυξημένη αδειοδότηση,
  • περιβαλλοντικές μελέτες ανά τοποθέτηση,
  • περιορισμούς πρόσβασης σε παραδοσιακές ανθοφορίες,
  • θα πρέπει να συνοδεύονται από τεκμηριωμένη εκτίμηση κόστους–οφέλους.

Συμπέρασμα

Η διαθέσιμη επιστημονική γνώση δεν δικαιολογεί οριζόντια και μη τεκμηριωμένη ρύθμιση της μελισσοκομίας. Η προστασία των άγριων επικονιαστών απαιτεί στοχευμένες, χωρικά εξειδικευμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Η Apis mellifera δεν τεκμηριώνεται ως κυρίαρχος παράγοντας μείωσης βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά συστήματα, αλλά ως δυνητικός τοπικός παράγοντας υπό συγκεκριμένες οικολογικές συνθήκες.

Η διατύπωση ή υπονόηση ότι η μελισσοκομική δραστηριότητα συνιστά εγγενώς περιβαλλοντικό βάρος δεν στηρίζεται σε συστηματική επιστημονική τεκμηρίωση για τα ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται περιοχές χαμηλής ανθικής διαθεσιμότητας ή περιορισμένης φέρουσας ικανότητας, η οικολογικά ορθότερη και διαχειριστικά βιώσιμη προσέγγιση δεν είναι ο εκ των προτέρων αποκλεισμός της μελισσοκομίας, αλλά η αποκατάσταση και ενίσχυση των ανθοφόρων πόρων, μέσω αναδασώσεων, ενίσχυσης γραμμικών στοιχείων τοπίου, σποράς μελισσοκομικών ειδών και αγροπεριβαλλοντικών παρεμβάσεων.

Η περιβαλλοντική πολιτική οφείλει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση της οικολογικής ποιότητας των ενδιαιτημάτων και όχι στη μετατόπιση ευθυνών σε δραστηριότητες που αποτελούν ιστορικά ενσωματωμένο τμήμα του οικοσυστήματος. Η Apis mellifera αποτελεί γηγενές στοιχείο της μεσογειακής βιοποικιλότητας και η οργανωμένη μελισσοκομία δύναται να συνυπάρξει με τους άγριους επικονιαστές.

Ο δημόσιος διάλογος οφείλει να βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, στην αρχή της αναλογικότητας και στη σαφή διάκριση μεταξύ τεκμηριωμένων οικολογικών κινδύνων και υποθετικών γενικεύσεων. Η ενίσχυση των ανθικών πόρων, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων και η συνεργασία μεταξύ επιστημονικής κοινότητας και παραγωγικών φορέων αποτελούν ουσιαστικότερη και μακροπρόθεσμα αποτελεσματικότερη στρατηγική από μέτρα αποκλεισμού.

Η βιώσιμη μελισσοκομία και η διατήρηση της άγριας βιοποικιλότητας δεν αποτελούν ανταγωνιστικούς στόχους, αλλά δύνανται να συνδιαμορφώσουν ένα συνεκτικό πλαίσιο οικολογικής διαχείρισης.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

 

Βιβλιογραφία

Bartomeus, I., et al. (2013). Global mismatch between pollinator decline and crop pollination services. Scientific Reports, 3, 2261.

Geldmann, J., & González-Varo, J. P. (2018). Conservative and disruptive effects of honeybees on wild pollinators. Nature Ecology & Evolution, 2, 1568–1576.

Goulson, D., et al. (2015). Bee declines driven by combined stress from parasites, pesticides, and lack of flowers. Science, 347, 1255957.

Kennedy, C. M., et al. (2013). A global quantitative synthesis of local and landscape effects on wild bee pollinators. Ecology Letters, 16, 584–599.

Lázaro, A., et al. (2021). Honeybees disrupt the structure and functionality of plant–pollinator networks. Ecography, 44, 1–14.

Mallinger, R. E., et al. (2017). Do managed bees have negative effects on wild bees? PLoS ONE, 12, e0189268.

Potts, S. G., et al. (2010). Global pollinator declines: Trends, impacts and drivers. Trends in Ecology & Evolution, 25, 345–353.

Vanbergen, A. J., et al. (2013). Threats to an ecosystem service: Pressures on pollinators. Frontiers in Ecology and the Environment, 11, 251–259.

BASF και απαγορευμένα φυτοφάρμακα: Ένα σκάνδαλο που φέρνει σε δύσκολη θέση το γαλλικό κράτος

Ένα σοβαρό ζήτημα γύρω από την παραγωγή απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στην Γαλλία επαναφέρει στο προσκήνιο η Αγροτική Συνομοσπονδία Confédération paysanne, μετά τις αποκαλύψεις για τις πρακτικές της πολυεθνικής χημικής βιομηχανίας BASF στο εργοστάσιό της στο Ζεναί.

Τον Ιούνιο εθελοντές μελισσοκόμοι επιθεώρησαν τους χώρους της BASF όπου διαπίστωσαν ότι συνεχίζει να παράγει το απαγορευμένο στη Γαλλία και μη εγκεκριμένο στην Ε.Ε., πυρεθροειδές εντομοκτόνο ευρέος φάσματος Fastac με δραστική ουσία την α-κυπερμεθρίνη, η οποία θεωρείται εξαιρετικά τοξική για τις μέλισσες. Οι εθελοντές εντόπισαν επίσης την παρουσία της δραστικής ουσίας Dimpropyridaz, που δεν διαθέτει έγκριση σε επίπεδο Ε.Ε. και επομένως θεωρείται παράνομα παραγόμενη.

Λίγες μέρες αργότερα η Περιφερειακή Διεύθυνση Περιβάλλοντος (DREAL), μετά από αίτημα του Υπουργείου Μετάβασης προς την Οικολογία, πραγματοποίησε έλεγχο όπου επιβεβαίωσε την ύπαρξη αποθηκευμένων ποσοτήτων Fastac. Παρά τα στοιχεία, η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών περιορίστηκε αποκλειστικά στο Fastac, αποσιωπώντας την παρουσία των υπόλοιπων απαγορευμένων ουσιών — κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις των μελισσοκόμων.

Οι μελισσοκόμοι κατηγορούν τη BASF ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει το ζήτημα παρουσιάζοντας την απαγόρευση του Fastac ως απλή διοικητική απόσυρση και όχι ως αποτέλεσμα σοβαρών τοξικολογικών ανησυχιών. Από το 2019, σύμφωνα με την Confédération, η εταιρεία δεν έχει παραδώσει πλήρεις μελέτες για την ασφάλεια των προϊόντων της. Η πρακτική παραγωγής απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στη Γαλλία και η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες θεωρείται από την οργάνωση χαρακτηριστική μορφή «αγροχημικού αποικιοκρατισμού».

Για την Confédération paysanne, η υπόθεση της BASF δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά ένα ακόμη παράδειγμα ενός αγροχημικού μοντέλου που βάζει τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών πάνω από την υγεία, το περιβάλλον και τη διαφάνεια. Η οργάνωση επιμένει ότι απαιτείται «συστημική αλλαγή» ώστε να αντιμετωπιστούν οι δομικές αυτές δυσλειτουργίες.

Οι μέλισσες στο στόχαστρο του κράτους.

Η πρόσφατη φωτιά στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου έσβησε γρήγορα, όμως φαίνεται ότι οι συνέπειες για τη μελισσοκομία – και συγκεκριμένα για το πειραματικό μελισσοκομείο του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων (ΙΜΔΟ) του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ – είναι σοβαρές και ανησυχητικές.

Η Δρ. Σοφία Γούναρη, ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, έκανε δημόσιες παρεμβάσεις καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο η Πυροσβεστική και το ΕΚΠΑ χειρίζονται το ζήτημα. Σύμφωνα με την κ. Γούναρη λιοπόν το μελισσοκομείο του ΙΜΔΟ στην Πανεπιστημιούπολη είναι νόμιμα εγκατεστημένο βάσει Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και ΕΚΠΑ. Διαθέτει παροχή νερού, περιμετρικά μπεκ πυρόσβεσης και καθαρισμένη βλάστηση. Δεν υπήρχαν καπνιστήρια ή εύφλεκτα υλικά, ούτε κινδύνεψαν τα μελίσσια, αφού η φωτιά δεν έφτασε σε αυτό το σημείο.

Ωστόσο, μετά από πολύωρη ανάκριση, η Πυροσβεστική ανακοίνωσε ότι η φωτιά προήλθε από μελισσοκομείο, επιβάλλοντας διοικητικά πρόστιμα σε δύο μελισσοκόμους και στο ΕΚΠΑ – όχι για χρήση καπνιστηριού, αλλά για ζητήματα σήμανσης και αποψίλωσης της βλάστησης γύρω από τα μελίσσια (5 μέτρα).

Η ερευνήτρια θέτει εύλογα ερωτήματα: Αν υπήρχε πραγματική υπαιτιότητα, γιατί δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις; Πώς γίνεται να «καταδικάζονται» μελισσοκόμοι με πρόστιμα για αμφιλεγόμενες παραβάσεις, τη στιγμή που η δασική νομοθεσία έρχεται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της Πυροσβεστικής;

Mετά τη φωτιά, η υπόθεση κλιμακώθηκε. Στις 12 Αυγούστου, το ΕΚΠΑ απέστειλε εξώδικο προς τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ ζητώντας την απομάκρυνση του μελισσοκομείου – χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Λίγες μέρες αργότερα, ο «υπεύθυνος ασφαλείας» του ΕΚΠΑ απαγόρευσε στην Δρ. Γούναρη την πρόσβαση στο μελισσοκομείο, παρότι είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα των μελισσιών. Μάλιστα, καταγγέλλεται ότι κόβεται συστηματικά η παροχή νερού στις μέλισσες.

Πρόκειται για 19 μελίσσια που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για ερευνητικούς σκοπούς. Όπως τονίζει η ερευνήτρια, η απαγόρευση πρόσβασης ισοδυναμεί με «αργό και βασανιστικό θάνατο» για τις μέλισσες.

Ένας «κατασκευασμένος ένοχος»;

Η υπόθεση αυτή φωτίζει ένα ευρύτερο ζήτημα: τη στοχοποίηση της μελισσοκομίας ως «αιτίας» πυρκαγιών. Παρότι δεν αποδόθηκε καμία κατηγορία σε συγκεκριμένο πρόσωπο για εμπρησμό, ο δημόσιος διάλογος και η εικόνα που δημιουργήθηκε στα ΜΜΕ παρουσιάζουν τον μελισσοκόμο και τη μέλισσα ως βασικούς υπεύθυνους.

Όπως σχολιάζει η Δρ. Γούναρη: «Ο άνθρωπος θέλει να τρώει μέλι, αλλά δεν θέλει τις μέλισσες· θέλει πρασινάδα, αλλά χωρίς γύρη και ζουζούνια. Θέλει προϊόντα, αλλά όχι τις διαδικασίες που τα παράγουν.»

Τι μέλλει γενέσθαι;

Η ερευνήτρια δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει τον αγώνα για την υπεράσπιση του μελισσοκομείου και της επιστημονικής έρευνας στη μελισσοκομία. Παράλληλα, απευθύνει κάλεσμα σε μελισσοκόμους, συλλογικότητες, φοιτητικούς συλλόγους, περιβαλλοντικούς φορείς και πολίτες να ενημερωθούν και να αντιδράσουν.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Θα αφήσουμε τις μέλισσες – και μαζί την έρευνα που τις στηρίζει – να γίνουν τα εξιλαστήρια θύματα;

6 Παρανοήσεις για τη Διάσωση των Μελισσών

Ως οικολόγος και εντομολόγος, η κινητήριος δύναμη πίσω από τις επαγγελματικές μου επιλογές είναι η διατήρηση των εντόμων και της βιοποικιλότητας, αλλά συχνά νιώθω ότι όσοι καλούν σε δράση για να «Σώσουμε τις μέλισσες!» χάνουν την ουσία. Θα ήθελα να αποσαφηνίσω κάποια πράγματα που φαίνεται να λείπουν από τη συζήτηση μέχρι τώρα, ιδιαίτερα όσον αφορά τους επικονιαστές και τα φυτοφάρμακα.

Οι μέλισσες είναι οι μοναδικοί επικονιαστές

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης για τους επικονιαστές έχει επικεντρωθεί στις μέλισσες — και ιδιαίτερα στις μελιτοφόρες μέλισσες (Apis mellifera). Ωστόσο, οι μελιτοφόρες μέλισσες είναι μόνο ένα είδος από τα περισσότερα από 100.000 είδη ασπόνδυλων που επικονιάζουν φυτά. Αυτά περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα ταξινομικών ομάδων και βιολογικών κύκλων, από σκαθάρια μέχρι μύγες και σκώρους. Επιπλέον, υπάρχουν πάνω από 1.000 είδη σπονδυλωτών επικονιαστών, όπως πουλιά και νυχτερίδες. Οι μελιτοφόρες μέλισσες είναι μοναδικές καθώς εκτρέφονται. Οι περισσότεροι άλλοι επικονιαστές είναι άγριοι πληθυσμοί. Αυτό που έχουν όλοι κοινό είναι ο ρόλος τους στην αναπαραγωγή των φυτών: η μεταφορά γύρης στις ωοθήκες των λουλουδιών για γονιμοποίηση. Δεν απαιτούν όλα τα φυτά επικονίαση, αλλά εκτιμάται ότι τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας τροφικής προμήθειας εξαρτώνται από αυτήν. Επομένως, αν θέλουμε να σώσουμε τους επικονιαστές για να προστατεύσουμε την παγκόσμια τροφική προμήθεια, πρέπει να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τη συνεισφορά όλων των επικονιαστών, όχι μόνο των μελιτοφόρων μελισσών.

Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD) επηρεάζει όλους τους επικονιαστές

Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών —όταν η πλειονότητα των εργατριών μελισσών εξαφανίζεται — αναφέρεται μόνο σε ένα στενά καθορισμένο σύνολο συμπτωμάτων. Αυτά τα συμπτώματα έχουν παρατηρηθεί μέχρι στιγμής μόνο σε αποικίες μελιτοφόρων μελισσών. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι και οι άγριοι επικονιαστές, όπως οι βομβίνοι (Bombus spp.), μειώνονται, αλλά δεν γνωρίζουμε την κατάσταση του πληθυσμού για περισσότερο από το μισό των γνωστών άγριων επικονιαστών. Δυστυχώς, η εστίαση στη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών, ενώ έχει βελτιώσει σημαντικά τις γνώσεις μας για την υγεία των μελιτοφόρων μελισσών, έχει αποσπάσει πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ευρύτερη κατανόηση των επικονιαστών. Οι περισσότερες άλλες μέλισσες είναι μοναχικές, δηλαδή δεν ζουν κοινωνικά σε κυψέλες. Δεν είναι σαφές πώς οι γνώσεις από την έρευνα για τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους βιολογικούς κύκλους των μοναχικών μελισσών ή των μη μελισσοειδών επικονιαστών.

Τα νεονικοτινοειδή είναι η αιτία της διαταραχής κατάρρευσης αποικιών

Τα νεονικοτινοειδή αποτελούν έναν μόνο παράγοντα της διαταραχής κατάρρευσης αποικιών. Τα νεονικοτινοειδή είναι μια κατηγορία εντομοκτόνων, συγγενικών με τη νικοτίνη, που είναι πολύ διαδεδομένα στη γεωργία και σε οικιακούς κήπους. Αποκλείουν μια νευρική οδό που βρίσκεται κυρίως στα έντομα, προκαλώντας παράλυση και θάνατο. Αρχικά, τα νεονικοτινοειδή προωθήθηκαν για τον μειωμένο κίνδυνο που παρουσιάζουν για τα ωφέλιμα έντομα και άλλους μη στοχευμένους οργανισμούς λόγω της επιλεκτικότητάς τους. Ωστόσο, πλέον, ένα μεγάλο σύνολο ερευνών υποδηλώνει ότι τα νεονικοτινοειδή είναι τοξικά για τις μέλισσες και πιθανώς αποτελούν αιτιολογικό παράγοντα στη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών.

Υπήρξαν αρκετά περιστατικά όπου ψεκασμοί με νεονικοτινοειδή προκάλεσαν μαζικούς θανάτους μελισσών τα τελευταία χρόνια. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτά τα περιστατικά ήταν αποτέλεσμα λανθασμένης εφαρμογής ή διασποράς ψεκασμού, και όχι τακτικής έκθεσης. Είναι παράνομο να μην ακολουθούνται οι οδηγίες εφαρμογής που αναγράφονται στην ετικέτα ενός φυτοφαρμάκου, οι οποίες ορίζουν ότι τα νεονικοτινοειδή δεν πρέπει να εφαρμόζονται σε φυτά όταν τα λουλούδια είναι ανθισμένα ή όταν οι μέλισσες μπορεί να συλλέγουν τροφή.

Στην πραγματικότητα, λόγω της δημόσιας κατακραυγής, ο Οργανισμός Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA) έχει αναθεωρήσει τις ετικέτες για να κάνει τις οδηγίες για την ασφάλεια των μελισσών πιο σαφείς και έχει δημιουργήσει μια πύλη για την αναφορά θανάτων μελισσών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα νεονικοτινοειδή δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους επικονιαστές ούτε ότι δεν έχουν συνδεθεί με τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών, αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που θεωρείται ότι συμβάλλουν στη μείωση των μελιτοφόρων μελισσών, τους οποίους η απαγόρευση των νεονικοτινοειδών δεν θα επιλύσει. Αυτοί περιλαμβάνουν παθογόνα, ακραίες καιρικές συνθήκες το χειμώνα, ασθένειες και την ποιότητα της διατροφής. Η επόμενη ανάρτησή μου θα επικεντρωθεί στις ρυθμιστικές προκλήσεις για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των περιβαλλοντικών ομάδων υπεράσπισης σχετικά με τον ρόλο των νεονικοτινοειδών και άλλων φυτοφαρμάκων στους επικονιαστές.

Τα νεονικοτινοειδή είναι τα μοναδικά φυτοφάρμακα που βλάπτουν τους επικονιαστές

Ο ορισμός του όρου «φυτοφάρμακο» είναι τόσο ευρύς που σχεδόν χάνει το νόημά του. Τα νεονικοτινοειδή είναι μόνο μία κατηγορία εντομοκτόνων. Υπάρχουν επίσης ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα, ακαρεοκτόνα, τρωκτικοκτόνα και άλλα. Ακόμη και το αντιβακτηριακό σαπούνι ή τα αντιβιοτικά μπορούν να θεωρηθούν φυτοφάρμακα. Ζωντανοί οργανισμοί μπορούν επίσης να είναι φυτοφάρμακα, όπως οι ψεκασμοί με Bt (Bacillus thuringiensis), που εγκρίνονται ως μορφή βιολογικού ελέγχου παρασίτων.

Επομένως, είναι σημαντικό να είμαστε συγκεκριμένοι όταν μελετάμε και συζητάμε για τα φυτοφάρμακα, λόγω της μεγάλης ποικιλίας χημικών ουσιών και οργανισμών που μπορεί να αναφέρονται. Ωστόσο, η υφιστάμενη ποικιλομορφία φυτοφαρμάκων και επικονιαστών δεν αντικατοπτρίζεται στην κατεύθυνση που λαμβάνει η σχετική ερευνητική δραστηριότητα. Τα νεονικοτινοειδή και οι επιπτώσεις τους στις μελιτοφόρες μέλισσες έχουν λάβει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και της δημόσιας συζήτησης.

Ωστόσο, γίνεται σημαντική δουλειά και σε άλλες χημικές ουσίες και ταξινομικές ομάδες. Για παράδειγμα, ένα πρόσφατο πείραμα από την Olivia Bernauer και τους συνεργάτες της διαπίστωσε ότι η έκθεση ενός ιθαγενούς βομβίνου (Bombus impatiens) σε ένα κοινό μυκητοκτόνο, οδήγησε σε αποικίες με λιγότερες εργάτριες, μικρότερες βασίλισσες και συνολικά χαμηλότερη βιομάζα. Αυτό το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό εν μέρει επειδή τα μυκητοκτόνα θεωρούνταν γενικά ασφαλή για τις μέλισσες. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε πώς τα φυτοφάρμακα, με την ευρεία τους έννοια, επηρεάζουν τους επικονιαστές, επίσης με την ευρεία τους έννοια — όχι μόνο τις μέλισσες.

Το να βρούμε πώς να “σώσουμε τις μέλισσες” είναι εύκολο.

Οι επικονιαστές έχουν ποικίλους βιότοπους και συμπεριφορές αναζήτησης τροφής, ενώ οι κοινωνικές δομές και οι στρατηγικές διαχείμασης ορισμένων επικονιαστών είναι πολύπλοκες. Αυτό καθιστά την αυστηρή έρευνα για τις επιπτώσεις των φυτοφαρμάκων στους επικονιαστές δύσκολο να αποκωδικοποιηθεί. Δεν υπάρχει τέλεια μέθοδος: Οι εργαστηριακές δοκιμές μπορούν να εξετάσουν την οξεία τοξικότητα, αλλά μπορεί να μην χρησιμοποιούν ρεαλιστικές δόσεις ή οδούς έκθεσης, ενώ τα πειράματα στο πεδίο μπορούν να εξετάσουν εποχιακά ή πολυετή μοτίβα, αλλά ίσως να μην μπορούν να λάβουν υπόψη άλλες πηγές διακύμανσης.

Αυτή η πρόκληση αποτυπώνεται σε ένα πείραμα από τον John Losey και τους συνεργάτες του, το οποίο διαπίστωσε επιβλαβείς επιπτώσεις του εντομοκτόνου καλαμποκιού Bt στις πεταλούδες μονάρχες. Τα ευρήματα της αμφιλεγόμενης αυτής μελέτης απορρίφθηκαν λίγα χρόνια αργότερα, σε μεγάλο βαθμό επειδή η προσέγγιση στο εργαστηριακό περιβάλλον δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές συμπεριφορές και τις πιθανές οδούς έκθεσης των προνυμφών των μονάρχων.

Οι κατάλληλες δόσεις και οι οδοί έκθεσης είναι κρίσιμες για καλά σχεδιασμένα πειράματα σχετικά με τα φυτοφάρμακα και τους επικονιαστές. Εξίσου σημαντικό είναι να μην συγχέεται η συσχέτιση με την αιτιότητα στις παρατηρησιακές μελέτες. Μια μελέτη του 2014 από τον Caspar Hallman και τους συνεργάτες του, που εξέτασε την επίδραση της χρήσης νεονικοτινοειδών στις κοινότητες πουλιών σε αγροτικές εκτάσεις, διαπίστωσε ότι περιοχές με περισσότερα νεονικοτινοειδή στα επιφανειακά νερά είχαν λιγότερα πουλιά. Το εύρημα αυτό αναφέρθηκε ευρέως σαν να έδειχνε ότι το φυτοφάρμακο σκότωνε τα πουλιά μέσω άμεσης έκθεσης. Αντιθέτως, το συσχετιστικό αποτέλεσμα, που βασίστηκε σε δύο ξεχωριστά σύνολα δεδομένων, είναι πολύ πιο πιθανό να οφείλεται σε αλλαγές στην τροφική αλυσίδα: Η αυξημένη εφαρμογή εντομοκτόνων οδηγεί σε λιγότερα φυτοφάγα έντομα, που αποτελούν την τροφή των πουλιών. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε εξήγηση παραμένει εικασία χωρίς έρευνα για τους υποκείμενους μηχανισμούς.

Η επιστήμη θα «σώσει τις μέλισσες»

Οι επικονιαστές, τόσο οι άγριοι όσο και οι εκτρεφόμενοι, βρίσκονται αναμφισβήτητα σε κρίση και αντιμετωπίζουν μεγάλες αλλαγές στο κλίμα, τη χρήση γης και τις πολιτικές παγκοσμίως, που πιθανότατα θα τους επηρεάσουν. Η αυστηρή έρευνα στο πεδίο και το εργαστήριο για τους επικονιαστές είναι σίγουρα ένα κρίσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων — αλλά δεν θα πρέπει να είναι το μόνο.

Οι επικονιαστές χρειάζονται κάθε δυνατή βοήθεια, επομένως η επιστημονική κοινότητα θα πρέπει να αγκαλιάσει συνεργασίες με στοχαστές και οραματιστές από τις κοινωνικές επιστήμες, τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις τέχνες, για να φανταστούν και στη συνέχεια να δημιουργήσουν διαφορετικά μέλλοντα για τις μέλισσες και για εμάς. Για παράδειγμα, η Heather Swan, ποιήτρια και μελετήτρια λογοτεχνικών σπουδών, έχει διερευνήσει πώς τα πολύπλοκα συναισθήματα επηρεάζουν τις μελιτοφόρες μέλισσες και τους ανθρώπους που τις φροντίζουν.

Αντίστοιχα, ο Sainath Suryanarayanan, εντομολόγος με κλασική εκπαίδευση, που πλέον συνεργάζεται με κοινωνιολόγους, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το πώς οι δομές εξουσίας που σχετίζονται με την κατοχή και άσκηση της επιστημονικής γνώσης επηρεάζουν τα αποτελέσματα των πολιτικών για τα φυτοφάρμακα και τους επικονιαστές. Η επιτυχής προστασία των επικονιαστών μπορεί να περιλαμβάνει την εξέταση ιδεών όπως αυτές, που μπορεί να φαίνονται περιφερειακές σε σχέση με το απλοϊκό σύνθημα «σώστε τις μέλισσες».

Για όσους ενδιαφέρονται για τη διατήρηση των επικονιαστών, το «Σώστε τις μέλισσες!» δεν μπορεί να είναι το μοναδικό μήνυμα, επειδή πλέον συνδέεται άρρηκτα με τις μελιτοφόρες μέλισσες και τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών. Νοιάζομαι βαθιά για αυτά τα ζητήματα, αλλά η πρόταση λύσεων που επικεντρώνονται στη μείωση των μελιτοφόρων μελισσών, κάτι που δεν ισχύει, αγνοεί τις ανάγκες και τους βιολογικούς κύκλους της πλειοψηφίας των άγριων επικονιαστών. Επειδή η δημόσια κατακραυγή διαμορφώνει τη χρηματοδότηση της επιστήμης και τις πολιτικές, καταλήγουμε με σημαντικά κενά στη επιστημονική μας γνώση που θα μπορούσαν να ενημερώσουν καλύτερα την προστασία των επικονιαστών, με την ευρεία έννοια. Η προσοχή μπορεί να είναι τώρα στα νεονικοτινοειδή και τις μελιτοφόρες μέλισσες, αλλά μια ευρύτερη ερευνητική ατζέντα θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόηση του πώς να διατηρήσουμε μια ποικιλόμορφη και υγιή κοινότητα επικονιαστών. Θέλω να σώσω τις μέλισσες αλλά και όλους τους άλλους επικονιαστές επίσης.

Δρ. Κέιτλιν Στακ Ουίτνι (Kaitlin Stack Whitney)

Η Κέιτλιν Στακ Ουίτνι είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Rochester Institute of Technology (RIT).

Αφρικανική σκόνη. Πόσο επηρεάζει τα μελίσσια;

Η αφρικανική σκόνη, που προέρχεται κυρίως από την έρημο Σαχάρα και μεταφέρεται μέσω των ανέμων στη χώρα μας, έχει αρνητικές επιπτώσεις στις μέλισσες, οι οποίες δείχνουν να περιορίζουν τις πτήσεις τους έως και να σταματούν να δουλεύουν. Αν και οι έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα είναι περιορισμένες και οι επιπτώσεις εξαρτώνται από τη συχνότητα, την ένταση και τη διάρκεια του φαινομένου, ας δούμε γιατί οι μέλισσες αντιδρούν μ’ αυτό τον τρόπο.

Η αφρικανική σκόνη συχνά μειώνει την ορατότητα και την ποιότητα του φωτός. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των μελισσών να προσανατολίζονται και να συλλέγουν τροφή, οδηγώντας σε μειωμένη δραστηριότητα έξω από την κυψέλη. Συγκεκριμένα η αλλαγή στην πόλωση του φωτός είναι ένας πιθανός παράγοντας που θα μπορούσε να εξηγήσει τη μειωμένη δραστηριότητα των μελισσών έξω από την κυψέλη κατά τη διάρκεια επεισοδίων αφρικανικής σκόνης.

Οι μέλισσες χρησιμοποιούν τη γωνία των ακτίνων του ήλιου ως βασικό εργαλείο για τον προσανατολισμό τους. Η αφρικανική σκόνη, όταν βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στην ατμόσφαιρα, διασκορπίζει το φως με διαφορετικό τρόπο. Τα μικροσκοπικά σωματίδια σκόνης αλλάζουν τα μοτίβα πόλωσης, μειώνοντας την καθαρότητα του σήματος που οι μέλισσες βασίζονται για να προσανατολιστούν. Αυτό μπορεί να προκαλέσει σύγχυση ή αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα οι μέλισσες να προτιμούν να παραμένουν στην κυψέλη αντί να βγουν για συλλογή τροφής. Επιπλέον, η μειωμένη ένταση του φωτός και η θολούρα που προκαλεί η σκόνη ενισχύουν αυτή την επίδραση.

Επιστημονικές μελέτες για τον προσανατολισμό των μελισσών έχουν δείξει ότι είναι εξαιρετικά ευαίσθητες σε τέτοιες αλλαγές. Για παράδειγμα, πειράματα όπως αυτό του Karl von Frisch αλλά και του Rüdiger Wehner που χρησιμοποίησαν φίλτρα για να διαταράξουν την πόλωση, έχουν αποδείξει ότι όταν το πολωμένο φως διαταράσσεται, οι μέλισσες δυσκολεύονται να προσανατολιστούν.

Επίσης η γύρη μπορεί να επηρεαστεί από την αφρικανική σκόνη, και αυτό έχει έμμεσες συνέπειες τόσο για τα φυτά όσο και για τις μέλισσες που εξαρτώνται από αυτήν ως βασική πηγή τροφής. Όταν η αφρικανική σκόνη μεταφέρεται από τον αέρα και κατακάθεται, μπορεί να καλύψει τα άνθη των φυτών. Αυτό δημιουργεί ένα φυσικό “στρώμα” πάνω στη γύρη, το οποίο μπορεί να δυσκολέψει τις μέλισσες να τη συλλέξουν αποτελεσματικά. Η σκόνη μπορεί να αναμειχθεί με τη γύρη, μειώνοντας την καθαρότητα ή την ελκυστικότητά της.

Η σκόνη από τη Σαχάρα συχνά μεταφέρει μικροποσότητες μετάλλων (π.χ. σίδηρο, μαγνήσιο) και άλλα στοιχεία. Αν και αυτά μπορεί να λειτουργούν ως θρεπτικά συστατικά για τα φυτά σε μικρές δόσεις, σε μεγαλύτερες ποσότητες ή σε συνδυασμό με ρύπους (π.χ. από βιομηχανικές περιοχές που διασχίζει η σκόνη), ενδέχεται να αλλοιώνουν τη χημική σύσταση της γύρης. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη γεύση, τη θρεπτική αξία ή ακόμα και την πέψη της από τις μέλισσες αλλά και την ανάπτυξη των νεαρών μελισσών.

Η σκόνη, καλύπτοντας τα φυτά, μπορεί να εμποδίσει τη φωτοσύνθεση ή να επηρεάσει την επικονίαση, καθώς τα έντομα δυσκολεύονται να φτάσουν στα άνθη. Αν η σκόνη παραμένει για μεγάλο διάστημα ή συνδυάζεται με ακραίες καιρικές συνθήκες (π.χ. ξηρασία), τα φυτά ενδέχεται να παράγουν λιγότερη γύρη, μειώνοντας τη διαθέσιμη τροφή για τις μέλισσες.

Στην πράξη λοιπόν, η επίδραση εξαρτάται από την ένταση του φαινομένου. Στην Ελλάδα, όπου η αφρικανική σκόνη εμφανίζεται συχνά την άνοιξη (μια κρίσιμη περίοδος για τη συλλογή γύρης), οι μελισσοκόμοι μπορεί να παρατηρούν μικρές διακυμάνσεις στην παραγωγικότητα των μελισσών τους που συνοδεύονται με σκαμπανεβάσματα στην ανάπτυξη του σμήνους.

Γάλλοι μελισσοκόμοι “έχτισαν” με κυψέλες την είσοδο του γραφείου του γερουσιαστή L. Duplomb, διαμαρτυρόμενοι για το νομοσχέδιο που θα επαναφέρει στη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα.

Πριν λίγες ημέρες συνάδελφοι μελισσοκόμοι από τη Γαλλία, σε μία συμβολική κίνηση, “έχτισαν” με κυψέλες την είσοδο του κοινοβουλευτικού γραφείου του γερουσιαστή Laurent Duplomb, για να διαμαρτυρηθούν για το νομοσχέδιο που θα επαναφέρει στη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα και ιδιαίτερα νεονικοτινοειδή.

Έπειτα από κάλεσμα του Μελισσοκομικού Συνδικάτου του Ωτ-Λουάρ και του Αγροτικού Συνδικάτου Confédération paysanne, υψώθηκε συμβολικά ένας τοίχος από κυψέλες το Σάββατο, 1η Φεβρουαρίου το μεσημέρι, μπροστά από την πόρτα και τα παράθυρα του κοινοβουλευτικού γραφείου του γερουσιαστή Laurent Duplomb, στη Γαλλική κοινότητα Λε Πουί, νοτιοδυτικά της Λυών.

Συνολικά, περίπου εκατό άτομα συγκεντρώθηκαν, μεταξύ των οποίων αρκετές δεκάδες μελισσοκόμοι από την περιοχή, οι οποίοι τοποθέτησαν συμβολικά εξήντα κενές κυψέλες στην είσοδο του γραφείου του Duplomb.

Στο στόχαστρο αυτής της δράσης: ο «νόμος Duplomb». «Είμαστε εδώ για να καταγγείλουμε τον νόμο Duplomb που ψηφίστηκε στη Γερουσία στις 27 Ιανουαρίου και ο οποίος θα επαναφέρει τη Γαλλική αγορά απαγορευμένα φυτοφάρμακα και ιδιαίτερα τα νεονικοτινοειδή, με το επιχείρημα ότι εφόσον χρησιμοποιούνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και στη Γαλλία. Ωστόσο, αυτά τα προϊόντα είναι επιβλαβή!» Δηλώνουν από το Μελισσοκομικό Συνδικάτο του Ωτ-Λουάρ που αριθμεί 600 μελισσοκόμους.

«Είμαστε πολύ θυμωμένοι με αυτή την εξέλιξη που μας γυρνάει πίσω από άποψη περιβάλλοντος και γεωργίας. Είμαι πεπεισμένος ότι οι συνάδελφοί μου αγρότες δεν συμφωνούν όλοι με την επανεισαγωγή αυτών των νεονικοτινοειδών. Αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτά τα φυτοφάρμακα εδώ και χρόνια. Πετύχαμε την απαγόρευσή τους. Είμαστε εξοργισμένοι!» είπε η Muriel Pascal μέλος της μελισσοκομικής επιτροπής της Confédération paysanne, η οποία ταξίδεψε δυόμιση ώρες με το φορτηγό για να φέρει μόνη της περίπου τριάντα κυψέλες στη συγκέντρωση.

«Αυτά τα νεονικοτινοειδή μολύνουν ολόκληρο το περιβάλλον: νερό, γη… Όλα είναι μολυσμένα! Θα είναι σκάνδαλο αν περάσει τελικά το νομοσχέδιο. Τα νεονικοτινοειδή είναι 7 έως 10.000 φορές πιο τοξικά από το DDT (διχλωροδιφαινυλοτριχλωροαιθάνιο) που έχει απαγορευτεί» διαβεβαιώνει η Muriel.

Η δράση αυτή των μελισσοκόμων έλαβε χώρα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων κυρίως λόγω της μεγάλης αστυνομικής συνοδείας. «Δεν θέλουμε να κάνουμε επεισόδια. Θέλουμε απλώς να ακουστούμε και να δείξουμε ότι είμαστε εδώ!» λένε οι μελισσοκόμοι.

Πηγή: leveil.fr

Στην Κολομβία, παράνομα υλοτομημένη ξυλεία επαναχρησιμοποιείται για να βοηθήσει τις μέλισσες!

Στη βορειοανατολική Κολομβία, στην περιοχή του Σανταντέρ, οι αποθήκες της αστυνομίας είναι γεμάτες με κατασχεμένη ξυλεία, η οποία μέσω μιας πρωτοβουλίας που ονομάζεται «Timber Returns Home» μετατρέπεται σε κυψέλες για τις μέλισσες.

Από το 2021 περίπου 200 κυβικά μέτρα παράνομα υλοτομημένου ξύλου έχουν μετατραπεί σε 1.000 κυψέλες για τους μικρούς αυτούς επικονιαστές που είναι τόσο κρίσιμοι για την ανθρώπινη επιβίωση, αλλά απειλούνται από τα φυτοφάρμακα και την κλιματική αλλαγή. Άλλα 10.000 κυβικά μέτρα έχουν προγραμματιστεί για την επόμενη φάση, σύμφωνα με την περιβαλλοντική αρχή του Σανταντέρ.

Παλαιότερα, η κατασχεμένη ξυλεία μετατρέπονταν σε πριονίδι και δωριζόταν σε δήμους για έργα ή μερικές φορές απλώς αφήνονταν να σαπίσει. Τώρα όμως μετατρέπεται σε κυψέλες ώστε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του εξαιρετικά σοβαρού προβλήματος της πιθανής εξαφάνισης των μελισσών, σύμφωνα με τον βιολόγο German Perilla, διευθυντή του Honey Bee Impact Foundation.

Περίπου τα τρία τέταρτα των καλλιεργειών που παράγουν καρπούς ή σπόρους για ανθρώπινη κατανάλωση εξαρτώνται από την επικονίαση. Ωστόσο, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν προειδοποιήσει ότι το 40% των ασπόνδυλων επικονιαστών και ιδιαίτερα οι μέλισσες και οι πεταλούδες κινδυνεύουν με παγκόσμια εξαφάνιση.

«Η κύρια απειλή είναι ότι θα ξεμείνουμε από δέντρα και δεν θα υπάρχουν λουλούδια γιατί, χωρίς λουλούδια, δεν υπάρχουν μέλισσες. χωρίς μέλισσες, δεν υπάρχουν άνθρωποι και θα ξεμείνουμε από τροφή» λέει η μελισσοκόμος Maria Acevedo, μία από τις δικαιούχους του έργου, η οποία μόνο το 2023 έχασε περισσότερες από τις μισές κυψέλες της, από τα τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται στις κοντινές καλλιέργειες όπως ο καφές.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περίπου 3.000 κυψέλες, η καθεμία εκ των οποίων φιλοξενεί έως και 50.000 μέλισσες, πεθαίνουν στην Κολομβία ετησίως. Οι εργαστηριακές εξετάσεις βρήκαν ίχνη του εντομοκτόνου fipronil στα περισσότερα νεκρά έντομα. Η Κολομβία έχει απαγορεύσει το fipronil, το οποίο είναι ήδη εκτός νόμου στην Ευρώπη και έχει περιοριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα από τον Φεβρουάριο του 2024.

Σύμφωνα με την Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, οι υψηλότερες θερμοκρασίες, οι ξηρασίες, οι πλημμύρες και άλλα ακραία φαινόμενα που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή μειώνουν το νέκταρ στα άνθη από τα οποία τρέφονται οι μέλισσες. Μελέτες έχουν επίσης συνδέσει τη στειρότητα των μελισσών με το θερμικό στρες.

Επίσης η Κολομβία το 2022 έχασε από την παράνομη υλοτομία περισσότερα από 300.000 στρέμματα δέντρων, κυρίως στον Αμαζόνιο, το μεγαλύτερο τροπικό δάσος στον κόσμο. Σχεδόν το ήμισυ της ξυλείας που διακινείται στην Κολομβία είναι παράνομης προέλευσης, σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Πηγή: Al Jazeera

Ο φετινός χειμώνας ήταν ο θερμότερος όλων των εποχών στην Ελλάδα

Ο θερμότερος στα καταγεγραμμένα ελληνικά χρονικά ήταν ο φετινός χειμώνας, σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus τα οποία ανέλυσε η επιστημονική ομάδα του Εθνικού Αστεροσκοπείο Αθηνών.

Η μέση μέγιστη θερμοκρασία στην Ελλάδα από το 1960 μέχρι και το 2024 για την περίοδο του χειμώνα παρουσιάζει άνοδο κατά 1.8 °C.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του φετινού χειμώνα ήταν τα μεγάλα διαστήματα με υψηλές τιμές θερμοκρασίας, οι οποίες ξεπέρασαν κατά πολύ τις κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες. Μάλιστα τα τελευταία 10 χρόνια έχουν καταγραφεί οι 6 θερμότεροι χειμώνες όλων των εποχών.

Όπως ήταν φυσικό αυτό είχε επίπτωση και στα μελίσσια, τα οποία διατήρησαν γόνο σχεδόν για όλη τη διάρκεια του χειμώνα, γεγονός που έκανε πολύ δύσκολη την αντιμετώπιση του παρασίτου βαρρόα. Απ’ την άλλη λόγω των υψηλών θερμοκρασιών βγήκαν απ’ το χειμώνα με μεγάλους πληθυσμούς.

Η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει πολύ τη μελισσοκομία. H Δρ. Φανή Χατζήνα, ερευνήτρια του ΕΛΓΟ Δήμητρα επιβεβαιώνει σε συνέντευξή της στην τηλεόραση CRETA τις παρατηρήσεις αρκετών μελισσοκόμων σχετικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις μέλισσες.

«Η διάρκεια των ανθοφοριών έχει μικρύνει, το νέκταρ έχει γίνει πιο πυκνό και οι μέλισσες δυσκολεύονται να το συλλέξουν, ενώ τα φυτά παράγουν λιγότερη ποσότητα γύρης προκαλώντας προβλήματα στην ανάπτυξη των μελισσοσμηνών. Η ανάπτυξη των μελισσών και οι ανθοφορίες των φυτών δεν συγχρονίζονται πλέον».

«Η αύξηση της θερμοκρασίας έχει επηρεάσει το βιολογικό κύκλο των μελισσών που πλέον εκτρέφουν γόνο ακόμα και μέσα στο χειμώνα, καθιστώντας την αντιμετώπιση του παρασίτου βαρρόα εξαιρετικά δύσκολη, προκαλώντας έξαρση ασθενειών. Η μέλισσα είναι υπεύθυνη για την επικονίαση και από τη στιγμή που ένας κρίκος της αλυσίδας σπάσει ή διαταραχθεί είναι φυσικό επηρεαστούν και οι υπόλοιποι».

Το Χρηματιστήριο Ρύπων, η διαχείριση των δασών από ιδιώτες και η εκδίωξη των μελισσοκόμων

Στο νέο project του Χρηματιστηρίου ρύπων για τα δάση εναποθέτει τη χρηματοδότηση του σχεδίου διαχείρισης του δασικού πλούτου της χώρας, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.


Η διαχείριση των δασών ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες θα επιδοτούνται από το κράτος για την απόληψη δασικής βιομάζας. Η επιδότηση θα προκύπτει από τις εγκεκριμένες διαχειριστικές μελέτες, με κριτήριο υποτίθεται την προστασία και την ανάπτυξη των δασικών οικοσυστημάτων. Όσο πιο δύσκολη είναι η απόληψη της βιομάζας και όσο περισσότερο συνεισφέρει στην πρόληψη, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η επιδότηση. Θα παρέχεται ετησίως, με βάση τα τιμολόγια πώλησης της απολαμβανόμενης βιομάζας.

Πρακτικά ο στόχος είναι τα carbon credits, δηλαδή τα έσοδα απο τα δικαιώματα εκπομπών να χρηματοδοτήσουν σημαντικό τμημα της πρόληψης και προστασίας των δασών. Το χρηματιστήριο θα αφορά τους πρόσθετους τόνους διοξειδίου του άνθρακα που θα απορροφούνται στα διαχειριζόμενα δάση. Οι διαχειριστές του δάσους θα πιστοποιούνται για την ποσότητα των όγκων διοξειδίου του άνθρακα που καταφέρνουν να απορροφήσουν, και την οποία μετά θα πωλούν σε ρυπαίνουσες επιχειρήσεις που θέλουν να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, μεταξύ των οποίων διυλιστήρια και ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Αντί λοιπόν να μειώσουμε τις εκπομπές ώστε να περιορίσουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στήνουμε μία πανευρωπαϊκή μπίζνα μέσω της οποίας εμπορευματοποιούμε την κλιματική κρίση και πουλάμε δικαιώματα άνθρακα μέσω χρηματιστηρίου σε ρυπογόνες βιομηχανίες ώστε να μειώσουν δήθεν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, δίνοντάς τους το δικαίωμα στην πραγματικότητα να ρυπαίνουν ακόμα περισσότερο. Η κλιματική κρίση όπως και κάθε κρίση μετατρέπεται από το καπιταλιστικό σύστημα σε μια ακόμα ευκαιρία για κέρδος, ταΐζοντας παράλληλα και τους κάθε λογής αρνητές της κλιματικής αλλαγής.

Ταυτόχρονα τα μελίσσια στο δάσος αποτελούν εμπόδιο για τις εργασίες αυτές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει φέτος ένα πρωτοφανές “πογκρόμ” ενάντια στους μελισσοκόμους για τις τοποθετήσεις των μελισσοσμηνών. Δασαρχεία, Αστυνομία και Πυροσβεστική αυθαιρετούν στα όρια της παρανομίας ώστε να διώξουν τους “παρείσακτους” μελισσοκόμους απ’ τα δάση.

Αγνοούν βέβαια ότι το 86% των ειδών επικονιάζονται από τις μέλισσες (Γούναρη 2023) και ότι από τη δεκαετία του 70, με την εξάπλωση του παρασίτου Βαρρόα στην Ευρώπη όλα τα “άγρια” μελίσσια του είδους (Apis mellifera) εξαφανίστηκαν πλήρως μέσα σε τρία χρόνια από την αρχική προσβολή (Ritteretal 1983, Buchler 1990), με αποτέλεσμα όλο το βάρος της επικονίασης να πεύτει σήμερα στους μελισσοκόμους, οι οποίοι για να μην καταρεύσουν και τα δικά τους μελίσσια επεμβαίνουν τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο με θεραπείες.

Αν ο μελισσοκόμος δε μεταφέρει μέλισσες στο δάσος δε γίνεται επικονίαση και το οικοσύστημα οδηγείται σε κατάρρευση. Το δάσος δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμα πόρος που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο. Τα χρηματιστήρια δεν έχουν καμία δουλειά μέσα στα δάση, σε αντίθεση με τις μέλισσες.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Γιατί τα αγριογούρουνα είναι ακόμη «ραδιενεργά», ενώ άλλα ζώα όχι;

Νέα έρευνα διαπιστώνει στα αγριογούρουνα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, τα οποία προκύπτουν από δοκιμές πυρηνικών που διενεργήθηκαν πολύ πριν από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ.

 

Παρότι η χλωρίδα και η πανίδα της Κεντρικής Ευρώπης είναι γνωστό πως ακόμη φέρει ίχνη ραδιενέργειας εξαιτίας της καταστροφής στο Τσερνόμπιλ το 1986, μια νέα έρευνα στα αγριογούρουνα των βαυαρικών δασών παρέχει απροσδόκητα ευρήματα για το ποσοστό ραδιενέργειας στον κυτταρικό ιστό τους. 

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα στην επιστημονική επιθεώρηση Environmental Science & Technology, εμφανίζει στα αγριογούρουνα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, τα οποία σύμφωνα με τους ερευνητές προκύπτουν από τις δοκιμές πυρηνικών που διενεργήθηκαν πολύ πριν από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ

Επιπλέον, η έρευνα απαντά στο ερώτημα που εδώ και καιρό προκαλεί σύγχυση και προβληματισμό σε επιστήμονες και κυνηγούς: Γιατί η ραδιενέργεια είναι υπαρκτή και υψηλή στα αγριογούρουνα, τη στιγμή που τα περισσότερα είδη άγριας ζωής εμφανίζονται «καθαρά» γενιές μετά το δυστύχημα

Καθώς η ραδιενέργεια από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ μόλυνε τεράστιες ζώνες της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης, οι αρμόδιες Αρχές διενεργούσαν τακτικά ελέγχους σε φυτά και ζώα των πληγεισών περιοχών ώστε να διασφαλίζεται πως είναι ασφαλή για ανθρώπινη κατανάλωση. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μάρτιν Στάινερ από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Προστασίας από την Ακτινοβολία (που δεν συμμετείχε στη μελέτη), ήταν γνωστό στην επιστημονική κοινότητα πως υπήρχε σημαντική ραδιενέργεια στην περιοχή από τα μέσα του 20ού αιώνα λόγω των δοκιμών πυρηνικών όπλων στο περιβάλλον

Στη νέα έρευνα γίνεται χρήση μίας μεθόδου που περιλαμβάνει αναλογία δύο ισοτόπων καισίου, για να αναλύσει τα κουφάρια αγριόχοιρων που θανατώθηκαν από κυνηγούς σε όλη τη Βαυαρία από το 2019 έως το 2021. Η σχετικά νέα μέθοδος ανάλυσης επέτρεψε στους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τους λόγους για τα υψηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας στα αγριογούρουνα της Κεντρικής Ευρώπης. 

Ραδιενέργεια στα αγριογούρουνα

Στη Βαυαρία, τα αγριογούρουνα σε συγκεκριμένες περιοχές πρέπει να ελέγχονται για ραδιενέργεια. Σύμφωνα με τις οδηγίες των γερμανικών υγειονομικών Αρχών, η κατανάλωση αυτού του κρέατος επιτρέπεται όταν τα επίπεδα ακτινοβολίας είναι κάτω των 600 μπεκερέλ ανά κιλό. Ωστόσο, κάποια από τα αγριογούρουνα που ελέγχθηκαν στην έρευνα έφεραν υψηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας, από 370-15.000 Bq/κιλό κρέατος. 

Και δεδομένου του ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες και τα πυρηνικά όπλα αφήνουν ελαφρώς διαφορετικό αποτύπωμα μόλυνσης, οι ερευνητές διαπίστωσαν πως η μεγάλη ποσότητα ραδιενέργειας που ανιχνεύθηκε στα αγριογούρουνα της συγκεκριμένης έρευνας προερχόταν από πυρηνικές δοκιμές που έγιναν τις δεκαετίες 1950-1960. 

Συνολικά, οι πυρηνικές δυνάμεις του κόσμου έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 500 δοκιμές στην ατμόσφαιρα, προτού τις μεταφέρουν στο υπέδαφος, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη διασπορά ραδιενέργειας. Τα ευρήματα της νέας έρευνας δείχνουν ότι οι επιφανειακές εκρήξεις εξακολουθούν να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον παρά τις δεκαετίες που μεσολάβησαν. 

«Το γεγονός πως η ραδιενέργεια από αυτές τις πυρηνικές δοκιμές είναι ακόμη παρούσα, ακόμη και μετά το Τσερνόμπιλ, είναι κάτι αξιοσημείωτο», σχολιάζει ο Μίκαελ Φίντερλε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ – που επίσης δεν συμμετείχε στην έρευνα. 

Η λύση του «μυστηρίου»

Ως προς το άλλο «μυστήριο», το γιατί δηλαδή τα αγριογούρουνα της νότιας Γερμανίας φέρουν περισσότερη ραδιενέργεια σε σχέση με άλλα ζώα, ο Γκέοργκ Σταϊνχόιζερ, επικεφαλής της μελέτης, δίνει τη λύση: Μανιτάρια. Σύμφωνα με τον καθηγητή, τα αγριογούρουνα σκάβουν, βρίσκουν και τρώνε έναν μύκητα (elaphomyces ή τρούφα ελαφιού) που άλλα ζώα αγνοούν πώς και πού υπάρχει. 

Παρότι πολλά από τα βρώσιμα φυτά των δασών δεν θεωρούνται πια μολυσμένα από ραδιενεργή ακτινοβολία, οι τρούφες, που μεγαλώνουν κάποια εκατοστά κάτω από την επιφάνεια του χώματος, αποθηκεύουν τη ραδιενέργεια

Αναλόγως της σύνθεσης του έδαφος και του βάθους στο οποίο βρίσκονται οι τρούφες, οι μύκητες μπορούν να εκτεθούν σε νερό που περιέχει ραδιενέργεια δεκαετιών τόσο από τις πυρηνικές δοκιμές όσο και από την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, γεγονός που τους καθιστά ιδιαίτερα πλούσια πηγή ραδιενέργειας.

Όπως σημειώνει ο Στάινερ, ανεξαρτήτως πηγής, η ραδιενέργεια σε υψηλά επίπεδα παραμένει επικίνδυνη για τους ανθρώπους. 

«Όσον αφορά την έκθεση των ανθρώπων στην ακτινοβολία, δεν έχει σημασία αν το καίσιο προέρχεται από τις παλαιότερες πυρηνικές δοκιμές ή την καταστροφή του Τσερνόμπιλ», εξηγεί ο ίδιος, συμπληρώνοντας πως «αυτό που έχει σημασία είναι η συνολική πρόσληψη καισίου-137 που προσλαμβάνει ένας άνθρωπος απλώς τρώγοντας κάτι από το δάσος».

 

Πηγές:

New York Times : Europe’s Boars Still Hold Radioactivity. What Surprised Scientists Is Why.

Disproportionately High Contributions of 60 Year Old Weapons-137Cs Explain the Persistence of Radioactive Contamination in Bavarian Wild Boars

Καθημερινή : Γιατί τα αγριογούρουνα είναι ακόμη «ραδιενεργά», ενώ άλλα ζώα όχι;