Το φθινόπωρο μεταφέρουμε τα μελίσσια μας στα ορεινά της Πίνδου, στο όρος Ξηροβούνι και σε υψόμετρο 600-800 μέτρα. Σε μια περιοχή που συμπεριλαμβάνεται στο Δίκτυο NATURA 2000, συλλέγουμε μέλι ερείκης και κουμαριάς. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε το μελισσοκομείο αλλά και το περιβάλλον στο οποίο συλλέγεται το μέλι.
Tag: τα βοσκοτόπια
Χιόνισε στα Τζουμέρκα!
Ενώ μέχρι τα μέσα του Νοέμβρη ο καιρός ήταν γλυκός, ξαφνικά άλλαξε, κρύωσε και τα πρώτα χιόνια έπεσαν στα Τζουμέρκα νωρίτερα απ’ ότι πέρσι. Βέβαια η γενική καλοκαιρία του φετινού φθινοπώρου είχε ως αποτέλεσμα να τρυγήσουμε ξανά. Ένα μέλι ιδιαίτερο, όχι και τόσο συνηθισμένο, με χρώμα σκούρο καφετί που ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα μέλια γιατί δεν είναι γλυκό.
Ο δρόμος για το μελισσοκομείο. Στο βάθος τα Τζουμέρκα χιονισμένα.
Αφού τρυγήσαμε, προσέχοντας να αφήσουμε πίσω στα μελίσσια επαρκείς ποσότητες ώστε να ξεχειμωνιάσουν, αποφασίσαμε τις επόμενες μέρες να τα κατεβάσουμε όλα στον κάμπο. Οι κουμαριές ότι είχαν να δώσουν το έδωσαν, τα ρείκια έχουν πέσει προ πολλού και γι αυτό οι μέλισσες, όταν ο καιρός το επιτρέπει, εκτελούν μόνο πτήσεις καθαρισμού. Αν και παρατήρησα κάποιες να “ψάχνουν” διάφορα φυτά που έχουν μείνει ανθισμένα ακόμα, αλλά δεν έχουν ιδιαίτερα ελκυστικό νέκταρ, όπως αυτό της άγριας Ίριδας.
Άγρια Ίριδα. Το νέκταρ της δεν δείχνει ιδιαίτερα ελκυστικό για τις μέλισσες, ενώ πρέπει να υπάρχει και δυσκολία στην συλλογή του. Παρ’ όλα αυτά οι μέλισσες το περιεργάζονται, δείγμα ότι πλέον δεν υπάρχει κάτι άλλο στη φύση.
Οι περισσότεροι μελισσοκόμοι θεωρούν το μέλι της κουμαριάς αντιεμπορικό και γι αυτό το αφήνουν όλο στα μελίσσια. Τα τελευταία όμως χρόνια που υπάρχει ενημέρωση του αγοραστικού κοινού όλο και περισσότεροι καταναλωτές το ζητάνε για δοκιμή και κατανάλωση.
Επιστρέφοντας πίσω στα μελίσσια τα πλαίσια τα οποία τρυγήσαμε ώστε να τα “γλύψουν” και να τα επιδιορθώσουν.
Είναι ένα μέλι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία και βιταμίνες, ενώ έχει βρεθεί ότι είναι διουρητικό και κατεβάζει την πίεση. Σε σύγκριση με τα άλλα μέλια έχει το χαμηλότερο ποσοστό γλυκόζης και κατά συνέπεια και τις λιγότερες θερμίδες. Έχει, επίσης, πολύ χαμηλά επίπεδα φρουκτόζης, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους (κάνουν δίαιτα), αθλούνται κτλ αλλά θέλουν το μέλι στο τραπέζι τους.
Μετά από κάθε επιθεώρηση, αγναντεύουμε την οροσειρά της Πίνδου.
Γενικά το μέλι της κουμαριάς είναι ένα άριστο φυσικό προϊόν, αφού με την κατανάλωσή του αποτελεί ασπίδα προστασίας για τον ανθρώπινο οργανισμό διότι, περιέχει φυσικές αντιβιοτικές ουσίες σε μεγαλύτερο ποσοστό από τα υπόλοιπα μέλια. Συνοδεύει ιδανικά ροφήματα καθώς και γκουρμέ γαστρονομικές προσεγγίσεις. Δοκιμάστε το!
Και πάλι στα ορεινά!
Αυτή είναι η τελευταία μετακίνηση για φέτος. Ανηφορίσαμε και πάλι στα ορεινά, έπειτα από ένα μικρό διάστημα τον Αύγουστο στον κάμπο. Ελπίζουμε τα μελίσσια να εκμεταλλευτούν τις ανθοφορίες του Κισσού, του φθινοπωρινού ρεικιού και της κουμαριάς που θα ακολουθήσουν διαδοχικά και να δυναμώσουν αλλά και να ανανεώσουν τους πληθυσμούς τους ώστε να ξεχειμωνιάσουν ευκολότερα.
Το μελισσοκομείο στα ρείκια στα ορεινά της Πίνδου
Σε υψόμετρο γύρω στα 600-700 μέτρα στις πλαγιές της οροσειράς της Πίνδου ευδοκιμεί το ρείκι, ένα φυτό πολύ σημαντικό για την προετοιμασία της διαχείμασης. Αυτή την εποχή η φύση προετοιμάζει ο έδαφος για τον ερχομό του χειμώνα και δίνει της τελευταίες προμήθειες στις μέλισσες, για αποθήκευση. Ο Σεπτέμβριος είναι και ο τελευταίος μήνας που μπορούν να γονιμοποιηθούν οι βασίλισσες. Γι αυτό και δεν ρισκάραμε με την βασίλισσα στην αποικία Νο4, λίγες μέρες πριν και δεν την αφήσαμε να βγάλει μόνη της βασίλισσα, η οποία θα γεννιόταν τέλος του μηνός.
Ζαμπέλα. Στην περιοχή αυτή (Πιστιανά – Ροδαυγή) βγαίνει ίσως το ποιοτικότερο τσίπουρο από ζαμπέλα στην Ήπειρο. Κληματαριά δίπλα απ’ το μελισσοκομείο.
Η διάρκεια ζωής των μελισσών εξαρτάται από τις ώρες πτήσης. Την άνοιξη και το καλοκαίρι που ο καιρός είναι καλός οι μέλισσες πετούν, δουλεύουν δηλαδή με εντατικούς ρυθμούς. Η διάρκεια ζωής φτάνει τις 30-35 ημέρες. Τον χειμώνα το μελίσσι δεν εργάζεται μιας και λόγω χαμηλών θερμοκρασιών δεν πετούν οι μέλισσες. Σχηματίζει μελισσόσφαιρα μέσα στην κυψέλη ώστε να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία και να προστατεύει όσο γόνο έχει απομείνει. Τον χειμώνα λοιπόν η διάρκεια ζωής των μελισσών μπορεί να φτάσει τους 6 μήνες. Εξαρτάται δηλαδή από το πόσο δουλεύουν. Για τους μελισσοκόμους λοιπόν αυτή η εποχή είναι πολύ σημαντική γιατί πρέπει να ανανεωθεί ο πληθυσμός. Στόχος είναι όταν θα μπει πια για τα καλά ο χειμώνας και η θερμοκρασία θα πέσει σταθερά κάτω απ’ τους 14°C, θερμοκρασία κάτω απ’ την οποία σταματούν να πετούν οι μέλισσες, ο πληθυσμός να είναι όσο το δυνατόν περισσότερος αλλά και νεότερος.
Ο κισσός θα προμηθεύσει με γύρη τις μέλισσες η ο οποία είναι πολύτιμη για την εκτροφή του γόνου αυτή την εποχή.
Ο κισσός αρχικά ουσιαστικά διεγείρει τη βασίλισσα να αρχίσει και πάλι μετά την παύση του Αυγούστου. Το ρείκι είναι η βασική ανθοφορία αυτής της εποχής για όσους δεν κυνηγούν το πεύκο. Το πεύκο και τα υπόλοιπα μελιτώματα δεν ενδεικνύονται για ξεχειμώνιασμα αλλά μόνο για τρύγο μιας και έχουν αυξημένη ποσότητα δεξτρινών και αυτές προκαλούν δυσεντερίες στις μέλισσες, που μεταδίδουν τη Νοσεμίαση. Η κουμαρία που έρχεται στο τέλος είναι ένα φυτό που ενώ δεν επηρεάζεται από τις καιρικές συνθήκες αλλά δεν γίνεται πάντα εκμεταλλεύσιμο απ’ τις μέλισσες καθώς ανθίζει αργά και συνήθως οι θερμοκρασίες γίνονται απαγορευτικές για τη συλλογή του. Αν πάντως το προλάβουν είναι θείο δώρο!
Στις πρώτες επιθεωρήσεις στα ορεινά παρατηρήθηκε η έντονη τάση των μελισσών να προπολίσουν. Αντιλαμβάνονται ότι έρχεται ο χειμώνας και κλείνουν τρύπες και χαραμάδες ώστε να προστατευτούν από το κρύο. Είναι εμφανές αυτό στα καπάκια που πλέον κολλάνε περισσότερο αλλά και στις πόρτες που επίσης αυτήν την εποχή κλείνουν.
Αύγουστο στον κάμπο
Το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου οι μελιτοεκκρίσεις της βελανιδιάς στα όρη του Βάλτου, στις πλαγιές της Πίνδου, σταμάτησαν. Είχε έρθει η ώρα να μετακινηθούμε προς περιοχές με γυρεοδοτικά φυτά, μιας και στα δάση με βελανιδιές η γύρη συνήθως δεν επαρκεί. Πήραμε την απόφαση να κατεβούμε στον κάμπο της Άρτας και να παραμείνουμε εκεί μέχρι τα μέσα Σεπτέμβρη για… ξεκούραση.
Ο Αύγουστος για τις περισσότερες περιοχές είναι μια νεκρή περίοδος από άποψη ανθοφοριών. Στον κάμπο όμως όλο και κάτι υπάρχει και ειδικά από γύρη το οποίο είναι και το ζητούμενο έπειτα από 1 μήνα στις βελανιδιές. Απ’ την άλλη, τα μελίσσια απ’ τον Μάρτιο δουλεύουν ασταμάτητα πηγαίνοντας απ’ τη μία ανθοφορία στην άλλη, οπότε αυτή είναι μια περίοδος ξεκούρασης ώστε τους μήνες του φθινοπώρου, όπου θα συλλέξουν και το μέλι με το οποίο θα ξεχειμωνιάσουν, να μπουν πιο “φρέσκα”. Το καλοκαίρι όμως έχει κάποιες ιδιαιτερότητες…
Ο καλλιέργειες το καλοκαίρι και στην προκειμένη περίπτωση οι πορτοκαλιές, χρειάζονται πότισμα. Το πότισμα στον κάμπο της Άρτας γίνεται με αυλάκια τα οποία διαχέουν το νερό του Αράχθου μέσα στα κτήματα. Το πότισμα γίνεται συνήθως 1 φορά το μήνα για κάθε μήνα του καλοκαιριού πλημμυρίζοντας ουσιαστικά όλο το περβόλι. Για παν ενδεχόμενο σηκώσαμε τις κυψέλες λίγο ψηλότερα.
Το νερό μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο ειδικά με τον διάτρητο πάτο που χρησιμοποιούμε στις κυψέλες. Κατά το πρώτο πότισμα του καλοκαιριού δίνουμε λιγότερο νερό ενώ στα επόμενα περισσότερο και με ένα φτυάρι οδηγούμε το νερό και προς τα στεγνά μέρη ώστε να μαλακώσει το χώμα το οποίο σε 24 με 36 ώρες απορροφά όλο αυτό το νερό. Κατά τη διάρκεια του ποτίσματος αλλά και μετά δεν παρατηρήσαμε πνιγμένες μέλισσες και δεν αντιμετωπίσαμε προβλήματα με τα μελίσσια.
Μαζί με τα ποτίσματα γίνεται και η λίπανση με κοπριά την οποία λιώνουν οι περιβολάρηδες, καθώς κυλάει το νερό στο αυλάκι. Πολλά κτήματα πλέον δεν ποτίζονται με το παραδοσιακό τρόπο των αυλακιών αλλά με λάστιχα.
Αυλάκι που μεταφέρει το νερό από τον Άραχθο ποταμό προς τις καλλιέργειες του κάμπου της Άρτας. Το νερό αυτό ξεκινά από τις κορυφές της βόρειας Πίνδου και έπειτα από μια πορεία 110 χιλιομέτρων και αφού πρώτα περάσει από ξακουστά γεφύρια όπως της Άρτας αλλά και της Πλάκας καταλήγει στον Αμβρακικό κόπλο.
Η πορεία αυτή του ποταμού είναι πολύ σημαντική για την βιοποικιλότητα της περιοχής καθώς το νερό μεταφέρει χρήσιμα για το έδαφος συστατικά από τα ορεινά.
Οι κότες φυσικά δεν χάνουν ευκαιρία να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις. Το νερό βγάζει απ’ τις φωλιές τους και φέρνει στην επιφάνεια πολλούς και εξαιρετικούς μεζέδες όπως σκουλικάκια και σπόρους.
Οι βασίλισσες την περίοδο αυτή κόβουν τον ρυθμό που γεννούν και έτσι πέφτουν λίγο οι πληθυσμοί. Τα μελίσσια πάντως έχουν συλλέξει και αποθηκεύσει γύρες στα πλαίσια. Θα παραμείνουμε εδώ μέχρι και τα μέσα περίπου του Σεπτέμβρη. Εποχή κατά την οποία θα μετακινηθούμε στα ορεινά για ρείκι και κουμαριά. Μέχρι τότε θα παρακολουθούμε τους πληθυσμούς των μελισσιών και θα προετοιμαστούμε για τις πολύ σημαντικές φθινοπωρινές ανθοφορίες.
Αφήνοντας τις καστανιές…
Έπειτα από σχεδόν έναν μήνα στα καστανοδάση της Πίνδου, στις πλαγιές του Ξυροβουνίου, ήρθε η ώρα να κινηθούμε για άλλες ανθοφορίες. Προσωπικά δεν θυμάμαι, τα τελευταία τουλάχιστον 15-20 χρόνια, τόσο άστατο και απρόβλεπτο καιρό. Οι βροχές κράτησαν μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη, καταστρέφοντας ολοκληρωτικά όλα μας τα σχέδια…
Κατά την επιθεώρηση στα καστανοδάση της Πίνδου, στις πλαγιές του Ξυροβουνίου.
Ο στόχος μας ήταν αρκετά φιλόδοξος αλλά όχι και ακατόρθωτος, αρκεί ο καιρός να μην ήταν απέναντι. Να κάνουμε από 5 κυψέλες σε έναν χρόνο 30! Και μέχρι την άνοιξη, παρ’ ότι και οι πορτοκαλιές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, καταφέραμε να φτάσουμε τις 15. Αλλά από εκεί και μετά όπου κι αν πήγαμε, φύγαμε απογοητευμένοι καθώς όχι μόνο δεν κόψαμε παραφυάδες αλλά δεν αναπτύχθηκαν και ιδιαίτερα τα μελίσσια. Μετά βίας προσπαθούσαμε να κρατήσουμε τους πληθυσμούς.
Μονοπάτι που οδηγεί στο μελισσοκομείο, στα ορεινά της Ηπείρου.
Και χαμηλότερα, στους πρόποδες της Πίνδου, η ασφάκα και το παλιούρι καταστράφηκαν απ’ τον καιρό, αλλά και τώρα η καστανιά, απ’ την οποία περιμέναμε να αναπτύξει τα σμήνη, ξεπλύθηκε απ’ τις βροχές. Έτσι δεν έμεινε παρά μία τελευταία ευκαιρία πριν το κενό ανθοφορίας του Αυγούστου. Να μετακινηθούμε νοτιότερα προς τα όρη του Βάλτου στις βελανιδιές. Εκεί τα μελίσσια θα συλλέξουν μελίτωμα, το οποίο σύμφωνα με τους παλιούς μελισσοκόμους έτσι και “δώσει” μπορείς να τρυγήσεις δύο και τρεις φορές!
Τα μελίσσια λίγο πριν εγκαταλείψουν τις καστανιές.
Η βελανιδιά δίνει ένα σκουρόχρωμο πολύ αρωματικό μέλι, αλλά συνήθως στις περιοχές που φύεται υπάρχει έλλειψη γύρης. Πλέον όμως δεν έχουμε και άλλες επιλογές.
Στις βελανιδιές
Έχοντας κάνει μια τρύπα στο νερό στις πλαγιές του Ξυροβουνίου και τις καστανιές, αποφασίσαμε να μετακινηθούμε νοτιότερα στην οροσειρά της Πίνδου στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Κοντά στα Όρη του Βάλτου και τις βελανιδιές.
Δάση με βελανιδιές στους πρόποδες των Ορέων του Βάλτου.
Σε υψόμετρο σχετικά χαμηλό, κοντά στα 550 μέτρα, στα όρια των δύο νομών, συναντά κανείς το κατ΄ εξοχήν δένδρο των Δρυμών, τη βελανιδιά. Δέντρα ψηλά, αιωνόβια, ο καρπός των οποίων (βελανίδι) είναι χρήσιμος για ζωοτροφές. Η περιοχή όπου επιλέξαμε να στήσουμε το μελισσοκομείο μας, ευτυχώς ήταν εύκολα προσβάσιμη με το φορτηγό, πράγμα που έκανε την εγκατάσταση παιχνιδάκι.
Η ευκολία πρόσβασης στο μελισσοκομείο είναι μία απ’ τις βασικές παραμέτρους για την επιλογή του χώρου.
Οι ζέστες αυτής της εποχής, εδώ δεν είναι τόσο έντονες, όσο για παράδειγμα κάτω στον κάμπο. Αυτό σημαίνει ότι τα μελίσσια δεν θα αντιμετωπίσουν πολύ δύσκολες συνθήκες. Εδώ έχουμε την τελευταία ευκαιρία να αναπτύξουμε τις παραφυάδες πριν το κενό ανθοφορίας του Αυγούστου. Συνήθως στις βελανιδιές και λόγω της εποχής έκκρισης του μελιτώματος δεν υπάρχει αφθονία γυρεοδοτικών φυτών τριγύρω. Ευτυχώς όμως, τα μικρά και αδύναμα μελίσσια έχουν προηγουμένως φροντίσει να μαζέψουν αρκετά αποθέματα γύρης και απ’ τα παλιούρια και απ’ τις καστανιές.
Το μελισσοκομείο στις βελανιδιές
Το Μέλι Βελανιδιάς είναι ένα σκουρόχρωμο μέλι με ιδιαίτερη γεύση, το οποίο παράγεται από μία ρητίνη που εκκρίνει το δέντρο. Δεν είναι ιδιαίτερα γλυκό λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων, κάτι μεταξύ ανθόμελου και ελατόμελου με βότανα τού βουνού και δεν είναι πολύ διαδεδομένο στην Ελλάδα. Είναι όμως εξαιρετικά θρεπτικό καθώς είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε ιχνοστοιχεία όπως το κάλιο και το μαγνήσιο.
Τα πρώτα δείγματα των επιθεωρήσεων ήταν θετικά.
Οι πρώτες επιθεωρήσεις έδειξαν ότι η βελανιδιά άρχισε να δίνει άφθονο μελίτωμα, με αποτέλεσμα τα μελίσσια έπειτα από σχεδόν 2 μήνες στασιμότητας να αρχίσουν και πάλι να χτίζουν και να γεμίζουν τις κηρήθρες με μέλι. Σε επόμενες επιθεωρήσεις θα τοποθετήσουμε και σίτες πρόπολης ώστε να “δοκιμάσουμε” την περιοχή. Ελπίζουμε να συνεχίσει έτσι.
Στα ορεινά
Ο Ιούνης τελειώνει και δε λέει να σταματήσει να βρέχει. Στους πρόποδες του Ξηροβουνίου, η ασφάκα και τα παλιούρια έριξαν τα άνθη τους και για τα μελίσσια δεν έμεινε τίποτα πια. Είναι ο καιρός της καστανιάς τώρα και γι αυτό πρέπει να μετακινηθούμε ακόμα πιο ορεινά.
Η θέα απ’ τις ανατολικές πλαγιές του Ξηροβουνίου στην οροσειρά της Πίνδου. Στο βάθος η λίμνη του Πουρναρίου που σχηματίζει ο ποταμός Άραχθος.
Ανεβαίνοντας τις πλαγιές της Πίνδου από τους πρόποδες του Ξηροβουνίου, με κατεύθυνση βόρεια, προς τα Τζουμέρκα, συναντάμε διαδοχικά τα χωριά Γρίμποβο και Έλατο. Στα δεξιά ο ποταμός Άραχθος σχίζει τα καταπράσινα ογκώδη βουνά. Στα 600-700 μέτρα υψόμετρο, η περιοχή ανάμεσα στη Ροδαυγή και τα Πιστιανά καλύπτεται από δάση με καστανιές, βελανιδιές και πουρνάρια. Η καστανιά θεωρείται ένα απ’ τα σημαντικότερα φυτά για την ανάπτυξη των μελισσιών καθώς η γύρη της είναι ίσως η ποιοτικότερη που παράγεται στην Ελλάδα. Απ’ την άλλη οι βελανιδιές αυτή την εποχή εκκρίνουν μελίτωμα απ’ το οποίο παράγεται ένα πολύ ιδιαίτερο σκουρόχρωμο μέλι που θυμίζει αυτό της ελάτης.
Εδώ το καλοκαίρι γίνεται η γιορτή του κάστανου και του τσίπουρου. Το τσίπουρο είναι ένα άλλο κεφάλαιο γι αυτή τη περιοχή. Εδώ παράγεται το πιο εύγευστο τσίπουρο από ζαμπέλα. Απ’ την άλλη η ανθοφορία της καστανιάς λένε ότι ευνοείται όταν προηγηθούν ήπιες καιρικές συνθήκες και βροχερός καιρός. Όλα θα φανούν τις επόμενες ημέρες. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνουμε για να στήσουμε το μελισσοκομείο ήταν να καθαρίσουμε τον χώρο από τα αγριόχορτα.
Ο χώρος στον οποίο θα εγκατασταθεί το μελισσοκομείο πρέπει να καθαριστεί απ’ τα αγριόχορτα. Τα πάντα πρέπει να είναι απόλυτα σχεδιασμένα μιας και η μεταφορά γίνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.
Ο δρόμος απ’ τον οποίο θα περάσει το αυτοκίνητο, καθαρίζεται κι αυτός. Οι βροχές του χειμώνα προκαλούν μεγάλες φθορές στους δρόμους της περιοχής, καθιστώντας τους πολύ επικίνδυνους. Σταματήσαμε και παρατηρήσαμε τις καστανιές. Δεν έχουν ανοίξει ακόμα. Η ανθοφορία διαρκεί ένα δωδεκαήμερο αν το επιτρέψει ο καιρός. Οπότε δεν έχουμε αργήσει.
Ο καιρός είναι ακόμα βροχερός αν και κοντεύει να μπει ο Ιούλιος!
Όπως μαθαίνουμε απ’ τον Καθηγητή Βοτανικής & Οικολογίας Φυτών κ. Παναγιώτη Δημόπουλο, στην Πίνδο παρατηρείται η υψηλότερη οικολογική ποικιλότητα με την έννοια της διαφοροποίησης επιμέρους οικοτόπων/φυτοκοινωνιών στο εσωτερικό των δασών φυλλοβόλων δρυών που ανέρχεται σε 6 διαφορετικούς φυτοκοινωνιολογικούς τύπους βλάστησης (φυτοικοινωνίες).
Λαδανιές στις βουνοπλαγιές της Πίνδου. Κρατάνε ακόμα!
Διαπιστώσαμε ότι οι λαδανιές, οι οποίες επίσης ευδοκιμούν στην περιοχή, αντέχουν ακόμα (ανθίζουν μέσα Απριλίου με αρχές Ιούνη). Θα κρατήσουν τα μελίσσια μέχρι να ανοίξουν οι καστανιές.
Συναντήσαμε και έναν κάτοικο της περιοχής. Θα είναι πλέον ο φύλακας του μελισσοκομείου…
Ξεκινήσαμε το βράδυ λοιπόν να μεταφέρουμε τα μελίσσια. Η ζέστη όμως βγάζει τις μέλισσες έξω απ’ την κυψέλη στις πόρτες, όπου παίρνουν τον αέρα τους μέχρι αργά το βράδυ. Είναι ένας μπελάς μέχρι να τις βάλεις μέσα… Φτάνοντας στήσαμε τις βάσεις και τοποθετήσαμε τις κυψέλες. Στο σκοτάδι της νύχτας και παρά την κούραση απ’ το κουβάλημα δεν πρέπει να κάνεις το παραμικρό λάθος καθώς την επόμενη μέρα δεν μπορείς να το διορθώσεις. Οι κυψέλες δεν μπορούν να μετακινηθούν αφού εγκατασταθούν, πάνω από ένα μέτρο γιατί οι συλλέκτριες κρατούν στη μνήμη τους την ακριβή θέση της κυψέλης τους. Έτσι εάν ένα μελίσσι μετακινηθεί κάποια μέτρα, οι συλλέκτριες επιστρέφοντας θα χαθούν. Γι αυτό τα πάντα πρέπει να είναι σχεδιασμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρια από πριν. Ένα πράγμα που δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ο μελισσοκόμος μετά τη μεταφορά είναι να ανοίξει τις πόρτες! Η ζημιά που μπορεί να προκληθεί από μία τόσο απλή αμέλεια μπορεί να είναι καθολική.
Τα πάντα φαίνονται την επόμενη μέρα… Ευτυχώς όλα δείχνουν καλά. Το μελισσοκομείο εγκαταστάθηκε επιτυχώς.
Η καστανιά πέρα απ’ το άφθονο νέκταρ και την εξαιρετικής ποιότητας γύρη, δίνει και μελιτώδεις εκκρίσεις από την αφίδα Myzocallis castanicola, οι οποίες ξεκινούν από τον τον Μάιο και φτάνουν μέχρι και τον Ιούλιο.
Το μελισσοκομείο στα ορεινά καστανοδάση της Ηπείρου. Στο βάθος διακρίνονται οι κορυφές των Τζουμέρκων.
Απ’ το μελισσοκομείο η θέα είναι εξαιρετική. Μπορεί κανείς να θαυμάσει σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια την ομορφιά της φύσης, αλλά και να απολαύσει την πανοραμική θέα της κοιλάδας του Αράχθου και της απέναντι οροσειράς της Πίνδου.
Ανηφορίζοντας…
Βόρεια του νομού Άρτας, στις πλαγιές της Πίνδου βρίσκεται το Ξηροβούνι με μέγιστο υψόμετρο 1.614 μέτρα. Γι αυτό το λόγο είναι αρκετά υποτιμημένο από τους ορειβάτες και τους πεζοπόρους οι οποίοι προτιμούν τα ψηλότερα Γράμμο, Τύμφη, Κακαρδίτσα και Τζουμέρκα. Για εμάς τους μελισσοκόμους όμως, ειδικά αυτήν την περίοδο που όπως συνηθίζουμε να λέμε υπάρχει κενό ανθοφορίας, είναι ιδανικό μέρος.
Όπως φαίνεται και απ’ το όνομά της η περιοχή αυτή είναι πιο ξερή, με φρυγανική βλάστιση. Στους πρόποδες του Ξηροβουνίου οι πλαγιές είναι γεμάτες ασφάκες και παλιούρια. Αυτήν την εποχή είναι ανθισμένες επίσης και οι βατομουριές ενώ πάντα θα υπάρχουν και τα αγριοράδικα με τα γαϊδουράγκαθα να δίνουν στα μελίσσια γύρη.
Το μελισσοκομείο στους πρόποδες του Ξηροβουνίου, στην οροσειρά της Πίνδου
Αφού εγκατασταθήκαμε, διαπιστώσαμε δυστυχώς ότι οι βροχές του Μαΐου, μέσα σε 2-3 μέρες, έριξαν το άνθος της ασφάκας και ξέπλυναν το νέκταρ από το παλιούρι. Ίσως έπρεπε να έχουμε ανηφορίσει νωρίτερα…
Το μελισσοκομείο στους πρόποδες του Ξηροβουνίου, στην οροσειρά της Πίνδου
Ο καιρός φέτος δεν έχει πάει καλά. Οι βροχές και οι αέρηδες κατά τη διάρκεια των ανθοφοριών έκαναν μεγάλη ζημιά στα φυτά και αυτά με τη σειρά τους δεν απέδωσαν. Ελπίζουμε από εδώ και πέρα τα πράγματα να πάνε καλύτερα στα καστανοδάση ψηλότερα στα μέσα του Ιουνίου. Μέχρι τότε θα αφήσουμε τα μελίσσια να ξεκουραστούν.
Κοπάδι προβάτων στους πρόποδες του Ξηροβουνίου, στην οροσειρά της Πίνδου
Περιμένοντας λοιπόν τον καιρό να γίνει ευνοϊκότερος, συναντήσαμε τον κυρ Μήτσο με την κυρά του. Νομάδες κτηνοτρόφοι, βόσκουν τα πρόβατά τους κοντά στο μελισσοκομείο μας. Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που συναντήσαμε στην ερημική αυτή περιοχή. Ο κυρ Μήτσος μας είπε ότι σε λίγες μέρες θα κινήσει για τα πιο ορεινά στα 1040 μέτρα υψόμετρο προς τη Φανερωμένη μια περιοχή με 160 περίπου κατοίκους. Προθυμοποιήθηκε μάλιστα να μας δείξει τα μέρη εκεί που έχουν πολύ θρούμπι, ρίγανη και θυμάρι. Νομάς και αυτός που βόσκει πρόβατα, νομάδες και εμείς που βόσκουμε μέλισσες… κατά μία έννοια συνάδελφοι.
Άποψη του κάμπου της Άρτας απ’ τις πλαγιές του Ξηροβονίου. Στο βάθος διακρίνεται η Φιλιππιάδα.
Εδώ έλαβαν χώρα δύο ιστορικές μάχες. Η πρώτη κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και η δεύτερη και πιο σφοδρή κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ενώ λίγο χαμηλότερα σώζονται λείψανα φρουρίου κλασικών-ελληνιστικών χρόνων.
Αφήνοντας τον κάμπο
Καιρός για φεύγα.
Σαν “σχολάσει” ο κούρος και το ξελογάριασμα, οι στάνες συντάζονται για τα βουνά. Τα στερφοζύγουρα έχουν καιρό τώρα φευγάτα και τα χαμπέρια απ’ τα χωριά είναι καλά. Ο καιρός “πααίνει” βρεχούμενος, τα χιόνια τα έχει φάει ο νοτιάς κι ο ήλιος του Μαΐου. Τα πρόβατα δεν “κολλάνε” πια το χορτάρι του κάμπου που ξεσταχυάζει και στρίβει γιατί νείρεται το παστρικό και νιοφύτρωτο ημεράδι των σπανών, τα γαλάρια λιγοστεύουν το γάλα, τα κατσίκια “βαράνε πίσω”, δεν τους πιάνεται η βοσκή γιατί η ζέστη γίνεται αβάσταχτη. Είναι η εποχή που οι αυτοεξόριστοι νομάδες της Πίνδου κινούν για τα βουνά.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καρατζένη “Οι Νομάδες Κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων”
Μετά το τέλος της ανθοφορίας των εσπεριδοειδών έρχεται η ώρα να ανηφορίσουμε και εμείς για τα ορεινά καθώς εδώ στα χειμαδιά δεν υπάρχει τίποτα πλέον για τις μέλισσες. Πριν όμως αρχίσουμε να περιγράφουμε τις περιπέτειες μας στις αετοκορφές της Πίνδου, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στον κάμπο που μας φιλοξενεί τον δύσκολο χειμώνα. Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον τόπο απ’ τον οποίο παράγεται το ανοιξιάτικο ανθόμελο.
Το 81% του εδάφους, του νομού Άρτας είναι ορεινό και μόλις το 18% πεδινό. Παρ’ όλα αυτά η πεδιάδα της Άρτας είναι η μεγαλύτερη πεδιάδα της Ηπείρου. Η Ήπειρος είναι ένα κυρίως ορεινό γεωγραφικό διαμέρισμα.
Εδώ καλλιεργείται κυρίως πορτοκάλι, μανταρίνι και ακτινίδιο. Η παραγωγή πορτοκαλιών αγγίζει τους 190.000 τόνους ετησίως. Τα χωριά του κάμπου υπήρξαν για αιώνες παραγωγοί και τροφοδότες της γύρω περιοχής καθώς στα ορεινά οι άνθρωποι λόγω της μορφολογίας του εδάφους ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία.
Περιβόλι με πορτοκαλιές στους Κωστακιούς Άρτας
Οι καλλιέργειες, εναλλάσσονται με θαμνοφράχτες και διάσπαρτα δασύλλια από αιωνόβιες βελανιδιές, φράξους και φτελιές, σχηματίζοντας μαζί με τη βλάστηση των καναλιών, ένα πολύτιμο δίκτυο φυσικών φραχτών όπου καταφεύγει η άγρια ζωή και όπως είναι φυσικό και οι μέλισσες.
Ο Άραχθος ποταμός διασχίζει ολόκληρο τον κάμπο της Άρτας
Ο Άραχθος που πηγάζει από την βόρεια Πίνδο σε υψόμετρο 1.700 μ. και εκβάλλει στον Αμβρακικό κόλπο, χώριζε κάποτε την Ελλάδα απ’ την Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά την τουρκοκρατία, οι εκτάσεις της πεδιάδας ανήκαν στη Βαλιδέ Σουλτάνα, δηλαδή τη μητέρα του ηγεμονεύοντος σουλτάνου και ονομαζόταν “γλυκιά πεδιάδα”.
Το γεφύρι
Εδώ υπάρχει φυσικά και το πιο γνωστό –ίσως– γεφύρι του ελληνικού χώρου. Πρέπει να κτίστηκε στα 1606 ή, κατ’ άλλους, στα 1602. Ο θρύλος λέει ότι ένας μπακάλης, ο Γιάννης Θιακογιάννης, ο Γατοφάγος, ταλαιπωριόταν αφάνταστα κάθε μέρα καθώς το σπίτι του ήταν στη μια πλευρά του ποταμού και το μαγαζί του στην άλλη. Κάποτε, παρουσιάστηκαν εκεί Αλγερινοί πειρατές, οι οποίοι είχαν ληστέψει έναν έμπορο αλλά το μόνο που του βρήκαν ήταν κάποια πιθάρια με λάδι και προσπάθησαν να τα πουλήσουν στους ντόπιους για να τα ξεφορτωθούν. Ο Θιακογιάννης αγόρασε αρκετά και όταν το πρώτο πιθάρι άδειασε διαπίστωσε ότι στον πάτο του υπήρχε χρυσάφι το οποίο δεν είχαν αντιληφθεί οι πειρατές. Έτσι ξαφνικά, ο Θιακογιάννης ο Γατοφάγος έγινε πλούσιος και το πρώτο που σκέφτηκε, ήταν να φτιάξει ένα γεφύρι, για να μπορεί να περνά το ποτάμι χωρίς δυσκολία.
Προσέλαβε 1.300 χτίστες και εξήντα μαθητές και ρίχτηκαν με τα μούτρα στη δουλειά. Ξεκινούσαν με το ξημέρωμα και σταματούσαν μόλις ερχόταν το σκοτάδι. Όμως, την επόμενη μέρα, έπρεπε να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή καθώς «ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν», ώσπου μια μέρα ένα πουλί κάθισε στα θεμέλια κι άρχισε να τραγουδά με ανθρώπινη λαλιά:
«Μαστόροι που το φτιάνετε, αυτό ’ναι τ’ αργυρό γεφύρι.
Αν δεν στοιχειώσετ’ άνθρωπο, γιοφύρι δεν στεργιώνει,
Μουδ’ άνθρωπον από γιαπί, μουδένα αν διαβάτη
Μόνο του πρωτομάστορη να πάρτε την γυναίκα».
Ο πρωτομάστορας πίστεψε ότι το πουλί ήταν άγγελος μεταμορφωμένος και έστειλε ένα μαθητή να φέρει τη γυναίκα του την οποία έχτισαν στα θεμέλια. Στο εξής, κάθε πρωί έβρισκαν το κτίσιμο στο σημείο που το είχαν αφήσει την προηγουμένη. Σε τρία χρόνια τέλειωσαν.
Η τεχνητή λίμνη της Άρτας στο παραποτάμιο πάρκο, που δημιουργήθηκε λόγω του φράγματος είναι ένα σπάνιας ομορφιάς μέρος όπου ζουν χήνες, πάπιες αλλά και κυπρίνοι.
Οι λιμνοθάλασσες του κάμπου
Στον Αμβρακικό κόλπο υπάρχουν τουλάχιστον 20 ακέραιες λιμνοθάλασσες, ουσιαστικά είναι μια μικρογραφία της Μεσογείου. Μια περιοχή με απάνεμους κολπίσκους, ατέλειωτους καλαμιώνες, βάλτους, έλη, κατάφυτα τοπία, αλλά και γραφικά ψαροχώρια. Ένας τόπος που δεν φημίζεται τόσο για τις ελκυστικές παραλίες του όσο για το σημαντικό οικοσύστημα που φιλοξενεί.
Ψαρόβαρκες στο λιμάνι της Σαλαώρας
Το καλοκαίρι εισβάλλουν από το Ιόνιο οι σαρδέλες και τα δελφίνια. Υπάρχει όμως ένα πλήθος μορφών ζωής που βρίσκει καταφύγιο εδώ. Ένας παράδεισος σπάνιων πουλιών (το ιδανικό μέρος για Βird watching) όπως ο λευκοτσικνιάς, ο αργυροτσικνιάς, ο κορμοράνος, το φοινικόπτερο (φλαμίνγκο), ο αγριόκυκνος, ο αργυροπελεκάνος και φυσικά ο ήταυρος απ’ το μούγκρισμα του οποίου έχουν δημιουργηθεί θρύλοι και παραδόσεις. Εδώ διαχειμάζει περίπου το 1/3 του συνολικού πληθυσμού των υδρόβιων πουλιών της χώρας μας.
Φοινικόπτερα (φλαμίνγκο) στις όχθες της λιμνοθάλασσας της Ροδιάς στο Εθνικό Πάρκο Υγροτόπων Αμβρακικού
Το μοναδικό κατοικημένο νησάκι του Αμβρακικού είναι η Κορωνησία, ένα γραφικό ψαροχώρι στο οποίο πας οδικώς μέσα από έναν δρόμο ο ποίος βρέχεται και απ’ τις δύο πλευρές. Το αυτοκίνητο μοιάζει να γλιστρά πάνω στον υγρό καθρέφτη, ενώ τριγύρω το καταπράσινο τοπίο και οι ψαρόβαρκες και τα είδωλά τους που ζωγραφίζουν το νερό δημιουργούν ειδυλλιακές εικόνες. Εδώ γίνεται η Γιορτή της Σαρδέλας.
Κατά τα τέλη του φθινοπώρου, μια «χελοβραδιά», όταν το φεγγάρι βρίσκεται στο τελευταίο τέταρτό του, τα χέλια που έχουν ενηλικιωθεί εδώ ξεκινούν το απίστευτο ταξίδι της επιστροφής από το άνοιγμα του Αμβρακικού μέχρι τον βόρειο Ατλαντικό που διαρκεί 1 χρόνο.
Ο Ρότζερ Μουρ στην ταινία του Τζέιμς Μποντ «Για τα μάτια σου μόνο» που γυρίστηκε στην Ελλάδα έλεγε σε ένα σημείο «Γαρίδες; Ναι, αλλά Αμβρακικού» Και πράγματι οι γαρίδες του κόλπου είναι ιδιαίτερες!
Το μοναστήρι της Παναγίας της Ροδιάς στις όχθες του Αμβρακικού
Σε μια όχθη του Αμβρακικού βρίσκεται η Παναγιά της Ροδιάς, ένα μοναστήρι που πρωτοχτίστηκε το 970 μ.Χ. , όταν στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Ιωάννης Τσιμισκής. Και απ’ έξω το καθολικό του μεταβυζαντινού μοναστηριού με τον κυλινδρικό τρούλο είναι ιδιαίτερο, όμως μέσα ο επισκέπτης που θα ανοίξει τη διπλοασφαλισμένη πόρτα του θα βρεθεί κάτω από τον χρωματικό καταρράκτη, ασυνήθιστο στην αυστηρή ορθόδοξη ζωγραφική. Εδώ τον Δεκαπενταύγουστο γίνεται αξέχαστο πανηγύρι.
Ήρθε η ώρα λοιπόν να ανηφορίσουμε μαζί με τα μελίσσια και εμείς όπως και οι κτηνοτρόφοι. Για όλους μας είναι μια στιγμή χαράς και ενθουσιασμού. Για τους κτηνοτρόφους γιατί γυρίζουν πίσω στα χωριά τους και για εμάς γιατί τώρα ξεκινούν οι ανθοφορίες για τις οποίες ετοιμαζόμαστε όλη τη χρονιά. Συνάμα όμως σ’ αυτήν την περιοχή οι μέλισσες συλλέγουν το ανοιξιάτικο ανθόμελο της πορτοκαλιάς με το ιδιαίτερο άρωμα και γεύση.
πηγές από: wikipedia, Το Βήμα, Έθνος















