Ένα φθινόπωρο με υποσχέσεις αλλά και αβεβαιότητα

Έπειτα από τις ορεινές μελιτοφορίες στις βελανιδιές και τα έλατα, τα μελίσσια μεταφέρθηκαν τον Αύγουστο στον κάμπο της Άρτας. Σκοπός ήταν να βρουν τις απαραίτητες γύρες, που συνήθως λείπουν από τα δάση εκείνη την περίοδο, αλλά και να ανανεώσουν τον πληθυσμό τους, ώστε να μπουν δυνατά στο φθινόπωρο.

Ο φετινός Αύγουστος στον κάμπο εξελίχθηκε αρκετά καλά. Οι ανθοφορίες βοήθησαν στην ανάπτυξη των μελισσιών, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι δεν είχαμε τους παρατεταμένους καύσωνες των προηγούμενων ετών. Έτσι, τα μελίσσια κατάφεραν να ανασυνταχθούν μετά από μια απαιτητική περίοδο στα βουνά.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου ξεκίνησε η επιστροφή στις πλαγιές γύρω από τη λίμνη Πουρναρίου, εκεί όπου κάθε φθινόπωρο διαδέχονται η μία την άλλη οι τελευταίες σημαντικές ανθοφορίες της χρονιάς. Προηγήθηκε βέβαια η απαραίτητη προετοιμασία, καθώς τα μονοπάτια στον κάμπο είχαν κλείσει από τα καλάμια και χρειάστηκε αρκετή δουλειά για να αποκατασταθεί η πρόσβαση.

Η μεταφορά των μελισσιών σε αυτό το δύσβατο ανάγλυφο δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Οι κυψέλες βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα της πλαγιάς, σε μικρές ομάδες των 30-40 μελισσιών, και η πρόσβαση σε αρκετά σημεία απαιτεί χρόνο και κόπο. Φέτος χρειάστηκαν συνολικά τέσσερα δρομολόγια, περισσότερα απ’ όσα είχαμε συνηθίσει παλαιότερα. Οι μεταφορές αυτές γίνονται άλλωστε με τα χρόνια όλο και πιο απαιτητικές, ιδιαίτερα όταν οι σωματικές αντοχές δεν είναι πια οι ίδιες.

Η φθινοπωρινή διαδοχή των ανθοφοριών ξεκινά με την ακονιζιά, ακολουθεί ο κισσός και ο αρκουδόβατος, έπειτα η φθινοπωρινή ερείκη, γνωστή και ως σουσούρα, και τέλος η κουμαριά, η σημαντικότερη ίσως ανθοφορία για την περιοχή μας.

Οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου ήταν ικανοποιητικές και μας έδωσαν λόγους να αισιοδοξούμε. Σε αντίθεση με αρκετές προηγούμενες χρονιές, το φθινόπωρο ήταν αισθητά ψυχρότερο, χωρίς τις παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες που συχνά καταπονούν τα φυτά, συντομεύουν τις ανθοφορίες και τελικά στερούν από τα μελίσσια την ευκαιρία να συλλέξουν. Όλα έδειχναν πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για έναν καλό τρύγο.

Ομως οι ανθοφορίες παρουσίασαν και φέτος μια περίεργη συμπεριφορά. Ο κισσός προσέφερε αρκετή γύρη, βοηθώντας σημαντικά στην ανάπτυξη των μελισσιών, χωρίς όμως να δώσει τις ποσότητες μελιού που θα περιμέναμε. Ο αρκουδόβατος συμμετείχε κι αυτός στη φθινοπωρινή νομή, χωρίς να αλλάξει ιδιαίτερα τη συνολική εικόνα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίστηκε στη σουσούρα. Όχι μόνο άργησε ασυνήθιστα να ανθίσει, αλλά τελικά δεν απέδωσε σχεδόν τίποτα. Και το ανησυχητικό είναι πως η εικόνα της συγκεκριμένης ανθοφορίας αλλάζει χρόνο με τον χρόνο. Εκεί όπου παλαιότερα, κοιτάζοντας τις πλαγιές, έβλεπες μεγάλες εκτάσεις να κοκκινίζουν από τα άνθη της ερείκης, σήμερα χρειάζεται να ψάξεις για να εντοπίσεις τα ίδια σημεία.

Είναι δύσκολο να απομονώσει κανείς μία μόνο αιτία. Οι παρατεταμένες ξηρασίες των τελευταίων ετών πιθανότατα έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, καταπονώντας τους θάμνους και περιορίζοντας σταδιακά την παρουσία τους. Υπάρχει όμως και μια άλλη αλλαγή, λιγότερο απότομη αλλά εξίσου εμφανής, που αφορά το ίδιο το τοπίο.

Η περιοχή εγκαταλείπεται. Η κτηνοτροφία έχει περιοριστεί δραματικά, ενώ τα χωριά αδειάζουν χρόνο με τον χρόνο. Άνθρωποι που κάποτε ζούσαν από τη γη και τα κοπάδια τους μετακόμισαν σε άλλες περιοχές ή έφυγαν από τη ζωή, αφήνοντας πίσω τους βοσκοτόπια που δεν βόσκονται πια. Τα πρόβατα και τα κατσίκια κρατούσαν τη βλάστηση χαμηλά, διατηρώντας τις πλαγιές ανοιχτές. Χωρίς αυτά, η φύση ακολουθεί τη δική της πορεία και η ξυλώδης βλάστηση επεκτείνεται σταδιακά.

Οι αριές, ιδιαίτερα ανθεκτικά και ανταγωνιστικά δέντρα με βαθύ ριζικό σύστημα, έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. Με την ανάπτυξη της κόμης τους δημιουργούν περισσότερη σκιά, αλλάζοντας τις συνθήκες στο έδαφος και περιορίζοντας το φως που φτάνει στη χαμηλότερη βλάστηση. Έτσι, οι μικρότεροι θάμνοι, ανάμεσά τους και η ερείκη, δυσκολεύονται να διατηρήσουν τις εκτάσεις που κάποτε καταλάμβαναν. Ίσως τελικά να μην αλλάζει μόνο το κλίμα που επηρεάζει τις ανθοφορίες μας. Αλλάζει και το ίδιο το τοπίο, μαζί με τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν και δραστηριοποιούνται μέσα σε αυτό. Και μαζί του αλλάζουν σταδιακά και οι μελισσοκομικές δυνατότητες μιας ολόκληρης περιοχής.

Η κουμαριά, ευτυχώς, φάνηκε να έχει διαφορετική διάθεση φέτος. Ξεκίνησε να ανθίζει αρκετά πρώιμα, από τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου, περίπου δέκα με δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα από το συνηθισμένο. Οι βροχές συνεχίστηκαν και το κρύο ήταν αισθητά πιο έντονο σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Μέχρι στιγμής, πάντως, οι ζυγαριές δεν έχουν δείξει κάποια ουσιαστική εισροή νέκταρος στις κυψέλες. Τα μελίσσια επισκέπτονται τα άνθη, αλλά το βάρος στις κυψέλες δεν ανεβαίνει. Είναι ακόμη νωρίς για οριστικά συμπεράσματα και η ανθοφορία έχει δρόμο μπροστά της. Ελπίζουμε πως οι επόμενες ημέρες θα είναι ευνοϊκές και πως η κουμαριά θα καταφέρει να δώσει στα μελίσσια τις απαραίτητες προμήθειες για τον χειμώνα. Ίσως, αν όλα πάνε καλά, να υπάρξει και κάποια ποσότητα για τρύγο.

Υπάρχει όμως και κάτι που μας έχει ανησυχήσει ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες. Κυνηγοί της περιοχής μάς ενημέρωσαν ότι εντόπισαν ίχνη αρκούδας χαμηλά, προς τη λίμνη. Το ενδεχόμενο μιας επίσκεψης στο μελισσοκομείο μόνο ευχάριστο δεν είναι. Δυστυχώς, η ιδιαιτερότητα της εγκατάστασης κάνει σχεδόν αδύνατη τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων προστασίας. Ένας ηλεκτροφόρος φράχτης, που σε ένα συμβατικό μελισσοκομείο θα μπορούσε να αποτελέσει μια λύση, εδώ είναι πρακτικά ανεφάρμοστος. Οι κυψέλες βρίσκονται διάσπαρτες σε διαφορετικές πεζούλες, σε ομάδες των 30-40, κατά μήκος της πλαγιάς. Θα απαιτούνταν πολλές ανεξάρτητες περιφράξεις σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο έδαφος, κάτι που κάνει την εφαρμογή του μέτρου εξαιρετικά δύσκολη.

Έτσι, περιμένουμε με κάποια αγωνία να δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Για την ώρα, η κουμαριά είναι ανθισμένη και τα μελίσσια όποτε το επιτρέπει ο καιρός εργάζονται.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *