Κάθε πρωί, ο 49χρονος Ιμπραήμ Νάτζι αλ-Ντάμπα, πατέρας επτά παιδιών, ανεβαίνει στην ταράτσα ενός κατεστραμμένου κτιρίου στη συνοικία Τελ αλ-Χάουα της Πόλης της Γάζας. Εκεί, ανάμεσα στα συντρίμια και τα σημάδια του πολέμου, βρίσκονται τοποθετημένες οι κυψέλες του. Το συγκεκριμένο περιβάλλον απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ιδανικό μέρος για μελισσοκομία, αλλά για εκείνον είναι το μόνο σημείο όπου μπορεί να συνεχίσει τη δουλειά που τρέφει την οικογένειά του εδώ και δεκαετίες.

Πριν τον πόλεμο, ο αλ-Ντάμπα είχε περισσότερες από 400 κυψέλες στην ανατολική Γάζα. Είχε τα μελίσσια του, τον εξοπλισμό του, αποθήκες κι ένα τετρακίνητο όχημα, διευθύνοντας μια ανθηρή επιχείρηση. Σήμερα, σχεδόν όλα όσα έφτιαχνε με κόπο τόσα χρόνια έχουν χαθεί.
«Η μελισσοκομία δεν είναι απλώς μια δουλειά για μένα», λέει. «Είναι η μόνη πηγή εισοδήματος για την οικογένειά μου. Είναι η ζωή μας, το βιοποριστικό μας και το μέλλον μας». Ο αλ-Ντάμπα, που είναι επίσης πρόεδρος του Συνεταιρισμού Μελισσοκόμων της Γάζας, εξηγεί ότι η αγάπη του για τις μέλισσες προέκυψε πολύ πριν γίνει το επάγγελμά του. Με τα χρόνια εξειδικεύτηκε στην παραγωγή μελιού και στην εκτροφή βασιλισσών προσαρμοσμένων στο κλίμα της Γάζας. Παρά τον πολυετή αποκλεισμό, ο μελισσοκομικός τομέας στη Γάζα αναπτυσσόταν συνεχώς, με εκατοντάδες παραγωγούς να στηρίζουν την τοπική γεωργία μέσω της επικονίασης.

Όλα αυτά άλλαξαν μετά την ισοπεδωτική επίθεση στη Γάζα.
Μη μπορώντας να φτάσει στα μελισσοκομεία του λόγω των βομβαρδισμών και του ξεριζωμού, είδε τους κόπους μιας ζωής να γίνονται στάχτη. Έχασε το σπίτι του, πάνω από 400 κυψέλες, τα μηχανήματα επεξεργασίας μελιού, τις αποθήκες και σχεδόν όλα τα εργαλεία του. «Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι όσα έχτιζα για χρόνια χάθηκαν», εξομολογείται. «Δεν έχασα μόνο τις κυψέλες μου, αλλά το σπίτι μου, τον εξοπλισμό μου και το μοναδικό μου εισόδημα».
Όπως εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι στη Γάζα, ο αλ-Ντάμπα εκτοπίστηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου, μετακομίζοντας από περιοχή σε περιοχή με την οικογένειά του. Με όσες οικονομίες του είχαν απομείνει και με μεγάλη θέληση, αγόρασε μόλις τρεις κυψέλες. Επειδή οι μετακινήσεις στις αγροτικές περιοχές ήταν επικίνδυνες και η μεταφορά των κυψελών σχεδόν αδύνατη, τις έστησε στην ταράτσα ενός σοβαρά χτυπημένου κτιρίου.

Γνώριζε τους κινδύνους. Το ίδιο το κτίριο είχε υποστεί ζημιές, ενώ ακόμα και τα ξύλινα κουτιά των κυψελών θα μπορούσαν να κλαπούν από ανθρώπους που έψαχναν απεγνωσμένα για καυσόξυλα ή υλικά κατασκευής. Παρ’ όλα αυτά, πίστευε ότι η ταράτσα ήταν η καλύτερη επιλογή για να προστατεύσει ό,τι του είχε απομείνει. «Ήθελα οι μέλισσες να προσαρμοστούν σε αυτές τις σκληρές συνθήκες, ακριβώς όπως έπρεπε να προσαρμοστούμε κι εμείς», λέει.
Μαζί με τους γιους του, κατάφερε σταδιακά να αυξήσει τα 3 πρώτα μελίσσια σε 35. Αν και η παραγωγή μελιού παραμένει μικρή, κάθε επιτυχημένη συγκομιδή σημαίνει για εκείνον κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα απλό εισόδημα. «Δεν νιώθω ότι φροντίζω απλώς μέλισσες», λέει. «Προσπαθώ να σώσω ένα κομμάτι από τη ζωή που έχασα εξαιτίας του πολέμου».

Οι δυσκολίες είναι καθημερινές. Βασικά προμήθειες, όπως φάρμακα, τεχνητές κηρήθρες, συμπληρωματικές τροφές και μελισσοκομικός εξοπλισμός, είτε σπανίζουν είτε είναι πανάκριβα. Η δημιουργία ενός νέου μελισσοκομείου είναι πλέον οικονομικά αδύνατη για τους περισσότερους, ενώ το υψηλό κόστος των υλικών συσκευασίας κάνει την πώληση του μελιού ακόμα πιο δύσκολη. «Δεν υπάρχει βιώσιμη γεωργία χωρίς μέλισσες», εξηγεί. «Το να στηρίζεις τους μελισσοκόμους σημαίνει ότι στηρίζεις την παραγωγή τροφίμων και την επιβίωση χιλιάδων οικογενειών».

Στεκόμενος ανάμεσα στις κυψέλες του στην κατεστραμμένη ταράτσα, ο αλ-Ντάμπα λέει ότι οι μέλισσες του θυμίζουν τους ανθρώπους της Γάζας. «Οι μέλισσες μοιάζουν με τον κόσμο εδώ», λέει. «Συνεχίζουν να δουλεύουν παρά τις δυσκολίες. Βρίσκουν πάντα τον δρόμο για να επιστρέψουν στην κυψέλη τους». Για εκείνον, κάθε μελίσσι που επιζεί στέλνει ένα μήνυμα που ξεπερνά την παραγωγή μελιού: «Όσο υπάρχει έστω και μία κυψέλη, κι ένας μελισσοκόμος που κρατιέται από αυτό το επάγγελμα, υπάρχει ελπίδα ότι η ζωή μπορεί να ξεκινήσει ξανά».
Πηγή: Guardian (φωτογραφίες Ομάρ Ασταουί)
