Η Αγριοκρανιά (Cornus sanguinea)

Η Αγριοκρανιά, γνωστή και ως Βυζοκρανιά, Μαυροβέργι, Μαυροβέργια, Θηλυκράνεια, είναι ένας ιθαγενής φυλλοβόλος θάμνος της Ευρώπης, ο οποίος συναντάται συχνά στην ελληνική ύπαιθρο, σε ημιορεινές και δασικές περιοχές, κυρίως της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας.

Ανήκει στην οικογένεια Cornaceae και σε πλήρη ανάπτυξη φτάνει τα πέντε μέτρα, ενώ η διάμετρος του τα τρία μέτρα. Οι βλαστοί του φυτού είναι λεπτοί, ευλύγιστοι και ισχυροί, ενώ το φθινόπωρο αποκτούν ένα έντονο έρυθρο-καστανό χρώμα το οποίο διατηρούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Έχει εξαιρετική αντοχή στις ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού καθώς και στο ψύχος και τον παγετό. 

Η Αγριοκρανιά λειτουργεί υποστηρικτικά στη μελισσοκομία καθώς δεν συγκαταλέγεται στα κύρια μελισσοκομικά φυτά, ωστόσο, η συμβολή της δεν είναι αμελητέα. Δίνει νέκταρ, αλλά σε μέτριες ποσότητες, η παραγωγή του οποίου εξαρτάται από τη θερμοκρασία και την ηλιοφάνεια κατά την περίοδο ανθοφορίας αλλά και την υγρασία του εδάφους. Την Αγριοκρανιά επισκέπτονται και διάφορα είδη άγριων μελισσών.

 

Προσφέρει επίσης ποιοτική γύρη, σε σχετικά καλές ποσότητες, η οποία είναι σημαντική για την ενίσχυση του γόνου κατά την άνοιξη. Η γύρη της είναι ανοιχτού κίτρινου ή μπεζ χρώματος και θεωρείται πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα. Η ανθοφορία της ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου και φτάνει μέχρι και τις αρχές Ιουνίου.

Η αγριοκρανιά έχει βαθιές ρίζες στον λαϊκό πολιτισμό, ιδιαίτερα στις αγροτικές κοινότητες. Το ξύλο της είναι εξαιρετικά σκληρό και χρησιμοποιούνταν για καμάκια, κοντάρια, καρφιά και εργαλεία. Εξαιτίας αυτής της ιδιότητας, συνδέθηκε με σκληρότητα και «ανθεκτικότητα» στη λαϊκή σοφία. Γενικότερα το ξύλο του γένους Cornus ήταν περιζήτητο για την κατασκευή πολεμικών εργαλείων λόγω της υψηλής πυκνότητας και αντοχής του.

Η αγριοκρανιά χρησιμοποιούνταν σε φυσικά όρια κτημάτων λόγω της ανθεκτικότητας και της πυκνής κόμης της. Οι καρποί της αποτελούν βασική τροφή για πολλά είδη πουλιών, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Συμπερασματικά αν και δεν συγκαταλέγεται στα κύρια μελισσοκομικά φυτά, ωστόσο διαδραματίζει σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο στο οικοσύστημα και στη διατροφή των μελισσών.

Βίκα η μεγαλόανθος

Η Vicia grandiflora Scop. (είδος αγριόβικου) γνωστή και ως «Βίκα η μεγαλόανθος», είναι ένα ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό της οικογένειας Fabaceae, αυτοφυές σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας. Στην Ελλάδα απαντάται ευρέως σε χέρσες εκτάσεις, άκρες δρόμων και ελαφρώς καλλιεργούμενες περιοχές. Βοηθάει στην ανοιξιάτικη ανάπτυξη των μελισσών, ιδιαίτερα σε περιοχές με φτωχή φυσική χλωρίδα.

Τα χαρακτηριστικά απρο-κίτρινα, έντονα άνθη της εμφανίζονται από Απρίλιο έως και Ιούνιο, προσφέροντας ζωτικό πρώιμο νέκταρ και γύρη. Το φυτό φτάνει σε ύψος 30–70 cm και προτιμά ηλιόλουστες θέσεις με μέτρια υγρασία. Ανήκει στα ψυχανθή που σχηματίζουν συμβιωτική σχέση με αζωτοδεσμευτικά βακτήρια (Rhizobium spp.), βελτιώνοντας την ποιότητα του εδάφους στο οποίο αναπτύσσονται.

Μελισσοκομική Αξία

Η Vicia grandiflora είναι ελκυστική για τις μέλισσες, ιδιαίτερα κατά τις πρωινές ώρες και παρότι δεν κατατάσσεται στα φυτά υψηλής νεκταροέκκρισης, παράγει επαρκείς ποσότητες νέκταρος για να διατηρεί την κινητικότητα των συλλεκτριών.

Η γύρη της είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Αν και απουσιάζουν άμεσες χημικές αναλύσεις για το συγκεκριμένο είδος, μελέτες σε συγγενικά είδη του γένους (Vicia sativa, V. villosa) δείχνουν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (>20%) και βασικά αμινοξέα (βλ. Roulston et al., 2000). Αυτή η γύρη χαρακτηρίζεται από υψηλή βιολογική αξία για την εκτροφή γόνου.

Η Vicia grandiflora προτείνεται ως φυτό αγρανάπαυσης, είτε σε καθαρές σπορές είτε σε μίγματα με άλλα ψυχανθή (π.χ. Trifolium spp.), για τη δημιουργία μελισσοκομικών βοσκοτόπων. Μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς απαιτήσεις σε νερό ή λίπανση, λειτουργώντας ως βιώσιμη παρέμβαση χαμηλού κόστους.

Έχει αρκετά οικολογικά και αγρονομικά οφέλη καθώς βελτιώνει τη δομή του εδάφους μέσω αζωτοδέσμευσης, συμβάλλει στη βιοποικιλότητα του τοπίου, λειτουργεί ως προστατευτικό κάλυμμα κατά της διάβρωσης, ενώ παρουσιάζει χαμηλές απαιτήσεις καλλιέργειας, ευνοώντας φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές.

Οι «μακρυμούστακες» άγριες μέλισσες

Καθώς προσπαθούσα να φωτογραφίσω το φυτό εντόπισα στο άνθος της και μία άγρια μέλισσα, του είδους Eucera (εικόνα 1). Ανοίκει στην ίδια οικογένεια με τη γνωστή μας μελιτοφόρα μέλισσα (Apis Mellifera), αλλά είναι αρκετά διαφορετική. Ξεχωρίζουν από τους πολύ μακριούς “μουστάκες” (κεραίες) – χαρακτηριστικό γνώρισμα του γένους και λατρεύουν τους βίκους. Έχουν την ικανότητα να πετούν σε πιο χαμηλές θερμοκρασίες από τις Apis mellifera, και συχνά πιο κοντά στο έδαφος.

Μακρυμούστακη αγριομέλισσα του γένους Eucera.

Σε αντίθεση με τις μελιτοφόρες μέλισσες οι μακρυμούστακες αγριομέλισσες είναι μοναχικές. Κάθε θηλυκό κατασκευάζει μόνο του τη φωλιά του, χωρίς κοινωνική δομή ή βασίλισσα. Συνήθως στο έδαφος, σε αμμώδη ή χαλαρά εδάφη. Οι θηλυκές ανοίγουν κάθε άνοιξη υπόγειους θαλάμους όπου τοποθετούν αποθέματα γύρης και αυγά.

Πολλά είδη του γένους Eucera είναι ειδικοί επικονιαστές (oligolectic bees) με σαφή προτίμηση στα ψυχανθή (π.χ. Vicia, Lathyrus, Trifolium). Ειδικοί επικονιαστές ή ολιγολεκτικές μέλισσες (oligolectic bees) ονομάζονται οι μέλισσες που συλλέγουν γύρη μόνο από έναν περιορισμένο αριθμό φυτικών ειδών, συνήθως εντός ενός μόνο γένους ή φυτικής οικογένειας. Έτσι έχουν κρίσιμο ρόλο σε συγκεκριμένες φυτοκοινωνίες, αφού είναι αποκλειστικοί ή κύριοι επικονιαστές.

Οι μακρυμούστακες αγριομέλισσες σκάβοντας στο έδαφος για να φτιάξουν τη φωλιά τους, συμβάλουν αερισμό του εδάφους αναστέλλοντας την πυκνότητα του, βοηθώντας το να παραμένει πιο αφράτο και πιο εύκολα διαπερατό για το νερό και τα θρεπτικά συστατικά.

Δάφνη (Laurus nobilis)

Η Δάφνη (Laurus nobilis), γνωστή και ως βαγιά, δάφνη, δαφνολιά και φυλλάδα είναι ένα αειθαλές αρωματικό φυτό που απαντάται αυτοφυές στην Ελλάδα, ενώ καλλιεργείται συχνά και ως καλλωπιστικό. Από μελισσοκομική σκοπιά, θεωρείται αξιόλογο φυτό, καθώς προσφέρει τόσο νέκταρ όσο και γύρη στις μέλισσες, συμβάλλοντας στην υποστήριξη των μελισσιών, ιδιαίτερα σε πρώιμες ανοιξιάτικες περιόδους.

Η δάφνη ως μελισσοκομικό φυτό.

Η δάφνη ανθίζει συνήθως από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο, μερικές φορές και μέχρι τον Μάιο, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και την περιοχή. Τα άνθη της είναι μικρά, κίτρινα και εμφανίζονται σε ταξιανθίες. Η περίοδος ανθοφορίας της την καθιστά σημαντική για τις μέλισσες, καθώς συμπίπτει με την αρχή της άνοιξης, όταν τα μελίσσια χρειάζονται πόρους για την ανάπτυξη του γόνου.

Η δάφνη παράγει νέκταρ σε μέτριες ποσότητες. Δεν θεωρείται από τα φυτά με την υψηλότερη νεκταροέκκριση, όπως πχ η πορτοκαλιά, αλλά η προσφορά της είναι σταθερή και χρήσιμη, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη άλλων ανθοφοριών την ίδια εποχή. Η ποσότητα και η ποιότητα του νέκταρος εξαρτώνται από παράγοντες όπως η υγρασία, η θερμοκρασία και το έδαφος, με τις υγρές και ήπιες καιρικές συνθήκες να ευνοούν την έκκρισή του.

Η γύρη που παράγει η δάφνη είναι πορτοκαλί ή κιτρινοπράσινη στο χρώμα και θεωρείται αρκετά θρεπτική για τις μέλισσες. Είναι ιδιαίτερα πολύτιμη την άνοιξη, καθώς βοηθά στην εκτροφή του γόνου και στην ενίσχυση του πληθυσμού των μελισσιών. Η ποσότητα της γύρης είναι επίσης μέτρια, αλλά η σταθερή διαθεσιμότητά της την καθιστά σημαντική πηγή τροφής.

Το μέλι που προκύπτει από τη δάφνη, αν και πολύ σπάνια παράγεται σε καθαρή μορφή λόγω της ταυτόχρονης ανθοφορίας άλλων φυτών, έχει απαλή γεύση και αρωματικό χαρακτήρα. Η δάφνη δεν είναι από τα κύρια μελισσοκομικά φυτά που οδηγούν σε μεγάλη παραγωγή μελιού, όπως για παράδειγμα τα εσπεριδοειδή. Ωστόσο, η αξία της έγκειται στο ότι καλύπτει τις ανάγκες των μελισσιών σε μια μεταβατική περίοδο, πριν από τις μεγάλες ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές ανθοφορίες. Επιπλέον, είναι ανθεκτικό φυτό που ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και κλιμάτων, ακόμα και σε ξηρές ή παραθαλάσσιες περιοχές, γεγονός που το καθιστά διαθέσιμο σε πολλές περιοχές.

Η δάφνη στην μυθολογία.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η δάφνη έγινε το ιερό φυτό του Απόλλωνα. Υπάρχουν πολλές εκδοχές του μύθου στον οποίο εμφανίζεται, αλλά η γενική αφήγηση, που βρίσκεται στην ελληνορωμαϊκή μυθολογία, είναι ότι οφείλεται σε κατάρα που έγινε από τη σφοδρή οργή του θεού Έρως, γιου της Αφροδίτης, στον θεό Απόλλωνα (Φοίβος ), έγινε το απρόθυμο αντικείμενο του έρωτα του Απόλλωνα, ο οποίος την κυνήγησε παρά τη θέλησή της.

Η νύμφη Δάφνη, που προσπάθησε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του Απόλλωνα, μεταμορφώθηκε από τον πατέρα της, τον ποταμό Πηνειό, σε δέντρο δάφνης για να γλιτώσει. Ο Απόλλωνας, απογοητευμένος αλλά και με σεβασμό προς τη Δάφνη, όρισε το φυτό ως ιερό του, υπόσχόμενος ότι θα το τιμά αιώνια.

Στους Πυθιακούς Αγώνες, που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς προς τιμή του Απόλλωνα, δόθηκε ως έπαθλο ένα δάφνινο στεφάνι που συγκεντρώθηκε από την κοιλάδα των Τεμπών στη Θεσσαλία. Ως εκ τούτου, αργότερα έγινε συνήθεια να απονέμονται βραβεία με τη μορφή δάφνινο στεφάνων σε νικητές στρατηγούς, αθλητές, ποιητές και μουσικούς, που φοριούνται ως τετράγωνο στο κεφάλι. Ο βραβευμένος ποιητής είναι ένα γνωστό σύγχρονο παράδειγμα ενός τέτοιου βραβευμένου, που χρονολογείται από την πρώιμη Αναγέννηση στην Ιταλία.

Η δάφνη στο φαγητό.

Η δάφνη χρησιμοποιείται συχνά στη μαγειρική των οσπρίων, ιδιαίτερα στην ελληνική κουζίνα, αλλά και σε άλλες μεσογειακές και διεθνείς παραδόσεις. Τα αποξηραμένα φύλλα της προστίθενται σε συνταγές με φασόλια, φακές, ρεβίθια ή άλλα όσπρια για να δώσουν ένα διακριτικό, αρωματικό τόνο στη γεύση τους.

Πέρα από τη γεύση, υπάρχει η λαϊκή πεποίθηση ότι η δάφνη βοηθά στην πέψη των οσπρίων και μειώνει το φούσκωμα, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Η χρήση της στα όσπρια είναι μια παράδοση που κληροδοτήθηκε από την Αρχαιότητα, όπου το φυτό είχε ήδη θέση στη μαγειρική.

Κυπαρίσσι

Το κυπαρίσσι είναι ένα ψηλό κωνοφόρο, αειθαλές δέντρο που μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 30μ. Όπως όλα τα Γυμνόσπερμα, δεν σχηματίζει τυπικά άνθη, αλλά μικρούς αρσενικούς ίουλους, που φέρουν τη γύρη που διασπείρεται με τον άνεμο, και θηλυκούς κώνους. Αυτή την εποχή οι μέλισσες ίσως και λόγω έλλειψης άλλων πηγών, συλλέγουν τη γύρη του.

Σύμφωνα με το μύθο την ονομασία του την οφείλει στον Κυπάρισσο από την Κω που τον μεταμόρφωσε ο θεός Απόλλωνας σε δέντρο έτσι ώστε να παραμείνει αθάνατος, μαζί και η θλίψη του μετά από το θάνατο του αγαπημένου του ελαφιού. Έτσι σύμφωνα με αυτή την άποψη έμεινε ως πένθιμο δέντρο και φυτεύεται σε κοιμητήρια.

Από μελισσοκομικής άποψης, δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς δεν δίνει νέκταρ αλλά αποκλειστικά γύρη, χαμηλού πρωτεϊνικού προφίλ, την οποία όμως οι μέλισσες κυνηγούν καθώς την εποχή που ανθίζει (Φεβρουάριο), δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές. Παρ’ όλα αυτά οι περισσότεροι μελισσοκόμοι το συμπαθούν και συχνά θα το βρει κανείς φυτεμένο στα μελισσοκομεία, γιατί τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στο καπνιστήρι μιας και δίνουν ωραίο άρωμα, κρυώνουν τον καπνό και αποτέπουν τυχόν σπίθες που μπορεί να κάψουν τα φτερά των μελισσών.

Μέλισσες στην ελιά, δύσκολη χρονιά.

Σήμερα παρατήρησα μέλισσες σε μία βρώσιμη ελιά που βρίσκεται κοντά στο μελισσοκομείο και αυτό σίγουρα δεν ήταν καλό. Η ελιά είναι ένα καρποφόρο που δεν έχει κανένα μελισσοκομικό ενδιαφέρον μιας και το νέκταρ της δεν είναι ελκυστικό για τις μέλισσες.

Ανθίζει κατά τα μέσα Απριλίου έως και τέλος Μαΐου ανάλογα με το υψόμετρο της περιοχής. Πλησιάζοντας για να δω τι ακριβώς κάνουν οι μέλισσες στα άνθη της, παρατήρησα ότι συνέλεγαν μια κίτρινη γύρη. Λένε πως για να πάνε μέλισσες στην ελιά πρέπει να είναι απελπισμένες. Να πεινάνε και να μην υπάρχουν άλλα γυρεογόνα φυτά ανθισμένα. Χωρίς άλλες επιλογές επισκέπτονται τις αγριελιές και ορισμένες βρώσιμες ποικιλίες, όπως στη φωτογραφία.

Οι παλιοί συνήθιζαν να λένε «μέλισσες στην ελιά, δύσκολη χρονιά». Και πράγματι η φετινή χρονιά είναι μια απ’ τις χειρότερες των τελευταίων ετών, τουλάχιστον για την Δυτική Ελλάδα. Απίστευτη ανομβρία που διήρκεσε σχεδόν δύο μήνες και μάλιστα μέσα στην άνοιξη σε συνδυασμό με σκόνη που στεγνώνει το νέκταρ. Με όλη τη χορτονομή ξερή και το άνθος της πορτοκαλιάς να έχει πέσει πλέον, είναι λογικό οι μέλισσες να καταφεύγουν όπου βρουν ώστε να συντηρηθούν.

Η μουσμουλιά

Η μουσμουλιά (επιστ. Εριοβοτρύα η ιαπωνική, Eriobotrya japonica) είναι δέντρο αειθαλές, ιθαγενές της Κίνας και Ιαπωνίας, που φτάνει τα 8 μέτρα. Γνωστή και ως μεσπιλέα (Πελοπόννησος), νεσπολιά ή νοσπολιά (Κέρκυρα), δεσπολιά (Κρήτη) και μεσπιλιά (Κύπρος) έχει μεγάλα δερματώδη, σκληρά πράσινα φύλλα.

Τα άνθη της είναι λευκοκίτρινα με χαρακτηριστική ευχάριστη οσμή πικραμύγδαλου. Η ανθοφορία της ξεκινάει το Νοέμβριο και διαρκεί μέχρι και τον Γενάρη ανάλογα με την περιοχή. Θεωρείται θαυμάσιο μελισσοκομικό φυτό, μιας και ανθίζει σε μια εποχή που δεν υπάρχουν πολλές επιλογές για τις μέλισσες. Οι τελευταίες έλκονται ιδιαίτερα απ’ τα άνθη της, όμως η εκμετάλλευση της εξαρτάται από τις θερμοκρασίες της εποχής.

Η μουσμουλιά δίνει και νέκταρ αλλά και γύρη, χρώματος ωχρόλευκου ή θαμπού μπεζ. Είναι πολύ ανθεκτική στη ζέστη αλλά και το κρύο, αντέχει μέχρι και – 12 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα, ενώ έχει και γρήγορη ανάπτυξη. Στην Ελλάδα καλλιεργείται μαζί με άλλα δέντρα και σπανίως συστηματικά, όμως τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον για τη μουσμουλιά έχει αναζωπυρωθεί καθώς παράγει φρούτα (τα μούσμουλα) σε μια εποχή που υπάρχει έλλειμμα από φρέσκα φρούτα.

Τα μούσμουλα έχουν γλυκιά και πικάντικη γεύση. Τα καταναλώνουμε και ωμά και αποξηραμένα, ενώ μπορούμε να φτιάξουμε και νόστιμες μαρμελάδες αλλά και λικέρ. Η καρποφορία του δέντρου αρχίζει από τον 5ο – 6ο χρόνο. Πλήρη παραγωγή έχουμε μετά το 10ο και για περίπου 40 χρόνια.

Η ανθοφορία της κουμαριάς

Η κουμαριά (Arbutus Unedo) είναι ένας αειθαλής θάμνος που φύεται στην δυτική και νότια Ευρώπη και στη βόρειο Αφρική (εκτός από την Αίγυπτο και τη Λιβύη). Είναι απ’ τα ωραιότερα φυτά της ελληνικής χλωρίδας.

Ως σκληρόφυλλο φυτό μπορεί να επιβιώσει σε συνθήκες έντονης ηλιακής ακτινοβολίας και ξηρασίας και σε εδάφη μικρής γονιμότητας. Είναι ανθεκτική στις φωτιές και γι αυτό χρησιμοποιείται συχνά στην ανάπλαση δασικών εκτάσεων. Αναπτύσσεται σε όλη την Ελλάδα στην ζώνη των αείφυλλων – πλατύφυλλων, που εκτείνεται από υψόμετρο 100-200 μέχρι και 1.000 μέτρων.

Δεν ρίχνει ποτέ τα φύλλα της και μπορεί να φτάσει μέχρι τα 3 μέτρα. Ο καρπός της που είναι γνωστός ως κούμαρο, είναι δρύπη, σφαιρικός, σαρκώδης με μικρές κωνικές προεξοχές που τον κάνουν να μοιάζει σαν φράουλα. Το χρώμα του αρχικά είναι κίτρινο και όταν ωριμάσει γίνεται κόκκινο. Για την ωρίμανση του καρπού απαιτείται ένας περίπου χρόνος από την ανθοφορία, γι αυτό στα τέλη του φθινοπώρου συναντώνται επάνω στο φυτό συγχρόνως και άνθη και καρποί.

Τα κούμαρα αποτελούν καρπούς ιδιαίτερα σημαντικούς για την διατροφή των ζώων του δάσους, όπως των αρκούδων, των ελαφιών, των αγριόχοιρων και των πτηνών. Η κουμαριά είναι ένα απ’ τα φυτά στο οποίο θα δούμε ταυτόχρονα καρπούς και άνθη. Μάλιστα επειδή οι καρποί της ωριμάζουν για έναν χρόνο, θα δούμε συγχρόνως άνθη, άγουρους και ώριμους καρπούς.

Η ανθοφορία της κουμαριάς ξεκινάει στα μέσα Οκτωβρίου και διαρκεί συνήθως μέχρι τον Δεκέμβριο. Στις μέλισσες αρέσει να επισκέπτονται τα άνθη της κουμαριάς, Μάλιστα αυτά δεν επηρεάζονται από τις καιρικές μεταβολές, όπως είναι η βροχή και οι άνεμοι λόγω του σχήματος τους που είναι καμπανοειδές. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για ένα φυτό που ανθίζει στο τέλος του φθινοπώρου.

Ο μόνος παράγοντας που μπορεί να αποτρέψει τις μέλισσες απ’ το να συλλέξουν το νέκταρ της κουμαριάς, είναι το κρύο… Αν η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’ τους 13-14ºC δεν θα το συλλέξουν. Το μέλι που προκύπτει από την κουμαριά έχει σκουροχάλκινο χρώμα με γκριζωπές αποχρώσεις και άρωμα μέτριο έως δυνατό. Κρυσταλλώνει αμέσως, λόγω της εποχής. Ουσιαστικά λίγες μέρες μετά τη συλλογή. Είναι σύνηθες άλλωστε να κρυσταλλώνει και πάνω στα πλαίσια, γεγονός που κάνει αδύνατη τη συγκομιδή.

Αφού κρυσταλλώσει αποκτά μια βουτυρένια υφή. Έχει υπόπικρη, πολύ ιδιαίτερη γεύση που το κάνει να ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα μέλια. Ότι άλλο μέλι (π.χ. ρείκι) κι αν έχουν συλλέξει οι μέλισσες πριν, αν μπει κουμαριά μέσα στην κυψέλη θα το καλύψει σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατη η αναγνώρισή του με οργανοληπτικό έλεγχο.

Προσωπικά θεωρώ το μέλι της κουμαριάς γκουρμέ. Φυσικά δεν είναι για όλους. Υπάρχουν όμως κάποιοι συνδυασμοί στους οποίους η πικρή γεύση της κουμαριάς δε συγκρίνεται με άλλα μέλια. Για παράδειγμα αφού κρυσταλλώσει και πάρει αυτή τη βουτυρένια υφή, στο γιαούρτι μαζί με γύρη, σκέτο με βρώμη, αλλά και στο τσάι.

Παλαιότερα αρκετοί μελισσοκόμοι (θα τολμήσω να πω ακόμα και σήμερα…) δεν το συνέλεγαν γιατί ο κόσμος δεν το προτιμούσε. Επίσης παρουσιάζει μια επικινδυνότητα για τις μέλισσες και άλλοι πάλι μετέφεραν τα μελίσσια όταν άνθιζε η κουμαριά. Επειδή ανθίζει στο μεταίχμιο του ξεχειμωνιάσματος και σε περίπτωση που η θερμοκρασία πέσει απότομα, οι μέλισσες σταματούν τη συλλογή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μείνει ασφράγιστο (ανώριμο) μέλι στις κηρήθρες. Υπάρχει λοιπόν πιθανότητα αυτό το νέκταρ ουσιαστικά να υποστεί ζύμωση και να ξινίσει, προκαλώντας προβλήματα στις μέλισσες μέσα στο χειμώνα.

Έτσι προτείνεται κατά την προετοιμασία του ξεχειμωνιάσματος να αφαιρούνται τα πλαίσια με το ανοιχτό μέλι και να παραμένουν μόνο τα σφραγισμένα. Τα σφραγισμένα με κουμαριά μέλια θα αποτελέσουν εξαιρετική τροφή για το χειμώνα και θα λειτουργήσουν διεγερτικά για την βασίλισσα στις αρχές τις άνοιξης. Τα ασφράγιστα μέλια μπορούν να τρυγηθούν, να αποθηκευτούν στην κατάψυξη και αφού αναμιχθούν με νερό να χρησιμοποιηθούν την άνοιξη ως διεγερτικό για τα μελίσσια.

Κουμαρόμελο πριν και αφού έχει κρυσταλλώσει.

Αντίστοιχα αν ο καιρός το επιτρέψει και επιτευχθεί τρύγος κουμαρόμελου, τα ανοιχτά μέλια πρέπει να τρυγηθούν ξεχωριστά ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος να υποστεί ζύμωση το μέλι στο βαζάκι. Η υπόπικρη γεύση του, στην οποία οφείλει και την διεθνή ονομασία του ως “bitter honey” αποδίδεται στο γλυκοζίδιο αρβουτίνη. Το μέλι κουμαριάς εμφανίζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυφαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid).

Δενδρολίβανο: ένα σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό.

Το δενδρολίβανο (αρχ. ελλ. ἀπόσπληνος), γνωστό και ως αρισμαρί, στην Κύπρο, αλλά και ροσμαρίνι, δυοσμαρίνι, αρισμαρές, λιβανόδενδρο, λασμάρι κ.α., είναι ένας αρωματικός, αειθαλής θάμνος ο οποίος ανήκει στο γένος Ροσμαρίνος και στην οικογένεια των Χειλανθών.

Η λατινική ονομασία του φυτού Rosmarinus σημαίνει δροσιά της θάλασσας και είναι σύνθετη από τις λέξεις ros (δροσιά) και marinus (θαλάσσιος), γιατί πιστευόταν ότι το φυτό μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, αρκούμενο μόνο στην υγρασία που έρχεται από τη θάλασσα. Περιέχει τανίνη και αιθέριο έλαιο, το οποίο εξάγεται με απόσταξη κυρίως από τις κορυφές των ανθοφόρων βλαστών.

Είναι πυκνόφυλλος και πολύκλαδος θάμνος με ύψος που δε ξεπερνά τα 2 μέτρα. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, μικρά , γραμμοειδή έχουν έντονο ευχάριστο άρωμα που θυμίζει αυτό του τσαγιού και μοιάζουν με πευκοβελόνες. Τα άνθη βρίσκονται κατά ομάδες και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων. Το χρώμα τους είναι μοβ, κυανόλευκο ή και λευκό. Δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από πότισμα και μπορεί να φυτρώσει και σε βραχώδεις ορεινές περιοχές. Οι τρυφεροί βλαστοί και τα φύλλα του δενδρολίβανου χρησιμοποιούνται ως αρωματικό σε πολλά φαγητά. Στα ψητά δίνει μία ιδιαίτερη γεύση η οποία είναι ελαφρώς πικρή και λίγο καυτερή.

Θεωρείται σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό και οι λόγοι γι αυτό είναι αρκετοί. Έχει πολύ μεγάλης διάρκειας ανθοφορία, η οποία παρουσιάζει δύο μεγάλες κορυφώσεις, μία το φθινόπωρο, κατά τους μήνες Οκτώβρη και Νοέμβρη, αλλά και μία στην καρδιά της άνοιξης, τον Απρίλιο. Τα άνθη του προτιμώνται ιδιαίτερα από τις μέλισσες και γίνονται πηγή για την παραγωγή μελιού. Αυτό όμως που κάνει ακόμα πιο σπουδαία την ανθοφορία του είναι το γεγονός ότι παραμένει ανθισμένο καθ ‘όλη τη διάρκεια του χειμώνα, σε μια περίοδο που οι μέλισσες δεν έχουν άλλες επιλογές τροφής.

Το δενδρολίβανο παρουσιάζει μεγάλη ανθεκτικότητα στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες του χειμώνα, ενώ τα άνθη του δεν επηρεάζονται από τους ανέμους ή τις χαμηλές θερμοκρασίες. Ακόμη και το χιόνι και οι βροχές αλλά και ο παγετός ελάχιστα το επηρεάζουν καθώς όταν βγει και πάλι ο ήλιος προσφέρει απλόχερα τη γύρη του. Γι αυτό που είναι γνωστό όμως είναι κυρίως για το πλούσιο νέκταρ του, το οποίο δίνει ένα χρυσοκίτρινο εκλεκτό μέλι με χαρακτηριστικό άρωμα.

Για τους μελισσοκόμους που διατηρούν σταθερά μελισσοκομεία αλλά και στα μελισσοκομεία που χρησιμοποιούνται για το ξεχειμώνιασμα, το δεντρολίβανο αποτελεί μια απ’ τις πρώτες επιλογές φύτευσης. Εκτός όλων των παραπάνω, είναι γενικά χαμηλός θάμνος, και αυτό δίνει τη δυνατότητα να δημιουργηθούν μελισσοκομεία με έντονη ηλιοφάνεια, παράγοντας πολύ σημαντικός στο ξεχειμώνιασμα.

με στοιχεία από Wikipedia

Ανθυλλίς η ερμάνειος (αλογοθύμαρο, σουρούπα)

Στους πρόποδες της Πίνδου, στα πετρώδη εδάφη των γκρεμών, συναντά κανείς την περίοδο του Μαΐου – Ιουνίου έναν χαμηλό θάμνο με έντονα κίτρινα άνθη που λατρεύουν οι μέλισσες. Το φυτό Anthyllis hermanniae γνωστό και ως αλογοθύμαρο, σουρούπα, σμυρνιά, καλοκαιρινό ρείκι, αγριοφρυγανιά, κοκκωνόχορτο κ.α. είναι κοινό σε όλη την Ελλάδα, σε άγονους ημιορεινούς αλλά και πεδινούς τόπους.

Θα το συναντήσει κανείς στους πρόποδες των βουνών κοντά στα ρείκια αλλά και στις πλαγιές των νησιών πλάι στα θυμάρια. Είναι ένα είδος που βόσκεται από φυτοφάγα ζώα, αρκετά ανθεκτικό στις καιρικές συνθήκες. Το ύψος του φτάνει το ένα μέτρο και αν προηγηθούν βροχές η ανθοφορία του είναι έντονη και μπορεί να φτάσει και τον ένα μήνα.

Θεωρείται σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό καθώς δίνει άφθονο και εκλεκτό νέκταρ απ’ το οποίο προκύπτει ένα ανοιχτόχρωμο κίτρινο μέλι με υπέροχο άρωμα. Δίνει και γύρη χρώματος μπεζ βοηθώντας τα μελίσσια να αναπτυχθούν πριν τη μελιτοφορία της ελάτης και του θυμαριού. Προκαλεί την τάση στις μέλισσες να χτίσουν νέες κηρήθρες, οι οποίες μάλιστα αποκτούν ένα έντονο κίτρινο χρώμα. Τα άνθη του προσελκύουν και άλλα έντομα όπως βομβίνους και πεταλούδες.

Μετά την ανθοφορία γίνεται ξυλώδες με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στο ξηροθερμικό κλίμα του καλοκαιριού αλλά και στους ανέμους.

Ο Αρκουδόβατος

Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και εμείς ανεβαίναμε στα μελίσσια για την πρώτη επιθεώρηση στα ρείκια, όταν στη διαδρομή αντιληφθήκαμε ένα μεθυστικό, δυνατό άρωμα να αναδύεται απ’ το δάσος. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τα αφήνεις έτσι. Το φορτηγό, κόντευε τα 25 πια και πάσχιζε στην ανηφόρα. Όταν σταθμεύσαμε στην άκρη του μικρού αλλά ολάνθιστου απ’ τις ακονιζιές δρόμου, έσβησε βγάζοντας έναν ήχο ανακούφισης.

ar1

Κοντοσταθήκαμε όπως πάντα για λίγο να θαυμάσουμε τη λίμνη του Πουρναρίου, αλλά αυτή η υπέροχη μυρωδιά μας προκαλούσε να την ανακαλύψουμε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ακούγονταν οι μέλισσες να δουλεύουν. Καθώς ψάχναμε το βουητό μεγάλωνε ώσπου αντικρίσαμε αυτό το αναρριχώμενο φυτό, που δείχνει τόσο επεκτατικό που φαντάζομαι ότι οι ντόπιοι θα το μισούν. Το άρωμά του ήταν πράγματι εντυπωσιακό από κοντά, ενώ οι μέλισσες εργάζονταν εντατικά στα μικρά του άνθη.

ar2

Τα φύλλα του είναι χαρακτηριστικά δερματώδη, σε σχήμα καρδιάς και τα λευκά ρόδινα άνθη του πολύ μικρά. Αναρριχάται και πιάνεται με έλικες που έχει κάτω απ’ τους μίσχους και πλέκεται τόσο πυκνά που μπορεί να σκοτώσει και δέντρο. Είναι γεμάτο με αγκάθια και έτσι το να απαλλαγείς από το φυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Ακριβώς αυτό όμως το κάνει ιδανικό καταφύγιο για μικρόσωμα ζώα που θέλουν να προστατευτούν από θηρευτές.

ar4

Ανθίζει, ανάλογα το υψόμετρο, από τα μέσα Αυγούστου ως και τα μέσα Νοεμβρίου και δίνει κυρίως γύρη αλλά και νέκταρ. Θα το συναντήσει κανείς μέχρι και στα 1200 μέτρα. Η γύρη του είναι πάρα πολύ σημαντική. Αρκεί για να προετοιμάσει παραφυάδες για το ξεχειμώνιασμα αλλά και να ανασυγκροτήσει ταλαιπωρημένα μελίσσια στο πεύκο. Ο αρκουδόβατος (Smilax aspera) συνυπάρχει με άλλα φυτά στον υπόροφο των πευκοδασών όπου η γύρη είναι υψίστης σημασίας και δυσεύρετη.

ar3

Έχει κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι μια καλή πηγή τροφής για τα πουλιά και συχνά καρποφορεί την ίδια περίοδο με την ανθοφορία. Από τη ρίζα του φτιάχνεται η σαρσαπαρίλλα και άλλες μπίρες, καθώς και τα φυτικά ροφήματα, όπως το δημοφιλές baba roots από την Τζαμάικα.

Με στοιχεία από: pyrgostrifylias