Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur και οι επιπτώσεις της στη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας

Μετά τη συμφωνία ΕΕ–Ουκρανίας, η οποία αύξησε την αδασμολόγητη ποσόστωση εισαγωγής μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 6.000 σε 35.000 τόνους ετησίως, η ΕΕ προχωρά σε νέα εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία αδασμολόγητης ποσόστωσης 45.000 τόνων μελιού εντός πενταετίας, εντείνοντας περαιτέρω την πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σημειώνεται ότι, παρά την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί, η επίσημη υπογραφή και επικύρωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur έχει προς το παρόν αναβληθεί. Η αναβολή αυτή οφείλεται στις έντονες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από ορισμένα κράτη-μέλη και αγροτικούς φορείς, με τη Γαλλία και την Ιταλία να ζητούν πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του αγροτικού τομέα πριν δοθεί το τελικό «πράσινο φως». Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι η διαδικασία δεν έχει εγκαταλειφθεί και ότι η υπογραφή της συμφωνίας επανέρχεται στην ατζέντα εντός του άμεσου μέλλοντος, πιθανότατα στις αρχές του 2026.

Οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα αγροτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται συστηματικά ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Η πρόσβαση των ευρωπαϊκών βιομηχανικών και χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων σε νέες αγορές φαίνεται να προηγείται της προστασίας της πρωτογενούς παραγωγής, με τους αγρότες και τους μελισσοκόμους να καλούνται να επωμιστούν το κόστος αυτών των επιλογών.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών στις Βρυξέλλες ενάντια στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur αφορούν άμεσα και τον κλάδο της μελισσοκομίας. Η μαζική εισαγωγή μελιού χαμηλού κόστους, προερχόμενου από χώρες με πολύ χαμηλότερα περιβαλλοντικά και παραγωγικά πρότυπα, ασκεί ισχυρή καθοδική πίεση στις τιμές παραγωγού. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα κόστη παραγωγής και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκή εργαλεία αντιστάθμισης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυτές δεν συνοδεύονται από ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου ως προς την ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τις πρακτικές παραγωγής του μελιού. Έτσι, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων παραγωγών, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η αξία του ευρωπαϊκού μελιού.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η μελισσοκομία όχι μόνο δεν προστατεύεται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά αντίθετα εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στον διεθνή ανταγωνισμό. Η απουσία ουσιαστικής στρατηγικής στήριξης της παραγωγής και του εισοδήματος των μικρών και μεσαίων μελισσοκόμων καθιστά τον κλάδο ιδιαίτερα ευάλωτο, με μακροπρόθεσμες συνέπειες τόσο για την αγροτική οικονομία όσο και για τη βιοποικιλότητα.

Η μελισσοκομία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» των εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της αγροτικής παραγωγής, της διατροφικής επάρκειας και της οικολογικής ισορροπίας. Η προστασία της δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και πολιτικής επιλογής.

Η αυταπάτη των επιδοτήσεων

Συχνά διαφωνώ με αρκετούς συναδέλφους που ζητούν να ενταχθεί η μελισσοκομία στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε να λαμβάνουμε και εμείς βασικές επιδοτήσεις, όπως οι υπόλοιποι αγροτικοί τομείς. Πρόσφατα μάλιστα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συζητείται η θέσπιση επιδόματος επικονίασης για τους μελισσοκόμους.

Παρότι η πρόθεση μπορεί να φαντάζει δίκαιη, είμαι κάθετα αντίθετος στη λογική των άμεσων επιδοτήσεων στον πρωτογενή τομέα – όποια μορφή κι αν λαμβάνουν και όσο “δίκαιες” κι αν παρουσιάζονται. Ιδίως όταν αυτές υπολογίζονται με βάση τον αριθμό (δέντρα, ζώα, μελίσσια κτλ). Πρόκειται για μια πολιτική που ενθαρρύνει την παθητικότητα, τη γραφειοκρατία και την εξάρτηση και όχι την παραγωγή.

Η πολιτική της εξάρτησης

Μια πολιτική που επιδοτεί την επικονίαση ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από απαγορεύσεις των μελισσιών στα δάση, είτε στο όνομα της πυρασφάλειας είτε της περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεν αποτελεί ενίσχυση αλλά υποκατάσταση της ελευθερίας δράσης του παραγωγού. Δεν προάγει τη μελισσοκομία· τη μετατρέπει σε διοικητικά ελεγχόμενο κλάδο.

Όταν μάλιστα η επιδότηση αυτή δίνεται με βάση τον αριθμό των κυψελών, το αποτέλεσμα νομοτελειακά οδηγεί σε πλασματικές δηλώσεις, στατικά μελισσοκομεία “στα χαρτιά” και παραγωγούς που υφίστανται μόνο για να εισπράττουν. Η πραγματική παραγωγή παραμερίζεται και η δημιουργικότητα αντικαθίσταται από τη γραφειοκρατία.

Οι επιδοτήσεις ως μηχανισμός αποδυνάμωσης

Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατευθύνσεις προσανατολίζονται εδώ και χρόνια προς την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων. Και μπορεί να μας διώχνουν από τα δάση αλλά δε θέλουν και να μας εξαφανίσουν εντελώς.

Στην πράξη, ο μελισσοκόμος που ζει από την επιδότηση χρησιμεύει ως νομιμοποιητικό άλλοθι για ένα σύστημα όπου η αγορά πλημμυρίζει από εισαγόμενα ή νοθευμένα προϊόντα. Ο μελισσοκόμος χρειάζεται για να δικαιολογούνται οι ελληνοποιήσεις καθώς χωρίς έστω λίγο ελληνικό μέλι, δεν μπορεί να υπάρξει “ελληνοποίηση”. Οι μικροί παραγωγοί δεν πρέπει να εξαφανιστούν, πρέπει όμως να παραμείνουν ελεγχόμενα παρόντες, εξαρτημένοι και διαχειρίσιμοι. Έτσι, ο παραγωγός καταλήγει να παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου.

Η εμπειρία του αγροτικού τομέα

Έχει αποδειχθεί στην πράξη πως όπου κυριάρχησαν οι επιδοτήσεις, η παραγωγή μαράζωσε. Το είδαμε στο βαμβάκι, στο γάλα, στα σιτηρά: η επιδότηση έγινε αυτοσκοπός, και το κίνητρο της παραγωγής εξαφανίστηκε. Όπου οι επιδοτήσεις έγιναν βασικό εισόδημα, ο κλάδος έχασε σε ανταγωνιστικότητα, δεν εκσυγχρονίστηκε και εξαρτήθηκε από το κράτος.

Αντίθετα, τομείς με λιγότερη ή εντελώς εκτός επιδοτήσεων, όπως τα ακτινίδια, η ορνιθοτροφία, τα θερμοκήπια, συνεχίζουν και ευημερούν, επενδύουν και εξάγουν. Μέχρι πρόσφατα σ’ αυτούς τους κλάδους ανήκε και η μελισσοκομία.

Βιολογικά: Η “ταφόπλακα” της ελληνικής μελισσοκομίας

Η εισαγωγή του προγράμματος της βιολογικής μελισσοκομίας αποτέλεσε σημείο καμπής για τον κλάδο. Η ΕΕ αποφασίζει να δώσει χρήματα για να ενθαρρύνει τη μετάβαση στη βιολογική παραγωγή. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, το υλοποίησε με έναν πολύ “χαλαρό” τρόπο καθώς δεν απαιτήθηκε ουσιαστική εκπαίδευση ή επιμόρφωση των παραγωγών, ενώ δεν υπήρξε καν υποχρέωση παραγωγής βιολογικού προϊόντος!

Με το να λέει η ΕΕ “πάρτε αυτά τα χρήματα και γίνετε βιολογικοί” αντί να ενισχυθεί η ουσία της βιολογικής παραγωγής, ενισχύθηκε η εξάρτηση από τα επιδόματα. Έτσι, επιτεύχθηκε ο στατιστικός στόχος για τις Βρυξέλλες, που ήταν αύξηση των βιολογικών παραγωγών, χωρίς όμως να υπάρξει αντίστοιχη αύξηση των βιολογικών προϊόντων που παράγονται. Ο φορολογούμενος επί της ουσίας χρηματοδότησε μια δράση για τη “μετάβαση”, που όμως δεν παρήγαγε ούτε γνώση, ούτε προϊόν.

Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της εξάρτησης και η περαιτέρω απαξίωση της έννοιας “βιολογικό”. Το πρόγραμμα όμως αλλοίωσε τον χαρακτήρα της μελισσοκομίας, μετατρέποντας τον παραγωγό από δημιουργό σε λήπτη επιδοτήσεων, με ό,τι αυτό σημαίνει για την παραγωγική ικανότητα και την ποιότητα του κλάδου.

Από την εξάρτηση στην αυτάρκεια

Αντί για αυτού του είδους τις πολιτικές, αυτό που πραγματικά χρειάζεται η μελισσοκομία είναι πολιτικές που παράγουν μόνιμη ικανότητα και όχι παροδικό εισόδημα. Πολιτικές που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, δίνουν κίνητρα στην παραγωγή και άρουν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς.

Η πολιτεία θα μπορούσε, για παράδειγμα αντί επιδότησης να επιστρέφει ολόκληρο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Αυτό αποτελεί κίνητρο παραγωγής καθώς ενθαρρύνει τη μετακίνηση των μελισσιών, δηλαδή τη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα και αποτρέπει τη δημιουργία μελισσοκομείων στα “χαρτιά”. Αντίστοιχα, η μείωση του ΦΠΑ στον εξοπλισμό (κυψέλες, κηρήθρες, υλικά τυποποίησης) θα είχε άμεσο και διαφανές όφελος για όποιον πραγματικά εργάζεται.

Αντί να διοχετεύονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε πρόσκαιρες ενισχύσεις, τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να παράγουν μόνιμες υποδομές, όπως δημόσια ή συνεταιριστικά τυποποιητήρια, εργαστήρια ελέγχου ποιότητας, συλλογικά σημεία διάθεσης.

Η μελισσοκομία δεν έχει ανάγκη από επιδόματα. Έχει ανάγκη από ελευθερία (άρση απαγορεύσεων στα δάση, άρση περιορισμών στην παραγωγή), από υποδομές, γνώση και δίκαιους κανόνες για όλους.

Οι επιδοτήσεις ίσως υπόσχονται σταθερότητα, αλλά στην πράξη μετατρέπουν τη δημιουργία σε εξάρτηση. Και αυτό είναι, πράγματι, η μεγαλύτερη αυταπάτη.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος