Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Δράσης για τους Επικονιαστές

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση το Σχέδιο Δράσης για τους Επικονιαστές το οποίο αφορά την προστασία της βιοποικιλότητας και τη διαχείριση των οικοσυστημάτων. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται αναφορές στη μελισσοκομία και στην Apis mellifera, οι οποίες εγείρουν επιστημονικά και διαχειριστικά ζητήματα που χρήζουν προσεκτικής αξιολόγησης, ιδίως ως προς την τεκμηρίωση, την οικολογική αναλογικότητα και τη ρυθμιστική τους εφαρμογή. Με γνώμονα τη συμβολή σε έναν τεκμηριωμένο και εποικοδομητικό διάλογο, συνέταξα το ακόλουθο υπόμνημα, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, το οποίο επισημαίνει κρίσιμα σημεία και προτείνει μια προσέγγιση βασισμένη σε εμπειρικά δεδομένα και στην ενίσχυση των ανθοφόρων οικοσυστημάτων.

Επιστημονική τεκμηρίωση, οικολογική αναλογικότητα και ρυθμιστική επάρκεια ως προς τη μελισσοκομία

Η διατήρηση των άγριων επικονιαστών συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των οικοσυστημάτων και την αγροδιατροφική ασφάλεια. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει ότι οι επικονιαστές συμβάλλουν ουσιωδώς στη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων και στην παραγωγικότητα σημαντικού ποσοστού των καλλιεργειών (Potts et al., 2010· Vanbergen et al., 2013). Η Ελλάδα, ως χώρα μεσογειακής βιοποικιλότητας υψηλής ενδημικότητας, φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την τεκμηριωμένη προστασία τους.

Παράλληλα, η Apis mellifera αποτελεί γηγενές είδος της ευρωπαϊκής πανίδας, με μακροχρόνια εξελικτική συνύπαρξη με τα μεσογειακά φυτικά και εντομολογικά δίκτυα. Η οργανωμένη μελισσοκομία συνιστά ιστορικά εδραιωμένη αγροτική δραστηριότητα με οικολογική και οικονομική σημασία. Ωστόσο, στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Δράσης διατυπώνονται προβληματισμοί περί «υπερβολικής πίεσης», ανταγωνισμού για ανθικούς πόρους και ανάγκης αξιολόγησης φέρουσας ικανότητας οικοσυστημάτων ως προς τον αριθμό κυψελών. Οι προβληματισμοί αυτοί χρήζουν προσεκτικής επιστημονικής αξιολόγησης.

1. Η επιστημονική βιβλιογραφία περί ανταγωνισμού: συμφραζόμενη και μη γενικεύσιμη

Η διεθνής συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (Mallinger et al., 2017) καταλήγει ότι υπάρχουν τεκμήρια για πιθανό ανταγωνισμό μεταξύ διαχειριζόμενων και άγριων μελισσών, πλην όμως τα αποτελέσματα είναι έντονα context-dependent, δηλαδή εξαρτώνται από τη δομή του τοπίου, τη διαθεσιμότητα ανθικών πόρων, τη χωρική κλίμακα και την εποχικότητα. Παρόμοια συμπεράσματα διατυπώνονται από τους Geldmann & González-Varo (2018), οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις της Apis mellifera διαφοροποιούνται ουσιωδώς ανάλογα με το οικοσύστημα και την πυκνότητα αποικιών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αρκετές από τις μελέτες που τεκμηριώνουν αρνητικές συσχετίσεις προέρχονται από νησιωτικά, χωρικά περιορισμένα ή χαμηλής ανθικής ετερογένειας οικοσυστήματα, όπου η φέρουσα ικανότητα είναι εγγενώς περιορισμένη. Για παράδειγμα, μελέτη στο Αιγαίο (Lázaro et al., 2021) κατέδειξε αρνητική συσχέτιση μεταξύ αφθονίας Apis mellifera και πλούτου άγριων μελισσών σε νησιωτικά συστήματα. Παρομοίως, πειραματικές παρεμβάσεις σε μικρής κλίμακας νησί της Μεσογείου έδειξαν μεταβολές στη διαθεσιμότητα νέκταρος και στη δραστηριότητα άγριων επικονιαστών κατόπιν αφαίρεσης κυψελών (βλ. σχετική πρόσφατη πειραματική βιβλιογραφία).

Τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται από:

  • χαμηλή ετερογένεια τοπίου,
  • περιορισμένη διάρκεια ανθοφορίας,
  • υψηλή χωρική συγκέντρωση κυψελών σε μικρή ακτίνα.

Οι συνθήκες αυτές δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με το ηπειρωτικό μεσογειακό τοπίο, όπου η βλάστηση (μακία, φρυγανικά οικοσυστήματα, ορεινά λιβάδια, δασικές παρυφές) προσφέρει αυξημένη εποχική ποικιλότητα πόρων.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιοχές εκτός Ευρώπης (π.χ. ωκεανικά νησιά ή απομονωμένα οικοσυστήματα), η Apis mellifera λειτουργεί ως εισαχθέν είδος χωρίς εξελικτική συνύπαρξη με τοπικούς επικονιαστές, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς το οικολογικό πλαίσιο. Στη Μεσόγειο, αντιθέτως, πρόκειται για γηγενές είδος με ιστορική παρουσία χιλιετιών.

2. Σχετική βαρύτητα πιέσεων στους άγριους επικονιαστές

Η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει ότι οι κυρίαρχες αιτίες μείωσης των άγριων επικονιαστών είναι:

  • απώλεια και κατακερματισμός ενδιαιτημάτων
  • γεωργική εντατικοποίηση
  • χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων
  • κλιματική αλλαγή

(Potts et al., 2010· Kennedy et al., 2013· Goulson et al., 2015).

Η μελισσοκομία αναφέρεται ως πιθανός τοπικός παράγοντας πίεσης υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά δεν τεκμηριώνεται ως συστημικά πρωτογενής αιτία απώλειας βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα.

Συνεπώς, μια ρυθμιστική προσέγγιση που εστιάζει δυσανάλογα στην ποσοτική μείωση κυψελών, χωρίς παράλληλη ενίσχυση ανθοφόρων ενδιαιτημάτων, ενδέχεται να έχει περιορισμένη οικολογική αποτελεσματικότητα.

3. Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» και η ανάγκη ποσοτικού ορισμού

Η έννοια της «υπερβολικής πυκνότητας» δεν μπορεί να παραμένει αόριστη. Η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος ως προς τις διαχειριζόμενες αποικίες προϋποθέτει:

  • ποσοτική αποτίμηση ανθικής βιομάζας,
  • εποχική καταγραφή διαθεσιμότητας νέκταρος/γύρης,
  • χαρτογράφηση υφιστάμενων πληθυσμών άγριων επικονιαστών,
  • χωρική ανάλυση πυκνότητας κυψελών.

Χωρίς τέτοια δεδομένα σε εθνική κλίμακα, η επιβολή οριζόντιων περιορισμών ενέχει τον κίνδυνο δυσανάλογης ρύθμισης.

4. Η ιδιαιτερότητα της νομαδικής μελισσοκομίας

Η ελληνική μελισσοκομία χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη νομαδική πρακτική, η οποία κατανέμει χωρικά και χρονικά την πίεση στους ανθικούς πόρους. Η μετακίνηση κυψελών ακολουθεί διαδοχικές ανθοφορίες (π.χ. ερείκη, θυμάρι, καστανιά), μειώνοντας τη μακροχρόνια συγκέντρωση αποικιών σε ένα μόνο σημείο.

Η εισαγωγή αυστηρών ορίων ή ζωνών αποκλεισμού ενδέχεται να:

  • ευνοήσει σταθερούς μελισσοκόμους έναντι μετακινούμενων,
  • οδηγήσει σε συγκέντρωση πίεσης σε μη ρυθμιζόμενες περιοχές,
  • αυξήσει το λειτουργικό κόστος,
  • μετατοπίσει – και όχι να επιλύσει – το οικολογικό ζήτημα.

5. Πιθανές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες

Η μελισσοκομία αποτελεί σημαντικό τμήμα της αγροτικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Ρυθμίσεις που συνεπάγονται:

  • αυξημένη αδειοδότηση,
  • περιβαλλοντικές μελέτες ανά τοποθέτηση,
  • περιορισμούς πρόσβασης σε παραδοσιακές ανθοφορίες,
  • θα πρέπει να συνοδεύονται από τεκμηριωμένη εκτίμηση κόστους–οφέλους.

Συμπέρασμα

Η διαθέσιμη επιστημονική γνώση δεν δικαιολογεί οριζόντια και μη τεκμηριωμένη ρύθμιση της μελισσοκομίας. Η προστασία των άγριων επικονιαστών απαιτεί στοχευμένες, χωρικά εξειδικευμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Η Apis mellifera δεν τεκμηριώνεται ως κυρίαρχος παράγοντας μείωσης βιοποικιλότητας σε ηπειρωτικά μεσογειακά συστήματα, αλλά ως δυνητικός τοπικός παράγοντας υπό συγκεκριμένες οικολογικές συνθήκες.

Η διατύπωση ή υπονόηση ότι η μελισσοκομική δραστηριότητα συνιστά εγγενώς περιβαλλοντικό βάρος δεν στηρίζεται σε συστηματική επιστημονική τεκμηρίωση για τα ηπειρωτικά μεσογειακά οικοσυστήματα. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται περιοχές χαμηλής ανθικής διαθεσιμότητας ή περιορισμένης φέρουσας ικανότητας, η οικολογικά ορθότερη και διαχειριστικά βιώσιμη προσέγγιση δεν είναι ο εκ των προτέρων αποκλεισμός της μελισσοκομίας, αλλά η αποκατάσταση και ενίσχυση των ανθοφόρων πόρων, μέσω αναδασώσεων, ενίσχυσης γραμμικών στοιχείων τοπίου, σποράς μελισσοκομικών ειδών και αγροπεριβαλλοντικών παρεμβάσεων.

Η περιβαλλοντική πολιτική οφείλει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση της οικολογικής ποιότητας των ενδιαιτημάτων και όχι στη μετατόπιση ευθυνών σε δραστηριότητες που αποτελούν ιστορικά ενσωματωμένο τμήμα του οικοσυστήματος. Η Apis mellifera αποτελεί γηγενές στοιχείο της μεσογειακής βιοποικιλότητας και η οργανωμένη μελισσοκομία δύναται να συνυπάρξει με τους άγριους επικονιαστές.

Ο δημόσιος διάλογος οφείλει να βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, στην αρχή της αναλογικότητας και στη σαφή διάκριση μεταξύ τεκμηριωμένων οικολογικών κινδύνων και υποθετικών γενικεύσεων. Η ενίσχυση των ανθικών πόρων, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων και η συνεργασία μεταξύ επιστημονικής κοινότητας και παραγωγικών φορέων αποτελούν ουσιαστικότερη και μακροπρόθεσμα αποτελεσματικότερη στρατηγική από μέτρα αποκλεισμού.

Η βιώσιμη μελισσοκομία και η διατήρηση της άγριας βιοποικιλότητας δεν αποτελούν ανταγωνιστικούς στόχους, αλλά δύνανται να συνδιαμορφώσουν ένα συνεκτικό πλαίσιο οικολογικής διαχείρισης.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

 

Βιβλιογραφία

Bartomeus, I., et al. (2013). Global mismatch between pollinator decline and crop pollination services. Scientific Reports, 3, 2261.

Geldmann, J., & González-Varo, J. P. (2018). Conservative and disruptive effects of honeybees on wild pollinators. Nature Ecology & Evolution, 2, 1568–1576.

Goulson, D., et al. (2015). Bee declines driven by combined stress from parasites, pesticides, and lack of flowers. Science, 347, 1255957.

Kennedy, C. M., et al. (2013). A global quantitative synthesis of local and landscape effects on wild bee pollinators. Ecology Letters, 16, 584–599.

Lázaro, A., et al. (2021). Honeybees disrupt the structure and functionality of plant–pollinator networks. Ecography, 44, 1–14.

Mallinger, R. E., et al. (2017). Do managed bees have negative effects on wild bees? PLoS ONE, 12, e0189268.

Potts, S. G., et al. (2010). Global pollinator declines: Trends, impacts and drivers. Trends in Ecology & Evolution, 25, 345–353.

Vanbergen, A. J., et al. (2013). Threats to an ecosystem service: Pressures on pollinators. Frontiers in Ecology and the Environment, 11, 251–259.

6 Παρανοήσεις για τη Διάσωση των Μελισσών

Ως οικολόγος και εντομολόγος, η κινητήριος δύναμη πίσω από τις επαγγελματικές μου επιλογές είναι η διατήρηση των εντόμων και της βιοποικιλότητας, αλλά συχνά νιώθω ότι όσοι καλούν σε δράση για να «Σώσουμε τις μέλισσες!» χάνουν την ουσία. Θα ήθελα να αποσαφηνίσω κάποια πράγματα που φαίνεται να λείπουν από τη συζήτηση μέχρι τώρα, ιδιαίτερα όσον αφορά τους επικονιαστές και τα φυτοφάρμακα.

Οι μέλισσες είναι οι μοναδικοί επικονιαστές

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης για τους επικονιαστές έχει επικεντρωθεί στις μέλισσες — και ιδιαίτερα στις μελιτοφόρες μέλισσες (Apis mellifera). Ωστόσο, οι μελιτοφόρες μέλισσες είναι μόνο ένα είδος από τα περισσότερα από 100.000 είδη ασπόνδυλων που επικονιάζουν φυτά. Αυτά περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα ταξινομικών ομάδων και βιολογικών κύκλων, από σκαθάρια μέχρι μύγες και σκώρους. Επιπλέον, υπάρχουν πάνω από 1.000 είδη σπονδυλωτών επικονιαστών, όπως πουλιά και νυχτερίδες. Οι μελιτοφόρες μέλισσες είναι μοναδικές καθώς εκτρέφονται. Οι περισσότεροι άλλοι επικονιαστές είναι άγριοι πληθυσμοί. Αυτό που έχουν όλοι κοινό είναι ο ρόλος τους στην αναπαραγωγή των φυτών: η μεταφορά γύρης στις ωοθήκες των λουλουδιών για γονιμοποίηση. Δεν απαιτούν όλα τα φυτά επικονίαση, αλλά εκτιμάται ότι τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας τροφικής προμήθειας εξαρτώνται από αυτήν. Επομένως, αν θέλουμε να σώσουμε τους επικονιαστές για να προστατεύσουμε την παγκόσμια τροφική προμήθεια, πρέπει να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τη συνεισφορά όλων των επικονιαστών, όχι μόνο των μελιτοφόρων μελισσών.

Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD) επηρεάζει όλους τους επικονιαστές

Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών —όταν η πλειονότητα των εργατριών μελισσών εξαφανίζεται — αναφέρεται μόνο σε ένα στενά καθορισμένο σύνολο συμπτωμάτων. Αυτά τα συμπτώματα έχουν παρατηρηθεί μέχρι στιγμής μόνο σε αποικίες μελιτοφόρων μελισσών. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι και οι άγριοι επικονιαστές, όπως οι βομβίνοι (Bombus spp.), μειώνονται, αλλά δεν γνωρίζουμε την κατάσταση του πληθυσμού για περισσότερο από το μισό των γνωστών άγριων επικονιαστών. Δυστυχώς, η εστίαση στη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών, ενώ έχει βελτιώσει σημαντικά τις γνώσεις μας για την υγεία των μελιτοφόρων μελισσών, έχει αποσπάσει πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ευρύτερη κατανόηση των επικονιαστών. Οι περισσότερες άλλες μέλισσες είναι μοναχικές, δηλαδή δεν ζουν κοινωνικά σε κυψέλες. Δεν είναι σαφές πώς οι γνώσεις από την έρευνα για τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους βιολογικούς κύκλους των μοναχικών μελισσών ή των μη μελισσοειδών επικονιαστών.

Τα νεονικοτινοειδή είναι η αιτία της διαταραχής κατάρρευσης αποικιών

Τα νεονικοτινοειδή αποτελούν έναν μόνο παράγοντα της διαταραχής κατάρρευσης αποικιών. Τα νεονικοτινοειδή είναι μια κατηγορία εντομοκτόνων, συγγενικών με τη νικοτίνη, που είναι πολύ διαδεδομένα στη γεωργία και σε οικιακούς κήπους. Αποκλείουν μια νευρική οδό που βρίσκεται κυρίως στα έντομα, προκαλώντας παράλυση και θάνατο. Αρχικά, τα νεονικοτινοειδή προωθήθηκαν για τον μειωμένο κίνδυνο που παρουσιάζουν για τα ωφέλιμα έντομα και άλλους μη στοχευμένους οργανισμούς λόγω της επιλεκτικότητάς τους. Ωστόσο, πλέον, ένα μεγάλο σύνολο ερευνών υποδηλώνει ότι τα νεονικοτινοειδή είναι τοξικά για τις μέλισσες και πιθανώς αποτελούν αιτιολογικό παράγοντα στη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών.

Υπήρξαν αρκετά περιστατικά όπου ψεκασμοί με νεονικοτινοειδή προκάλεσαν μαζικούς θανάτους μελισσών τα τελευταία χρόνια. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτά τα περιστατικά ήταν αποτέλεσμα λανθασμένης εφαρμογής ή διασποράς ψεκασμού, και όχι τακτικής έκθεσης. Είναι παράνομο να μην ακολουθούνται οι οδηγίες εφαρμογής που αναγράφονται στην ετικέτα ενός φυτοφαρμάκου, οι οποίες ορίζουν ότι τα νεονικοτινοειδή δεν πρέπει να εφαρμόζονται σε φυτά όταν τα λουλούδια είναι ανθισμένα ή όταν οι μέλισσες μπορεί να συλλέγουν τροφή.

Στην πραγματικότητα, λόγω της δημόσιας κατακραυγής, ο Οργανισμός Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA) έχει αναθεωρήσει τις ετικέτες για να κάνει τις οδηγίες για την ασφάλεια των μελισσών πιο σαφείς και έχει δημιουργήσει μια πύλη για την αναφορά θανάτων μελισσών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα νεονικοτινοειδή δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους επικονιαστές ούτε ότι δεν έχουν συνδεθεί με τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών, αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που θεωρείται ότι συμβάλλουν στη μείωση των μελιτοφόρων μελισσών, τους οποίους η απαγόρευση των νεονικοτινοειδών δεν θα επιλύσει. Αυτοί περιλαμβάνουν παθογόνα, ακραίες καιρικές συνθήκες το χειμώνα, ασθένειες και την ποιότητα της διατροφής. Η επόμενη ανάρτησή μου θα επικεντρωθεί στις ρυθμιστικές προκλήσεις για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των περιβαλλοντικών ομάδων υπεράσπισης σχετικά με τον ρόλο των νεονικοτινοειδών και άλλων φυτοφαρμάκων στους επικονιαστές.

Τα νεονικοτινοειδή είναι τα μοναδικά φυτοφάρμακα που βλάπτουν τους επικονιαστές

Ο ορισμός του όρου «φυτοφάρμακο» είναι τόσο ευρύς που σχεδόν χάνει το νόημά του. Τα νεονικοτινοειδή είναι μόνο μία κατηγορία εντομοκτόνων. Υπάρχουν επίσης ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα, ακαρεοκτόνα, τρωκτικοκτόνα και άλλα. Ακόμη και το αντιβακτηριακό σαπούνι ή τα αντιβιοτικά μπορούν να θεωρηθούν φυτοφάρμακα. Ζωντανοί οργανισμοί μπορούν επίσης να είναι φυτοφάρμακα, όπως οι ψεκασμοί με Bt (Bacillus thuringiensis), που εγκρίνονται ως μορφή βιολογικού ελέγχου παρασίτων.

Επομένως, είναι σημαντικό να είμαστε συγκεκριμένοι όταν μελετάμε και συζητάμε για τα φυτοφάρμακα, λόγω της μεγάλης ποικιλίας χημικών ουσιών και οργανισμών που μπορεί να αναφέρονται. Ωστόσο, η υφιστάμενη ποικιλομορφία φυτοφαρμάκων και επικονιαστών δεν αντικατοπτρίζεται στην κατεύθυνση που λαμβάνει η σχετική ερευνητική δραστηριότητα. Τα νεονικοτινοειδή και οι επιπτώσεις τους στις μελιτοφόρες μέλισσες έχουν λάβει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και της δημόσιας συζήτησης.

Ωστόσο, γίνεται σημαντική δουλειά και σε άλλες χημικές ουσίες και ταξινομικές ομάδες. Για παράδειγμα, ένα πρόσφατο πείραμα από την Olivia Bernauer και τους συνεργάτες της διαπίστωσε ότι η έκθεση ενός ιθαγενούς βομβίνου (Bombus impatiens) σε ένα κοινό μυκητοκτόνο, οδήγησε σε αποικίες με λιγότερες εργάτριες, μικρότερες βασίλισσες και συνολικά χαμηλότερη βιομάζα. Αυτό το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό εν μέρει επειδή τα μυκητοκτόνα θεωρούνταν γενικά ασφαλή για τις μέλισσες. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε πώς τα φυτοφάρμακα, με την ευρεία τους έννοια, επηρεάζουν τους επικονιαστές, επίσης με την ευρεία τους έννοια — όχι μόνο τις μέλισσες.

Το να βρούμε πώς να “σώσουμε τις μέλισσες” είναι εύκολο.

Οι επικονιαστές έχουν ποικίλους βιότοπους και συμπεριφορές αναζήτησης τροφής, ενώ οι κοινωνικές δομές και οι στρατηγικές διαχείμασης ορισμένων επικονιαστών είναι πολύπλοκες. Αυτό καθιστά την αυστηρή έρευνα για τις επιπτώσεις των φυτοφαρμάκων στους επικονιαστές δύσκολο να αποκωδικοποιηθεί. Δεν υπάρχει τέλεια μέθοδος: Οι εργαστηριακές δοκιμές μπορούν να εξετάσουν την οξεία τοξικότητα, αλλά μπορεί να μην χρησιμοποιούν ρεαλιστικές δόσεις ή οδούς έκθεσης, ενώ τα πειράματα στο πεδίο μπορούν να εξετάσουν εποχιακά ή πολυετή μοτίβα, αλλά ίσως να μην μπορούν να λάβουν υπόψη άλλες πηγές διακύμανσης.

Αυτή η πρόκληση αποτυπώνεται σε ένα πείραμα από τον John Losey και τους συνεργάτες του, το οποίο διαπίστωσε επιβλαβείς επιπτώσεις του εντομοκτόνου καλαμποκιού Bt στις πεταλούδες μονάρχες. Τα ευρήματα της αμφιλεγόμενης αυτής μελέτης απορρίφθηκαν λίγα χρόνια αργότερα, σε μεγάλο βαθμό επειδή η προσέγγιση στο εργαστηριακό περιβάλλον δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές συμπεριφορές και τις πιθανές οδούς έκθεσης των προνυμφών των μονάρχων.

Οι κατάλληλες δόσεις και οι οδοί έκθεσης είναι κρίσιμες για καλά σχεδιασμένα πειράματα σχετικά με τα φυτοφάρμακα και τους επικονιαστές. Εξίσου σημαντικό είναι να μην συγχέεται η συσχέτιση με την αιτιότητα στις παρατηρησιακές μελέτες. Μια μελέτη του 2014 από τον Caspar Hallman και τους συνεργάτες του, που εξέτασε την επίδραση της χρήσης νεονικοτινοειδών στις κοινότητες πουλιών σε αγροτικές εκτάσεις, διαπίστωσε ότι περιοχές με περισσότερα νεονικοτινοειδή στα επιφανειακά νερά είχαν λιγότερα πουλιά. Το εύρημα αυτό αναφέρθηκε ευρέως σαν να έδειχνε ότι το φυτοφάρμακο σκότωνε τα πουλιά μέσω άμεσης έκθεσης. Αντιθέτως, το συσχετιστικό αποτέλεσμα, που βασίστηκε σε δύο ξεχωριστά σύνολα δεδομένων, είναι πολύ πιο πιθανό να οφείλεται σε αλλαγές στην τροφική αλυσίδα: Η αυξημένη εφαρμογή εντομοκτόνων οδηγεί σε λιγότερα φυτοφάγα έντομα, που αποτελούν την τροφή των πουλιών. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε εξήγηση παραμένει εικασία χωρίς έρευνα για τους υποκείμενους μηχανισμούς.

Η επιστήμη θα «σώσει τις μέλισσες»

Οι επικονιαστές, τόσο οι άγριοι όσο και οι εκτρεφόμενοι, βρίσκονται αναμφισβήτητα σε κρίση και αντιμετωπίζουν μεγάλες αλλαγές στο κλίμα, τη χρήση γης και τις πολιτικές παγκοσμίως, που πιθανότατα θα τους επηρεάσουν. Η αυστηρή έρευνα στο πεδίο και το εργαστήριο για τους επικονιαστές είναι σίγουρα ένα κρίσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων — αλλά δεν θα πρέπει να είναι το μόνο.

Οι επικονιαστές χρειάζονται κάθε δυνατή βοήθεια, επομένως η επιστημονική κοινότητα θα πρέπει να αγκαλιάσει συνεργασίες με στοχαστές και οραματιστές από τις κοινωνικές επιστήμες, τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις τέχνες, για να φανταστούν και στη συνέχεια να δημιουργήσουν διαφορετικά μέλλοντα για τις μέλισσες και για εμάς. Για παράδειγμα, η Heather Swan, ποιήτρια και μελετήτρια λογοτεχνικών σπουδών, έχει διερευνήσει πώς τα πολύπλοκα συναισθήματα επηρεάζουν τις μελιτοφόρες μέλισσες και τους ανθρώπους που τις φροντίζουν.

Αντίστοιχα, ο Sainath Suryanarayanan, εντομολόγος με κλασική εκπαίδευση, που πλέον συνεργάζεται με κοινωνιολόγους, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το πώς οι δομές εξουσίας που σχετίζονται με την κατοχή και άσκηση της επιστημονικής γνώσης επηρεάζουν τα αποτελέσματα των πολιτικών για τα φυτοφάρμακα και τους επικονιαστές. Η επιτυχής προστασία των επικονιαστών μπορεί να περιλαμβάνει την εξέταση ιδεών όπως αυτές, που μπορεί να φαίνονται περιφερειακές σε σχέση με το απλοϊκό σύνθημα «σώστε τις μέλισσες».

Για όσους ενδιαφέρονται για τη διατήρηση των επικονιαστών, το «Σώστε τις μέλισσες!» δεν μπορεί να είναι το μοναδικό μήνυμα, επειδή πλέον συνδέεται άρρηκτα με τις μελιτοφόρες μέλισσες και τη διαταραχή κατάρρευσης αποικιών. Νοιάζομαι βαθιά για αυτά τα ζητήματα, αλλά η πρόταση λύσεων που επικεντρώνονται στη μείωση των μελιτοφόρων μελισσών, κάτι που δεν ισχύει, αγνοεί τις ανάγκες και τους βιολογικούς κύκλους της πλειοψηφίας των άγριων επικονιαστών. Επειδή η δημόσια κατακραυγή διαμορφώνει τη χρηματοδότηση της επιστήμης και τις πολιτικές, καταλήγουμε με σημαντικά κενά στη επιστημονική μας γνώση που θα μπορούσαν να ενημερώσουν καλύτερα την προστασία των επικονιαστών, με την ευρεία έννοια. Η προσοχή μπορεί να είναι τώρα στα νεονικοτινοειδή και τις μελιτοφόρες μέλισσες, αλλά μια ευρύτερη ερευνητική ατζέντα θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόηση του πώς να διατηρήσουμε μια ποικιλόμορφη και υγιή κοινότητα επικονιαστών. Θέλω να σώσω τις μέλισσες αλλά και όλους τους άλλους επικονιαστές επίσης.

Δρ. Κέιτλιν Στακ Ουίτνι (Kaitlin Stack Whitney)

Η Κέιτλιν Στακ Ουίτνι είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Rochester Institute of Technology (RIT).

Εντομολόγοι ανακάλυψαν 71 νέα είδη ιθαγενών μελισσών στην Αυστραλία

Εντομολόγοι ανακάλυψαν 71 νέα είδη ιθαγενών μελισσών στην Αυστραλία, τα οποία ανήκουν στο σπάνιο υπογένος Austrochile (γένος Megachile). Αυτές οι μέλισσες κατασκευάζουν κελιά από ρητίνη, τα οποία προσκολλώνται μεμονωμένα σε κλαδιά ή σε συστάδες στον φλοιό δέντρων.

Οι ερευνητές πρότειναν το όνομα «Μέλισσες ρητίνης» (resin pot bees) ως κοινό όνομα για τις μέλισσες αυτού του υπογένους. Οι μέλισσες αυτές είναι μοναδικές στην Αυστραλία και απαντώνται σε κάθε πολιτεία, εκτός από την Τασμανία.

«Αυτό το σπάνιο υπογένος μελισσών θεωρούνταν προηγουμένως ότι περιλάμβανε επτά είδη, ενώ το 1992 προστέθηκαν ακόμη 18», δήλωσε ο Δρ. Remko Leijs, ερευνητής στο Μουσείο της Νότιας Αυστραλίας. «Με τα χρόνια, ανακαλύψαμε επιπλέον 23 είδη κατά τη διάρκεια αποστολών συλλογής στο πεδίο».

Οι μέλισσες του γένους Megachile συχνά αποκαλούνται φυλλοκόπτριες μέλισσες. Η ετυμολογία του γένους Megachile, μεταφράζεται προχείρως από το αρχαίο ελληνικό (μέγας (μεγάλος) + χείλος)· τα “μεγάλα χείλη” τους και οι ισχυροί σιαγόνες είναι κατάλληλοι για τη συλλογή των υλικών κατασκευής της φωλιάς.

«Υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο των ειδών μελισσών παραμένει άγνωστο στην επιστήμη, και η έλλειψη χρηματοδότησης για ταξινομική έρευνα δυσχεραίνει την αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησής τους και τη λήψη μέτρων για την προστασία των ιθαγενών μελισσών», πρόσθεσε η Δρ. Katja Hogendoorn, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας. «Παρά τη σημασία τους για το περιβάλλον και την οικονομία ως επικονιαστές ιθαγενών φυτών και καλλιεργειών, η πανίδα των μελισσών της Αυστραλίας παραμένει ελάχιστα γνωστή».

Η ανακάλυψη της ομάδας αυτής αυξάνει τον αριθμό των γνωστών ειδών μελισσών ρητίνης σε 78.

Βιβλιογραφία: The Australian Resin Pot Bees, Megachile (Austrochile) (Hymenoptera: Megachilidae), with descriptions of 71 new species

Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας. Τι σημαίνει αυτό για το περιβάλλον;

Μια Βρετανική έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος επιβεβαιώνει αυτό που έχουν επισημάνει αρκετοί μελισσοκόμοι ανά τον κόσμο την τελευταία δεκαετία. Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας, που οφείλεται στην κλιματική αλλαγή.

Μια μέλισσα πάνω σε μια ονοβρυχίδα, ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ανέλυσαν τις ανθοφορίες 406 ειδών και βρήκαν μια μετατόπιση 26 ημερών κατά μέσο όρο, νωρίτερα, σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, η οποία οφείλεται στις υψηλότερες θερμοκρασίες της άνοιξης. Τα βότανα παρουσίασαν τη μεγαλύτερη μετατόπιση (32 ημέρες) σε σύγκριση με τους θάμνους και τα δέντρα, γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή λόγω του μικρότερου χρόνου μεταξύ των γενεών τους.

Μια άλλη μελέτη Αμερικανών επιστημόνων του 2020, διαπίστωσε ότι η δραστηριότητα των μελισσών ήταν λιγότερο ευαίσθητη στις θερμοκρασιακές μεταβολές σε σχέση με τα φυτά. Αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο στο οικοσύστημα καθώς φυτά και επικονιαστές δεν συγχρονίζονται, ένα φαινόμενο γνωστό στην εξελικτική βιολογία ως «Χρονική Αναντιστοιχία».

Το φυτό Corydalis ambigua. Οι μέλισσες δεν συγχρονίζονται μαζί του πλέον.

Αυτό επιβεβαιώνει άλλα προηγούμενα ευρήματα όπως μια έρευνα σε ορεινές περιοχές της Ιαπωνίας σύμφωνα με την οποία το φυτό Corydalis ambigua, της οικογένειας της παπαρούνας, άνθιζε νωρίτερα μέσα στο έτος λόγω του ότι έλιωναν και τα χιόνια νωρίτερα, αλλά οι επικονιαστές του δεν είχαν κάνει παρόμοια προσαρμογή. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει λιγότερη επικονίαση και τελικά λιγότερους σπόρους.

Στη Βρετανία περίπου το ένα πέμπτο των καλλιεργειών γονιμοποιείται από έντομα, με αποτέλεσμα μια πρώιμη ανθοφορία να βλάπτει τις αποδόσεις. Αλλά και οι ίδιοι οι επικονιαστές κινδυνεύουν καθώς αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε διατροφικό κενό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν τα έντομα που τρέφονται αποκλειστικά από ένα είδος φυτού, όπως για παράδειγμα η μέλισσα Melitta dimidiata η οποία συλλέγει γύρη αποκλειστικά από ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών, την ονοβρυχίδα.

Πάντως μακροπρόθεσμα σύνολα δεδομένων μπορούν να γίνουν ένα πολύτιμο εργαλείο για τον εντοπισμό αυτών των αναντιστοιχιών. Υπάρχουν επίσης συστήματα παρακολούθησης της επιστήμης των πολιτών όπως αυτά που συλλέγονται από την Εταιρεία Καταγραφής Μελισσών, Σφηκών και Μυρμηγκιών, η οποία έχει αρχεία από τον 19ο αιώνα που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τις χρονικές αναντιστοιχίες.

Βιβλιογραφία

Plants in the UK flower a month earlier under recent warming
Rapid Changes in Flowering Time in British Plants
A 250-year index of first flowering dates and its response to temperature changes
Climate change and ecosystem services
Pollination services in the UK: How important are honeybees?
Climate change impacts on pollination
How does climate warming affect plant-pollinator interactions?
The potential impact of global warming on the efficacy of field margins sown for the conservation of bumble-bees
Bee phenology is predicted by climatic variation and functional traits
Early onset of spring increases the phenological mismatch between plants and pollinators
Using ecological and field survey data to establish a national list of the wild bee pollinators of crops

Η ποικιλία ανθοφόρων φυτών αντισταθμίζει τις δυσμενείς επιπτώσεις των εντομοκτόνων στις άγριες μέλισσες.

Η μεγάλη ποικιλία ανθισμένων φυτών αυξάνει την επιτυχία αναπαραγωγής των άγριων μελισσών και θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από τα εντομοκτόνα.

Η πειραματική εγκατάσταση που χρησιμοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου.

Αυτό τουλάχιστον έδειξε η έρευνα των Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν, του Χοχενχάιμ και του Ινστιτούτου Τζούλιους Κουν σε ένα πείραμα μεγάλης κλίμακας. Τα αποτελέσματα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Ecology Letters.

Μείγμα αγριολούλουδων με καλλιεργούμενα φυτά και η εγκατάσταση όπου φωλιάζουν οι αγριομέλισσες στο κλουβί εσωτερικά.

Για την έρευνά τους οι επιστήμονες μελέτησαν την αναπαραγωγή της πολύ σημαντικής οικολογικά άγριας μέλισσας Osmia bicornis (κόκκινη μέλισσα). Την τοποθέτησαν μέσα σε κλουβιά όπου συγκέντρωσαν σε διάφορες αναλογίες αγριολούλουδα αλλά και φυτά που είχαν δεχτεί εντομοκτόνα. Διαπιστώθηκε ότι οι άγριες μέλισσες που τράφηκαν από αγριολούλουδα, έπειτα από μια περίοδο αρκετών μηνών διπλασίασαν τους πληθυσμούς τους σε σύγκριση με εκείνες που τράφηκαν αποκλειστικά από ελαιοκράμβη.

Η μοναχική αγριομέλισσα Osmia bicornis (κόκκινη μέλισσα) που πήρε το όνομά της εξαιτίας του πυκνού κόκκινου τριχώματος που διαθέτει.

Η αναπαραγωγική επιτυχία των άγριων μελισσών μειώνεται εξαιτίας των νεονικοτινοειδών που περιέχεται στη γύρη και το νέκταρ με τα οποία ταΐζουν τους απογόνους τους. Ωστόσο, το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα εμφανίστηκε στα κλουβιά τα οποία περιείχαν αποκλειστικά μονοκαλλιέργειες στις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί εντομοκτόνα και πολύ λιγότερο όπου υπήρχαν διαθέσιμα και αγριολούλουδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πρόβλημα μπορεί να αντισταθμιστεί όταν οι μέλισσες έχουν και εναλλακτικούς πόρους τροφίμων.

Η κόκκινη μέλισσα φωλιάζει σε κοιλότητες. Έχει τριχρωματική όραση, δεν είναι επιθετική και θεωρείται σημαντικότατος επικονιαστής.

Η μελέτη δείχνει ότι τόσο η ποικιλομορφία των ανθοφόρων φυτών όσο και τα εντομοκτόνα έχουν σημαντική επίδραση στην αναπαραγωγή των άγριων μελισσών. «Αν υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές επιλογές τροφής θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις των μονοκαλλιεργειών και των εντομοκτόνων» λέει ο καθηγητής Δρ. Τίγια Τσάνκε. Αφήνοντας τα αγριολούλουδα στους φυτοφράχτες να κάνουν τη δουλειά τους είναι μια καλή αρχή για ένα υγιές οικοσύστημα.

πηγή: Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν

Η γυναίκα που δεν φορούσε μαύρο βέλο

Η γυναίκα που εξημέρωσε την αγριότερη φυλή μελισσών, την αντανσονάι της Ροδεσίας, σχεδόν ποτέ δεν φόρεσε την προστατευτική κεφαλοκαλύπτρα με το μαύρο βέλο.

Αθήνα 1926. «Ημουν 15 χρόνων όταν ο σοφέρ της θείας μου παρακάλεσε να βάλει δύο μελίσσια μέσα στο κτήμα της στα Λιόσια. Ο καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής Σπύρος Βαλλιάνος, φίλος οικογενειακός, φέρνει τους 20 φοιτητές του επίσκεψη. Κανένα αγόρι δεν έβαζε το χέρι του μέσα στην κυψέλη από φόβο. «Εσύ φοβάσαι να ακουμπήσεις τις μέλισσες;», με ρωτά ο καθηγητής. Και έβαλα το χέρι μου από ντροπή. Αυτό ήταν. Οι μέλισσες άρχισαν να με ψάχνουν και να με χαϊδεύουν. Κατάλαβα πως θα γίνω μελισσουργός».

Η Πηνελόπη Παπαδοπούλου στην Κρήτη.
Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί με την άδεια του Ιδρύματος Eva Crane Trust
στο οποίο ανήκουν τα δικαιώματα. www.evacranetrust.org

Λίγο μετά η κυρία Πηνελόπη Παπαδοπούλου θα γίνει δεκτή στις παραδόσεις της Ανωτάτης Γεωπονικής. «Έτσι κι αλλιώς δεν πίστευαν ότι ένα κορίτσι θα ασχοληθεί σοβαρά με όλα τούτα». Και όμως. Αποφοιτώντας, να ‘την που διευθύνει τη μεγαλύτερη τότε μονάδα, στη Λοκρίδα, με 500 ευρωπαϊκές κυψέλες. Ζωή τραχιά, αγροτική. Η μικρούλα κοινωνία των εντόμων μεταφερόταν στον Μώλο και στις τσοπανολάτες για να τρυγήσουν θυμάρι οι μέλισσες.

Η Πόπη όμως ήταν ανήσυχο πνεύμα. Μοζαμβίκη, Ιράν, Ν. Αφρική, Ρουμανία, Μαυρίκιος. Χώρες που περιέτρεξε με τη ζαχαρί (και όχι μελί) Mercedes ειδικής κατασκευής με υψηλότερες ρόδες. Στο διαβατήριό της υπήρχε μια ειδική στάμπα: Queen Bee.

Στη Ροδεσία (στα εδάφη της σημερινής Ζιμπάμπουε) οι φονικές μέλισσες αντανσονάι (Apis mellifera adansonii) τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Μέχρι το 1962 ελάχιστοι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες κυρίως λόγω έλλειψης γνώσης και της επιθετικότητας των μελισσών αυτών. Αυτό εξήψε το ενδιαφέρον της Παπαδοπούλου και έτσι ταξίδεψε εκεί για να μελετήσει τις πιο άγριες μέλισσες του κόσμου. Χρειάστηκε μόλις δύο χρόνια για να μάθει τα χούγια των επικίνδυνων αυτών εντόμων. Δεν συμπαθούσαν την πούδρα Arden που χρησιμοποιούσε! Την άλλαξε. Θύμωναν με το μαύρο χρώμα. Το κατήργησε. Έλκονταν από το απαλό κίτρινο και το γαλάζιο. Τέτοια φουστάνια καθιέρωσε.

Η Apis Mellifera adansonii

«Οι μέλισσες εκείνες έχουν 2.000 μάτια, το καθένα με το νεύρο του, που απολήγει στον εγκέφαλο. Το κόκκινο δεν το βλέπουν καθόλου, το άσπρο το βλέπουν ιώδες, το πράσινο και το πορτοκαλί ίδια. Μόλις τις πλησίαζα έπρεπε να μείνω για λίγο ακίνητη. Να τους δώσω τον χρόνο να «συνειδητοποιήσουν» την παρουσία μου. Οι μέλισσες ερεθίζονται επειδή αισθάνονται απειλή. Τότε μονάχα σας τσιμπούν». Η κυρία Παπαδοπούλου θα δείξει στους Ροδεσιανούς πώς να σπρώχνουν με μαχαιράκι ή με το νύχι το κεντρί. «Ένα κεντρί ελικοειδές που διαχέει το δηλητήριο σε 20 λεπτά, άρα πρέπει να δράσουμε σύντομα».

Στη Ροδεσία βρήκε μια χώρα που υπέφερε από την φτώχεια. Εκεί, η τεχνητή κυψέλη ήταν πάντοτε κρεμασμένη σε ψηλά κλαδιά δέντρων και για αυτό κάπως δυσλειτουργική. Το 1966 η Παπαδοπούλου εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αφρικανική ήπειρο το ανάστομο κοφίνι από την Σαλαμίνα, το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους ντόπιους, καθώς δε μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά τις σύγχρονες κυψέλες με τα κινητά πλαίσια. Εμπνεόμενοι από την λογική του, δηλαδή τα ειδικής διαμόρφωσης κινητά ξυλάκια πάνω στα οποία χτίζουν ελεύθερα οι μέλισσες, ξεκινούν να πειραματίζονται με ό,τι υλικά βρίσκουν γύρω τους, μετατρέποντας αρχικά ξύλινα κιβώτια φρούτων σε ένα είδος μακρόστενης κυψέλης, που σταδιακά εξελίχθηκε σ’ αυτό που διεθνώς σήμερα ονομάζουμε τοπ μπαρ. Μια κυψέλη που χαίρει μεγάλης εκτίμησης λόγω του μηδαμινού κεφαλαίου έναρξης.

Αριστερά το ανάστομο κοφίνι και δεξιά η κυψέλη τοπ μπαρ.

Πειραματίστηκε ανεπιτυχώς με την ελεγχόμενη σύζευξη βασιλισσών. Δεκατρία χρόνια έζησε εκεί. Προφανώς η παρουσία μιας γυναίκας στην επιστημονική κοινότητα την εποχή εκείνη προκαλούσε αμηχανία.«Δεν πολυέδωσα σημασία. Δεν είχαν άδικο, τους χαλούσα τις συνήθειες. Έμπαινα στα γραφεία και κατέβαζαν τα πόδια τους από τα γραφεία, πρόσεχαν πώς μιλούσαν μεταξύ τους. Ε, είναι και η Πόπη μπροστά, λέγανε.»

Επιστρέφει στην Ελλάδα. Δύσκολη η προσαρμογή. Βρίσκει τη μεταπολεμική Αθήνα ριζικά αλλαγμένη. Στην πατρίδα μας ο κύκλος του μέλιτος την αναγνωρίζει ως αυθεντία. Κάποια στιγμή, την δεκαετία του 1980 επιχείρησε να μεταδώσει τις γνώσεις της στην Κρήτη, μαζί με την φίλη της Εύα Κρέιν, μια απ’ τις σημαντικότερες ερευνήτριες και συγγραφείς μελισσοκομίας του 20ου αιώνα. «Εκεί οι άντρες ήταν σκληροί. Δεν δέχτηκαν να διδαχτούν από μία γυναίκα οπότε άρχισα να διδάσκω τις γυναίκες τους. Όταν αυτές τα κατάφεραν καλύτερα απ’ τους άντρες τους, τότε ήρθαν κι αυτοί να παρακολουθήσουν τα μαθήματα.»

Κάποτε, τυπικά τουλάχιστον, ήρθε η σύνταξη. Σταμάτησε να οδηγεί. Μαζί με τα αντανακλαστικά, όπως έλεγε, αμβλύνεται και η οξύτης των αισθητηρίων. «Πριν από κάθε διεθνή έκθεση σταματούσα το κάπνισμα για μερικές εβδομάδες. Δοκιμάζοντας εκατοντάδες μέλια μπορούσα να διακρίνω ποιο είχε υποστεί θερμική «ταλαιπωρία» και σε πόσους βαθμούς. Οι συσκευαστές ζεσταίνουν τα μέλια για δύο λόγους, για να διευκολύνουν την ανάμειξη και να αποφύγουν την κρυστάλλωση, το ζαχάρωμα. Πλην, πέραν των 65 βαθμών τα βιολογικά στοιχεία του μελιού αλλοιούνται. Μα κι έτσι ακόμη το μέλι είναι προτιμότερο από τη ζάχαρη».

Η Μητέρα της Μελισσουργίας, ήταν μια ανεκτίμητη κιβωτός εμπειρίας, διέθετε τη φλόγα και το ταλέντο να μεταδίδει τις γνώσεις της με απλότητα. Οι μέλισσες ήταν η οικογένεια και ο κόσμος της. Μοναδική παράδοξη ρωγμή; Δεν έτρωγε μέλι!

πηγές – βιβλιογραφία:
Το Βήμα (12 Ιανουαρίου 1997) – Η Βασίλισσα Μητέρα της μελισσοκομίας
Μελισσοκομική Επιθεώρηση: Η γυναίκα που πέταξε (έρευνα – μελέτη του Θανάση Μπίκου 2008)
Beeconomy: What Women and Bees Can Teach Us about Local Trade and the Global Market
Beekeeping in the Mediterranean- From Antiquity to the present
The First Top Bar Hive with Fully Interchangeable Combs