Οι αυτόχθονες φυλές μελισσών του Ελλαδικού χώρου

Παραδοσιακά, η αναγνώριση των φυλών της A.mellifera βασίζονταν στα μορφομετρικά χαρακτηριστικά τους (Charistos et.al 2014). Μετά το 1980 αναπτύχθηκαν και βιοχημικές μέθοδοι, καθώς και μέθοδοι βασισμένες σε μοριακούς γενετικούς δείκτες, οι οποίες επέτρεψαν την διερεύνηση των διαφοροποιήσεων μεταξύ πληθυσμών σε μοριακό επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη κατανόηση της πληθυσμιακής δομής της A.mellifera, σε συνδυασμό με τις προϋπάρχουσες μεθόδους.

Όλες οι φυλές που απαντώνται στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο ανήκουν στην γενεαλογική γραμμή C (De la Rúa et.al 2009), και διακρίνονται σαφώς τόσο από την Μ (Κεντρική Ευρώπη, A.m.mellifera), όσο και από την Α (Βόρεια Αφρική, Σικελία, Μάλτα). Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρουσίαση των φυλών και των χαρακτηριστικών τους εν πολλοίς βασίζεται σε μελέτες και καταγραφές προηγούμενων δεκαετιών. Σταδιακά όμως χρόνο με τον χρόνο παρατηρείται όλο και εκτενέστερος υβριδισμός σχεδόν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, κάτι που ενδεχομένως μεταβάλλει την καθαρή εικόνα των γεωγραφικά διακριτών φυλών, και πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη. Οι κυριότερες αυτόχθονες φυλές μελισσών στον Ελλαδικό χώρο είναι:

Κεκρόπια μέλισσα (Apis mellifera cecropia)

Πρόκειται για την κυριότερη ίσως αυτόχθονη Ελληνική φυλή. Γεωγραφικά καταλαμβάνει την περιοχή της ηπειρωτικής Ελλάδος νοτίως της Μακεδονίας, και της Πελοποννήσου συμπεριλαμβανομένης. Το όνομα “Κεκρόπια μέλισσα” αναφέρεται πρώτη φορά από τον Βιργίλιο στα “Γεωργικά” ποιήματά του. Ο μοναχός Adam αναφέρεται σε αυτή ως “η Ελληνική μέλισσα”. Ο Maa (Maa T.C. 1953) την αναφέρει και ως A.m.hymettea (προφανώς από το όρος Υμηττός).

Ανήκει στην ομάδα φυλών της Κεντρικής Μεσογείου, και οι συγγενέστερες φυλές της είναι η carnica, η sicula (Σικελική φυλή) και η macedonica. Λόγω του χρώματός της παλαιότερα πιστεύονταν λανθασμένα ότι συνιστά υβρίδιο μεταξύ της ligustica και της σκουρόχρωμης A.m.mellifera της Βορείου Ευρώπης, ενώ ο Maa T.-C. την αποκαθιστά ως αυτούσια φυλή το 1953. (Ruttner 1988), (Maa T.C. 1953).

Είναι σχετικά μεγαλόσωμη μέλισσα. Ξεχωρίζει χαρακτηριστικά από τις υπολοιπες φυλές για την μακριά της προβοσκίδα (~6.6mm), κάτι που θεωρείται μεγάλο προσόν, καθώς δύναται να εκμεταλλευτεί καλύτερα κάποιες ανθοφορίες (Γούναρη- www.melinet.gr). Επίσης χαρακτηρίζεται από τον ασυνήθιστα μεγάλο ωλενικό της δείκτη (μέση τιμή 3.13, που σε κάποιους πληθυσμούς φτάνει και το 3.6), ο οποίος είναι μακράν ο μεγαλύτερος από όλες τις φυλές της A.mellifera, πλησιάζοντας αυτόν της A.m.cerana. Άλλο ένα χαρακτηριστικό που την διακρίνει είναι το σχετικά μεγάλο μήκος των πίσω ποδιών. (Ruttner 1988).

Η Κεκρόπια θεωρείται από τους μελισσοκόμους ως μια μάλλον μέτρια έως αρκετά επιθετική φυλή, σε σημείο που πολλές φορές δυσχεραίνει την εργασία στις κυψέλες. Σημαντικό χαρακτηριστικό της είναι η απροθυμία της για σμηνουργία. Επίσης της πιστώνεται και η καλή αντοχή στις ασθένειες (Υφαντίδης 1995). Δημιουργεί μεγάλους πληθυσμούς αρκετά νωρίς την Άνοιξη, κι έτσι εκμεταλλεύεται αποδοτικά τις πρώτες ανθοφορίες. Θεωρείται πολύ καλή συλλέκτρια μελιού, και καλά προσαρμοσμένη στο κλίμα και τις νομές της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος. (Υφαντίδης 1995). Επίσης την χαρακτηρίζει και ο μεγάλος βαθμός χρήσης πρόπολης, κάτι που ίσως εξηγεί την αντοχή της σε ασθένειες. (Ruttner 1988).

Μακεδονική μέλισσα (Apis mellifera macedonica)

Είναι η πιο διαδεδομένη φυλή στον Ελλαδικό χώρο με σχεδόν τα δυο τρίτα των παραγωγών να την χρησιμοποιούν. Η Μακεδονική φυλή εκτείνεται πολύ πέραν του Ελληνικού χώρου καταλαμβάνοντας σχεδόν όλη την ανατολική πλευρά της Βαλκανικής, ξεκινώντας από την Θεσσαλία και την Ήπειρο από νότο, και εκτεινόμενη μέχρι την νότιο Ουκρανία έως και την Ταυρίδα προς βορρά.

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε σε πληθυσμούς μελισσών στην Στερεά Ελλάδα, νησιά του Αιγαίου, Κύπρο και Μακεδονία (Μπουγά 2002) (Bouga et.al 2005b), γενετικά η Μακεδονική φυλή είναι η πιο απομακρυσμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες που απαντώνται στον Ελληνικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα η A.m.macedonica παρουσιάζει διακριτό απλότυπο στο mDNA από τις άλλες φυλές της έρευνας, οι οποίες μοιράζονται τον ίδιο απλότυπο (Muñoz et.al 2020). Αυτό αντανακλά φαινοτυπικά και στα μορφολογικά, συμπεριφορικά αλλά και στα παραγωγικά χαρακτηριστικά της.

Η Μακεδονική φυλή είναι πιο μικρόσωμη, και με μικρότερα φτερά, αλλά με λίγο μεγαλύτερα πόδια και με μεγαλύτερη προβοσκίδα. Επίσης εμφανίζει πλατύ μετατάρσιο, κάτι που παραπέμπει σε επιρροή εξ ανατολών. Είναι πιο λεπτοκαμωμένη από τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές φυλές, με πιο κοντό τρίχωμα. (Χατζήνα κ.α, περιοδικό “Δήμητρα” 2019) Ο ωλενικός δείκτης είναι μεγαλύτερος από την A.m.carnica, και υπάρχουν διαφορές στην νεύρωση των φτερών.

Ο χρωματισμός είναι γενικά σκουρόχρωμος, όμως με λίγο κιτρινωπό χρώμα στους τεργίτες και στον θώρακα. (Ruttner 1988). Γενικά θεωρείται πολύ ήρεμη φυλή, κάτι που σημειώνει και ο μοναχός Άνταμ (1952), σε βαθμό που, όπως αναφέρει, πολλοί μελισσοκόμοι αντί για καπνιστήρι, επιθεωρούσαν τις κυψέλες απλά με ένα κομμάτι καπνίζοντος αναμμένου μύκητα (μάλλον αναφέρεται στην γνωστή ίσκα) που τοποθετούσαν επάνω στους κηρηθροφορείς. Την παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνουν και μαρτυρίες παλαιών μελισσοκόμων, ειδικά της περιοχής της Χαλκιδικής, που εξαίρουν την ήρεμη αυτή συμπεριφορά, αναφέροντας μάλιστα ότι πολύ σπάνια θα συνέβαινε να δεχτούν τσίμπημα. (Υφαντίδης 1995).

Σμηνουργεί εύκολα, ακόμα και μετά από τους σχετικούς προληπτικούς χειρισμούς. Σε συζητήσεις με μελισσοκόμους της Μακεδονίας προτάθηκε η άποψη ότι αυτό συμβαίνει επειδή τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιήθηκαν πολύ οι αφεσμοί για τον πολλαπλασιασμό των μελισσοσμηνών, και άρα τα γονίδια που ενθαρρύνουν την σμηνουργία πλήθυναν μέσα στην γενετική δεξαμενή της macedonica. Αυτό όμως είναι θέμα για περαιτέρω διερεύνηση.

Λοιπά συμπεριφορικά χαρακτηριστικά είναι η αυξημένη χρήση πρόπολης, η μεσοπρώιμη ανάπτυξη πληθυσμών κατά την Άνοιξη η σημαντική μείωση του γόνου στο τέλος του Θέρους, η διατήρηση ισχυρών πληθυσμών κατά τον Χειμώνα και συνεπώς η καλή διαχείμαση (ακόμα και σε χώρες της Βορείου Ευρώπης, όπου δοκιμάστηκε), καθώς και η καλή συλλογή μελιού σε διαφορετικές νομές. (Ruttner 1988). Τέλος, αναφέρεται η χαμηλή τάση για λεηλασία, η εκμετάλλευση νομών σε μεγάλες αποστάσεις, ο καλός προσανατολισμός και η χαμηλή παραπλάνηση, γνωρίσματα που συνδέονται μεταξύ τους. (Υφαντίδης 1995).

Πρόσφατα πειράματα έχουν δείξει ενθαρρυντική αντοχή στην βαρροϊκή ακαρίαση, με σημαντικό ποσοστό μελισσιών να επιβιώνει και να παραμένει παραγωγικό, χωρίς σχετική θεραπεία, επί 2 και πλέον έτη (Hatjina et al 2018). Ωστόσο δείχνει να παρουσιάζει ευαισθησία στην Νοζεμίαση. (Br.Adam 1954).

Κρητική μέλισσα (Apis mellifera adami)

Πρόκειται για την ενδημική φυλή της Κρήτης, και ονομάστηκε έτσι προς τιμή του μοναχού Άνταμ (πατέρα της buckfast. A.m.), ο οποίος την μελέτησε εκτενώς και την ανέδειξε. Ταξινομήθηκε ως ξεχωριστό υποείδος από τον Ruttner το 1975, μόλις λίγα χρόνια προτού δεχτεί μεγάλη δημογραφική πίεση, σε βαθμό σχεδόν εξαφάνισης, την δεκαετία του 1980 από την βαρροϊκή ακαρίαση, που εκείνα τα χρόνια εισέβαλε στον Ελλαδικό χώρο, και στην οποία απεδείχθη αρκετά ευάλωτη. Στο πλήγμα αυτό ήρθε να προστεθεί και η ανεξέλεγκτη εισαγωγή μελισσοσμηνών άλλων φυλών από την ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως macedonica και ligustica) και η αναπόφευκτη επιμειξία με αυτές, σε βαθμό που πολλοί να υποστηρίζουν ότι η φυλή αυτή έχει πια εκλείψει.

Παρόλα αυτά οι Μπουγά, Χαριζάνης και άλλοι ερευνητές (Bouga et.al 2005b), μελετώντας φυλογενετικές σχέσεις μεταξύ πληθυσμών μελισσών από διάφορα μέρη της Ελλάδας το 2005 κάνουν αναφορά για ύπαρξη της A.m.adami στην Κάσο, τα Κύθηρα και την Ικαρία. Επίσης υπάρχει σχετική μελέτη (BADINO et al., 1988) όπου με αλλοενζυμική ανάλυση έδειξε καθαρή φυλή στην Κρήτη (Harizanis et.al 2003).

Την εποχή που ταυτοποιήθηκε ως φυλή (δεκαετία του 1970) η A.m.adami ενδημούσε στην Κρήτη. Ωστόσο και σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Κάρπαθος, Κάσος, Ρόδος, Κως, Χίος, Λέσβος) οι οικείοι πληθυσμοί των μελισσών παρουσίαζαν μεγάλη ομοιότητα με την A.m.adami, χωρίς επισήμως να έχουν ταξινομηθεί σε αυτή. Αυτό παρέμεινε ένα ανοιχτό ζήτημα, καθώς οι πληθυσμοί των προαναφερθεισών νήσων διακρίνονται σαφώς από την A.m.anatoliaca των γειτονικών Μικρασιατικών ακτών. (Ruttner 1988).

Σήμερα οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η αυτόχθονη καθαρόαιμη φυλή A.m.adami έχει εξαφανιστεί, ή έστω σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο μελετώνται τα διάφορα υβρίδιά της με πληθυσμούς που έχουν εισαχθεί στο νησί κατά τα τελευταία χρόνια (Harizanis et.al 2003).

Πρόκειται για μεγαλόσωμη και σκουρόχρωμη μέλισσα, αν και ο χρωματισμός των τεργιτών παρουσιάζει μεγάλη παραλλακτικότητα, ακόμα και σε άτομα της ίδιας κυψέλης. Ωστόσο ο θώρακας είναι σκουρόχρωμος σε όλα τα άτομα. Το τρίχωμά της έχει μεσαίο μήκος.
Έχει σχετικά μικρά φτερά για το σώμα της, και πλατιά κοιλιά, σε αντιθεση με τις υπόλοιπες φυλές της περιοχής. Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δυο κηροφόρων πλακών στον 3ο στερνίτη της κοιλίας. Ο Ωλενικός δείκτης είναι πολύ μικρός, και το σχήμα των νευρώσεων στα φτερά διαφέρει χαρακτηριστικά από όλες τις άλλες γειτονικές φυλές. (Ruttner 1988).

Πρόκειται για μια φυλή με έντονη αμυντική συμπεριφορά, όπως προκύπτει τόσο από την βιβλιογραφία, όσο και από τις διηγήσεις των παλαιότερων Κρητικών μελισσοκόμων. Ο δε μοναχός Άνταμ (Br.Adam 1954) αναφέρει ότι η συμπεριφορά αυτή γινόταν ακραία σε μελίσσια που είχαν μεταφερθεί σε ψυχρό περιβάλλον (είχε μεταφέρει ένα αριθμό κυψελών στην Αγγλία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως πηγή γενετικού υλικού για την δημιουργία της buckfast). Ωστόσο υπό ευνοϊκές συνθήκες παρουσιάζει σχετικά ήρεμη συμπεριφορά κατά τους μελισσοκομικούς χειρισμούς.

Τα ιδιαίτερα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά της φυλής σχετίζονται με το ιδιαίτερο αβιοτικό (ξηροθερμικές συνθήκες, ισχυροί άνεμοι) και βιοτικό (σοβαροί εχθροί, π.χ. σφήκες, τοπική άγρια βλάστηση) περιβάλλον του νησιού. (Ruttner 1988). Οι παλιοί Κρήτες μελισσοκόμοι την ενθυμούνται ως ιδιαίτερα παραγωγική μέλισσα.

Η αρχική Κρητική μέλισσα A.m.adami, όπως ταξινομήθηκε από τον Ruttner αποδείχτηκε ευπαθής στην βαρροϊκή ακαρίαση, προσβολή που χρεώνεται με την δημογραφική της έκλειψη. Έκτοτε στα υβρίδιά της που δημιουργήθηκαν με εισαγωγές βασιλισσών ligustica και macedonica προέκυψε πρόβλημα από προσβολή με την τραχειακή ακαρίαση (Acarapis woodi) περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι υβριδικοί αυτοί πληθυσμοί εμφάνισαν σημαντική διαφοροποίηση ως προς την αντοχή τους στην συγκεκριμένη προσβολή, με τα υβρίδια της A.m.macedonica να παρουσιάζουν αξιοσημείωτα μεγαλύτερη αντοχή από τα άλλα (Λιάκος 2018).

Καρνιολική μέλισσα (Apis mellifera carnica)

Πήρε το όνομά της από την περιοχή Καρνιόλα της Σλοβενίας, από όπου και θεωρείται ότι κατάγεται, καθώς εκεί βρίσκονται οι πιο αμιγείς πληθυσμοί. Αν και υπάρχει ως εισηγμένη φυλή στον Ελλαδικό χώρο, μπορεί να θεωρηθεί και εντόπια, καθώς υποπληθυσμός της A.m.carnica ενδημεί στα νησιά του Ιονίου.

Η A.m.carnica απαντάται στα Δυτικά Βαλκάνια, από την περιοχή του Δούναβη και προς νότο, κατά μήκος των Δαλματικών ακτών, με βόρειο όριο τις Άλπεις και τα Καρπάθια, και νότιο όριο τον Ελληνικό χώρο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η παρουσία της εκτείνεται μέχρι την νότιο Αλβανία, και στα νησιά του Ιονίου. Η φυλή που ενδημεί στα νησιά του Ιονίου είναι αυτόχθων υποπληθυσμός της A.m.carnica, παρόλο που στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές κυριαρχεί η Κεκρόπια. (Ruttner 1988) (Br.Adam 1954).

Αυτό που είναι χαρακτηριστικό στην Καρνιολική μέλισσα είναι οι πολλές γενετικές γραμμές της, οι ιδιαίτεροι τοπικοί πληθυσμοί και οι οικότυποί της. Αυτό εξηγείται από τους πολλούς διαφορετικούς τύπους περιβάλλοντος όπου έχει προσαρμοστεί ο κάθε πληθυσμός. Άρα πρόκειται για μια φυλή που παρουσιάζει σημαντική εσωτερική ανομοιομορφία, (χωρίς ωστόσο να καταργείται η ενιαία ταυτότητά της). Αυτό εμφανίζεται τόσο στην μορφολογία, όσο και στην συμπεριφορά της. (Υφαντίδης 1995).

Θεωρείται γενικά μεγαλόσωμη μέλισσα. Ο χρωματισμός της ποικίλλει, ακόμα και εντός των τοπικών πληθυσμών, ωστόσο είναι γενικά σκουρόχρωμος. Χαρακτηρίζεται από φαρδιά κοιλιά, κοντό τρίχωμα και υψηλό ωλενικό δείκτη. Επίσης έχει και χαρακτηριστικό σχήμα νευρώσεων στα φτερά. Συγγενεύει μορφολογικά (αλλά και γενετικά) με την cecropia και την macedonica, με την πρώτη όμως να διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερη προβοσκίδα, και την δεύτερη να έχει λεπτότερο σώμα και χαμηλότερο ωλενικό δείκτη. (Ruttner 1988).

Η A.m.carnica «κόβει» τον γόνο νωρίς το Φθινόπωρο, και αρχίζει πάλι στις αρχές της Ανοίξεως, οπότε και η ανάπτυξη του σμήνους γίνεται με ταχείς ρυθμούς. Κατά την θερινή περίοδο η ποσότητα του γόνου εξαρτάται από την διαθέσιμη τροφή. Γενικά είναι πολύ καλή στην διαχείμαση.

Είναι γενικά ήρεμη μέλισσα, και δεν δημιουργεί πρόβλημα στους χειρισμούς. Χρησιμοποιεί πολύ μικρή ποσότητα πρόπολης. Γενικά έχει έντονη τάση για σμηνουργία, η οποία όμως είναι μικρότερη στους νότιους οικότυπους της φυλής.

Έχει καλή αντίληψη προσανατολισμού και πολύ χαμηλή τάση για παραπλάνηση, ακόμα και όταν πρέπει να βρει την κυψέλη της ανάμεσα σε πολλές κοντινές. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί σχήματα, σχετικές θέσεις και ορόσημα, ενώ δείχνει να μην βασίζεται στο χρώμα. (Υφαντίδης 1995).

Συλλέγει σε μεγάλες αποστάσεις, και αναλόγως έχει προσαρμόσει και τον δονούμενο χορό της εργάτριας. Με αυτό σχετίζεται και η απροθυμία της για λεηλασία. Χωρίς να θεωρείται ιδιαίτερα παραγωγική σε σχέση με τις περισσότερες φυλές του Ελλαδικού χώρου, ωστόσο είναι πιο παραγωγική από την A.m.mellifera της Κεντρικής Ευρώπης (Γούναρη- www.melinet.gr), (Ruttner 1988). Δείχνει να έχει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα σε ασθένειες του γόνου (Br.Adam 1954).

Υβριδισμός πληθυσμών, βιοποικιλότητα, και προβλήματα

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο, αναφορικά με τις φυλές των μελισσών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ο έντονος υβριδισμός που παρατηρείται. Αυτός οφείλεται, ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, σε δυο κύριους λόγους, α) την νομαδική μελισσοκομία, με μετακινήσεις και επαφές μελισσιών διαφορετικών φυλών μεταξύ των και β) στην εισαγωγή ξένου γενετικού υλικού, δηλ. βασιλισσών, ή και σπανιότερα ολόκληρων μελισσοσμηνών.

Ενώ αφ’εαυτού ο υβριδισμός είναι είναι φυσικό φαινόμενο, σύμφυτο του χαρακτήρα της A.mellifera, που συμβαίνει ανέκαθεν μεταξύ τοπικών πληθυσμών μελισσών στις μεταξύ τους συνορεύουσες ζώνες υβριδισμού, εμπλεκομένου του ανθρωπίνου παράγοντα αυτός καταλήγει σε επιθετικό υβριδισμό, που λαμβάνει χώρα και στο εσωτερικό των περιοχών της κάθε φυλής. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ήπια και ομαλή ροή γονιδίων μεταξύ των πληθυσμών, απαραίτητων για την διατήρηση μιας ελάχιστης γενετικής ποικιλομορφίας, ώστε υπό την επίδραση του περιβαλλοντος ομαλά να καταλήγουμε σε προσαρμοσμένους πληθυσμούς. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια απότομη μεταβολή της γενετικής σύνθεσης ενός τοπικού πληθυσμού, με βλάβη ή και απώλεια της γενετικής του ταυτότητας.

Ο υβριδισμός έχει πολλαπλές επιδράσεις στην φυλογενετική συνθεση των πληθυσμών. Από την μια αλλοιώνει την αμιγή γενετική ταυτότητα των φυλών, καμιά φορά μέχρι και εξαφανίσεως, εισάγοντας νέο γενετικό υλικό που καταλήγει να είναι εμφανές και στον φαινότυπο. Έτσι δημιουργούνται καινοφανείς πληθυσμοί με διαφορετικά μελισσοκομικά χαρακτηριστικά, όχι πάντα επιθυμητά, συνήθως με έντονη φαινοτυπική παραλλακτικότητα, αλλά και ενδεχομένως με μειωμένη ικανότητα προσαρμογής και επιβίωσης στο τοπικό περιβάλλον (Meixner et.al 2015).

Από την άλλη ο υβριδισμός μπορεί να προσδώσει και πλεονεκτήματα σε ένα πληθυσμό σε βάθος χρόνου, καθώς επιφέρει υψηλό βαθμό γενετικής παραλλακτικότητας και νέους συνδυασμούς αλληλομόρφων, τα οποία μπορεί να φανούν πολύτιμα σε ενδεχόμενες νέες εξελικτικές πιέσεις, όπως στην περίπτωση της μέλισσας buckfast.

Βιβλιογραφία – πηγές:

Οι φυλές των μελισσών στον Ελλαδικό και ευρύτερο χώρο : Πτυχιακή εργασία Γεώργιου Χατζή, Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το Ινστιτούτο Μελισσοκομίας του Hohen Neuendorf e.V.

Την ώρα που η Τουρκία φτιάχνει δάση μελιού η Ελλάδα διώκει τη μελισσοκομία !

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι οι μόνες χώρες που παράγουν πευκόμελο. Για την Ελλάδα μάλιστα η παραγωγή πευκόμελου αποτελεί το 60% της παραγωγής. Την ώρα όμως που η Τουρκία προοδεύει, στηρίζοντας έμπρακτα την παραγωγή και δημιουργώντας δάση, η Ελλάδα καίει, καταστρέφει τα ήδη υπάρχοντα και διώκει τη μελισσοκομία.

Τα τελευταία δεπέντε χρόνια στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού» με το οποίο δημιουργήθηκαν συνολικά 700 δάση μελιού! Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση (διάνοιξη δασικών δρόμων) και εγκατάσταση μελισσοσμηνών.

Οι Τούρκοι κατάφεραν με μελετημένες δενδροφυτεύσεις, από το Υπουργείο Γεωργίας και τη Δασική Υπηρεσία, να εμπλουτίσουν, ακόμα και υποβαθμισμένα δάση, όπως για παράδειγμα αυτό της Αδριανούπολης στο οποίο φύτευσαν 130.000 δέντρα, με αποτέλεσμα να αναγεννηθεί.

Κατασκεύασαν από θέσεις για μελισσοκομεία με ξύλινες βάσεις, μέχρι και ποτίστρες με νερό για τις μέλισσες, ειδικά φτιαγμένες ώστε να μην πνίγονται.

Με αυτό τον τρόπο και μέσα σε μια δεκαπενταετία η Τουρκία κατάφερε να ανέβει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα οι κυψέλες εντάσσονται στο νόμο περί αυθαιρέτων, η μελισσοκομία διώκεται και η Εύβοια αφέθηκε να καεί. Οι Δασικές Υπηρεσίες, η Πολιτική Προστασία, η Αστυνομία και η Πυροσβεστική αντί να διευκολήνουν τους παραγωγικούς κλάδους, όπως γίνεται στη γείτονα χώρα, εκδίδουν απαγορευτικές διατάξεις, αυθαίρετα, παραβιάζοντας ισχύοντες νόμους.

Οι Δασικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα αντί να δημιουργήσουν χώρους για τα μελίσσια, δεδομένου ότι και η παρουσία των μελισσών στα δάση είναι επιτακτική, καθώς το 86% των δασικών ειδών επικονιάζεται από αυτές, θεωρούν την κυψέλη ως αυθαίρετο και εφαρμόζουν το νόμο για τους καταπατητές (998/1979), στέλνοντας «προσκλήσεις κατεδάφισης των μελισσιών» ακόμα και σε ερευνητικά μελισσοκομία όπως αυτό του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων.

Παράλληλα είδαμε την Εύβοια, όπου βρίσκονταν το ένα απ’ τα τρία μεγάλα πευκοδάση της χώρας, να αφήνεται στην τύχη του να καεί απ’ άκρη σ’ άκρη και την ασύλληπτη καταστροφή απ’ τις πυρκαγιές στη Ρόδο αλλά και στον Έβρο. Η παρακμή είναι διάχυτη. 

Το Χρηματιστήριο Ρύπων, η διαχείριση των δασών από ιδιώτες και η εκδίωξη των μελισσοκόμων

Στο νέο project του Χρηματιστηρίου ρύπων για τα δάση εναποθέτει τη χρηματοδότηση του σχεδίου διαχείρισης του δασικού πλούτου της χώρας, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.


Η διαχείριση των δασών ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες θα επιδοτούνται από το κράτος για την απόληψη δασικής βιομάζας. Η επιδότηση θα προκύπτει από τις εγκεκριμένες διαχειριστικές μελέτες, με κριτήριο υποτίθεται την προστασία και την ανάπτυξη των δασικών οικοσυστημάτων. Όσο πιο δύσκολη είναι η απόληψη της βιομάζας και όσο περισσότερο συνεισφέρει στην πρόληψη, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η επιδότηση. Θα παρέχεται ετησίως, με βάση τα τιμολόγια πώλησης της απολαμβανόμενης βιομάζας.

Πρακτικά ο στόχος είναι τα carbon credits, δηλαδή τα έσοδα απο τα δικαιώματα εκπομπών να χρηματοδοτήσουν σημαντικό τμημα της πρόληψης και προστασίας των δασών. Το χρηματιστήριο θα αφορά τους πρόσθετους τόνους διοξειδίου του άνθρακα που θα απορροφούνται στα διαχειριζόμενα δάση. Οι διαχειριστές του δάσους θα πιστοποιούνται για την ποσότητα των όγκων διοξειδίου του άνθρακα που καταφέρνουν να απορροφήσουν, και την οποία μετά θα πωλούν σε ρυπαίνουσες επιχειρήσεις που θέλουν να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, μεταξύ των οποίων διυλιστήρια και ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Αντί λοιπόν να μειώσουμε τις εκπομπές ώστε να περιορίσουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στήνουμε μία πανευρωπαϊκή μπίζνα μέσω της οποίας εμπορευματοποιούμε την κλιματική κρίση και πουλάμε δικαιώματα άνθρακα μέσω χρηματιστηρίου σε ρυπογόνες βιομηχανίες ώστε να μειώσουν δήθεν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, δίνοντάς τους το δικαίωμα στην πραγματικότητα να ρυπαίνουν ακόμα περισσότερο. Η κλιματική κρίση όπως και κάθε κρίση μετατρέπεται από το καπιταλιστικό σύστημα σε μια ακόμα ευκαιρία για κέρδος, ταΐζοντας παράλληλα και τους κάθε λογής αρνητές της κλιματικής αλλαγής.

Ταυτόχρονα τα μελίσσια στο δάσος αποτελούν εμπόδιο για τις εργασίες αυτές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει φέτος ένα πρωτοφανές “πογκρόμ” ενάντια στους μελισσοκόμους για τις τοποθετήσεις των μελισσοσμηνών. Δασαρχεία, Αστυνομία και Πυροσβεστική αυθαιρετούν στα όρια της παρανομίας ώστε να διώξουν τους “παρείσακτους” μελισσοκόμους απ’ τα δάση.

Αγνοούν βέβαια ότι το 86% των ειδών επικονιάζονται από τις μέλισσες (Γούναρη 2023) και ότι από τη δεκαετία του 70, με την εξάπλωση του παρασίτου Βαρρόα στην Ευρώπη όλα τα “άγρια” μελίσσια του είδους (Apis mellifera) εξαφανίστηκαν πλήρως μέσα σε τρία χρόνια από την αρχική προσβολή (Ritteretal 1983, Buchler 1990), με αποτέλεσμα όλο το βάρος της επικονίασης να πεύτει σήμερα στους μελισσοκόμους, οι οποίοι για να μην καταρεύσουν και τα δικά τους μελίσσια επεμβαίνουν τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο με θεραπείες.

Αν ο μελισσοκόμος δε μεταφέρει μέλισσες στο δάσος δε γίνεται επικονίαση και το οικοσύστημα οδηγείται σε κατάρρευση. Το δάσος δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμα πόρος που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο. Τα χρηματιστήρια δεν έχουν καμία δουλειά μέσα στα δάση, σε αντίθεση με τις μέλισσες.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Η αυθαιρεσία των δασαρχείων και μία τρομακτική διαπίστωση

Φέτος αντιμετωπίσαμε ένα πρωτοφανές πογκρόμ από δασαρχεία και αστυνομία για την τοποθέτηση των μελισσιών στα δάση. Δεν γλίτωσε ούτε το πειραματικό μελισσοκομείο του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων (ΙΜΔΟ) που είχε στηθεί για επιστημονική έρευνα.

Τι κι αν ο νόμος του 1930 (4856/1930 Άρθρο 22), που βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, αναφέρει ότι οι αρμόδιες γεωργικές υπηρεσίες (σήμερα δασικές) ΔΕΝ δύνανται να απαγορεύουν στους μελισσοκόμους την τοποθέτηση μελισσιών σε δημόσιο τόπο την εποχή της άνθισης; Η αυθαιρεσία της δημόσιας διοίκησης φέτος ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.

Το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης στηριζόμενο στο νόμο 998/1979 που απαγορεύει την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος εντός των δασών, θεώρησε το μελίσσι ως αυθαίρετο κατασκεύασμα και έστειλε μέχρι και στο ΙΜΔΟ “πρόσκληση κατεδάφισης των μελισσιών” !

Στην Παραμυθιά 60 μελισσοκόμοι δέχτηκαν μηνύσεις από την αστυνομία. Στα Ιωάννινα το δασαρχείο επέβαλε 300€ πρόστιμο σε πολλούς μελισσοκόμους. Το ίδιο και στην Καρδίτσα. Κάθε Δασαρχείο έβγαζε και μια δική του Δασική Αστυνομική Διάταξη βασιζόμενη στο νόμο 86/1969 που δίνει εξουσιοδότηση στους Δασάρχες να εκδίδουν κανονιστικές διατάξεις για ρύθμιση υλοτομίας, βοσκής, όχι όμως και μελισσοκομίας (!), θέτοντας και διαφορετικούς όρους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης με την ΑΠ 389948/27.07.2023 που ορίζει ότι τα μελίσσια πρέπει να βρίσκονται 30μ από σπίτια, Ιδιωτική γη, εργοτάξια, μονές, βρύσες και άλλα και το Δασαρχείο Ξάνθης με την ΑΠ 476753/08.09.2023 που ορίζει 50μ. Όλοι αυτοί οι Δασάρχες αυθαιρετούν στα όρια της παρανομίας.

Ακόμα κι όταν ο Μελισσοκομικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης αντέδρασε, έβαλε δικηγόρο και ζήτησε ανάκληση της διάταξης, το Δασαρχείο επέμενε ότι είναι αρμόδιο και ότι τα μελίσσια εμποδίζουν.

Η κ. Σοφία Γούναρη ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ ίσως έχει την εξήγηση για όλα αυτά. Όπως γράφει σε άρθρο της στη Μελισσοκομική Επιθεώρηση, μέχρι τέλος του έτους είναι να ψηφιστεί ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο το κράτος θα επιδοτεί ιδιωτικές εταιρείες (ξυλοβιομηχανίες) οι οποίες θα είναι υπεύθυνες για την υλοτομία και τον καθαρισμό των δασών. Η απομάκρυνση αυτής της βιομάζας (σάπιοι κορμοί, πευκοβελόνες κτλ) θα μεταφράζεται σε δικαιώματα CO2, τα οποία οι εταιρείες αυτές θα μπορούν να πουλούν στο “χρηματιστήριο ρύπων”.

Ουσιαστικά δηλαδή σε επιχειρήσεις όπως διυλιστήρια, τσιμεντοβιομηχανίες κτλ που θέλουν να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, ώστε να μην πληρώνουν πρόστιμο γι αυτό. Προφανώς τα μελίσσια σε αυτό το σχέδιο αποτελούν εμπόδιο.

Η μέλισσα είναι απολύτως απαραίτητη στο δάσος. Το 65% των φυτών συνολικά και το 86% των δασικών ειδών επικονιάζονται από τις μέλισσες. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτές.

Το άρθρο αυτό κλείνει με την τρομακτική για το οικοσύστημα διαπίστωση του συναδέλφου μελισσοκόμου Μόσχου Ντιώνια:

«Αυτό που παρατηρώ εδώ και πολλά χρόνια στη συλλογή γύρης, είναι ότι χρόνο με το χρόνο στις παγίδες συνολικά, μειώνεται σταδιακά ο αριθμός των χρωμάτων των γυρεόκοκκων, ακριβώς στην ίδια περιοχή συλλογής. Η ποσότητα ακολουθεί και αυτή καθοδική πορεία και για να σας δώσω ένα παράδειγμα, από 30 κιλά ανά 100 μελίσσια την ημέρα, φτάσαμε στα 7. Το χρονικό διάστημα συλλογής από 30 μέρες τον χρόνο, έπεσε στις 10. Για το θέμα στάθηκα αρκετά στο σεμινάριο στη Λαμία με αρκετούς προβληματισμούς. Η μέλισσα λοιπόν που είναι ο καλύτερος δείκτης του περιβάλλοντος, με αυτή μόνο την παρατήρηση, μας δείχνει τη σταδιακή κατάρρευση των οικοσυστημάτων. Ο μελισσοκόμος σε αυτή την κρίση απαντά με περισσότερες μεταφορές, με πολλά έξοδα και πολλές φορές χωρίς αποτέλεσμα. Ας αφήσουν λοιπόν οι δολοφόνοι της μελισσοκομίας τις απαγορεύσεις τοποθέτησης μελισσιών στα οικοσυστήματα και να ετοιμάσουν όσο είναι ακόμη καιρός τις θέσεις υποδοχής των μελισσοσμηνών

Ενημέρωση: Ο Μελισσοκομικός Σύλλογος Ιωαννίνων προσέφυγε στο ΣτΕ ζητώντας ακύρωση της ΔΑΔ που εξέδωσε αυθαίρετα το Δασαρχείο Ιωαννίνων καθώς δεν έχει εξουσιοδότηση έκδοσης ΔΑΔ για θέματα που αφορούν τη μελισσοκομία, ενώ παράλληλα παραβίασε το νόμο 4856/1930.

Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

Ο Άνθρωπος που Φύτευε Δέντρα

Η αλληγορική ιστορία του Γάλλου συγγραφέα Ζαν Ζιονό που γράφτηκε το 1953 είναι μία εμβληματική νουβέλα του οικολογικού κινήματος. Το 1987 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, από τον Φρεντερίκ Μπακ, ο οποίος δημιούργησε ένα Animation ύμνο στην αρμονική συμβίωση ανθρώπου και φύσης.

Περιγράφει την ιστορία ενός βοσκού, του Ελζεάρ Μπουφιέ, που επί 30 χρόνια φύτευε δένδρα σε μια ερημωμένη και άνυδρη κοιλάδα στους πρόποδες των Άλπεων στη Προβηγκία, με αποτέλεσμα να τη μεταμορφώσει σε πραγματικό δάσος με πλούσια βλάστηση, ρυάκια και λίμνες, πουλιά και ζώα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ένας περιηγητής επισκέπτεται μια απομονωμένη ορεινή περιοχή της Γαλλίας. Ανακαλύπτει ένα τόπο παρατημένο, με τους λιγοστούς κατοίκους του να οδηγούνται από τις κακουχίες, στο μίσος και την τρέλα. Εκτός από τον Ελζεάρ Μπουφιέ, έναν μεσήλικα βοσκό που γαλήνια ξεδιαλέγει σπόρους βελανιδιάς και τους φυτεύει στις άγονες πλαγιές. Μαγεμένος από τη μοναχική αλλά γαλήνια ζωή του, ο νεαρός περιηγητής αποφασίζει να μείνει για λίγο μαζί του.

Αργότερα όμως αφήνει το βοσκό και επιστρέφει στο σπίτι του, ενώ όταν ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα αναγκαστεί να πάρει μέρος σ’ αυτόν. Το 1920 με ψυχοσωματικά από τον πόλεμο και καταθλιπτικός αποφασίζει να επισκεφτεί ξανά το βοσκό για να αναπνεύσει καθαρό αέρα όπως έλεγε. Με έκπληξη διαπιστώνει ότι ο Ελζεάρ έχει καλλιεργήσει, σπόρο-σπόρο, ένα ατελείωτο δάσος, μετατρέποντας την περιοχή σε έναν φυσικό παράδεισο.

«Οι βελανιδιές του 1910 ήταν τώρα δέκα χρονών, πιο ψηλές από μένα κι από κείνον. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό. Είχα μείνει κυριολεκτικά άναυδος και, καθώς ήταν κι εκείνος λιγομίλητος, περάσαμε όλη τη μέρα σιωπηλοί, περπατώντας μέσα στο δάσος του. Είχε μόνο 4 πρόβατα τώρα, αλλά είχε πάνω από 100 μελίσσια. Είχε παρατήσει τα πρόβατα γιατί απειλούσαν τα νεαρά δεντράκια. Ο πόλεμος δεν τον είχε επηρεάσει και είχε συνεχίσει ατάραχος την σπορά του.»

Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Ελζεάρ Μπουφιέ ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο, παρότι η κόρη του συγγραφέα είχε χαρακτηρίσει τη νουβέλα ως «μια οικογενειακή ιστορία». Σε κάθε περίπτωση, ο Ζιονό αποτίνει φόρο τιμής στον ανώνυμο όσο και άγνωστο βοσκό που ίσως κάπου να υπάρχει αληθινά και στο πρόσωπό του τιμώνται όλοι εκείνοι που νιώθουν πως με κάποιο τρόπο πρέπει να δράσουν και να σώσουν ό,τι σώζεται. Ο Φρεντερίκ Μπακ τιμήθηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων μικρού μήκους το 1988.

Ο Άνθρωπος που Φύτευε Δέντρα aka The Man Who Planted Trees / L’ Homme qui Plantait des Arbres
1987 | Έγχρ. | Διάρκεια: 30′ | Καναδάς | Σκηνοθεσία: Φρεντερίκ Μπακ | Βασισμένο στη νουβέλα του Ζαν Ζιονό

Το χρώμα του μελιού ως ένδειξη νοθείας

Σε σεμινάρια για τους καταναλωτές, που πραγματοποιήθηκαν από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παρουσιάστηκαν οι παρακάτω αμιγείς κατηγορίες μελιών και τους ζητήθηκε, χωρίς να τα δοκιμάσουν να πουν ποιο χρώμα θα προτιμούσαν.

Αρκετοί έδειχναν προτίμηση στο ανοιχτόχρωμο τελευταίο βάζο, δεξιά της δεύτερης σειράς. Το βάζο αυτό περιείχε νοθευμένο μέλι ισογλυκόζης που συνήθως πουλιέται σε τρίκιλα από πλανόδιους. Στη συνέχεια δόθηκαν τα μέλια στους καταναλωτές για δοκιμή και όλοι διαπίστωναν με βάση τη γεύση και το άρωμα πως το συγκεκριμένο μέλι είναι νοθευμένο.

Η παρουσίαση σκοπό είχε, οι καταναλωτές να είναι προσεκτικοί στην επιλογή των μελιών με το έντονο λαμπικαρισμένο μέλι τα οποία έχουν διαυγές χρώμα με μια ανεπαίσθητη πράσινη απόχρωση στη βάση τους. Τα γνήσια ανοιχρόχρωμα μέλια δεν έχουν διαμπερές χρώμα, αλλά διακρίνονται από κάποια μικρή ή μεγάλη θολούρα ανάλογα με τη φυτική προέλευση.

Σε κάθε περίπτωση πάντως το χρώμα αποτελεί ένδειξη και όχι απόδειξη νοθείας. Μόνο με την εργαστηριακή ανάλυση μπορούμε να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα και ακόμα εκεί όχι πάντα…

Του ομότιμου καθηγητή μελισσοκομίας Ανδρέα Θρασυβούλου.

20.000 Είδη Μελισσών της Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγκουρέν

Μπορεί το καλοκαίρι να βρίσκεται προ των πυλών, όμως ένα οκτάχρονο αγόρι που νοιώθει κορίτσι προσπαθεί να κατανοήσει τις σεισμικές αλλαγές που συντελούνται στον εύθραυστο εσωτερικό του κόσμο. Η μητέρα του στέκει ενθαρρυντικά στο πλευρό του, ο περίγυρος του όμως αντιμετωπίζει την όλη συμπεριφορά του ως ένα παιδικό καπρίτσιο. Το παιδί με γενναιότητα θα προσπαθήσει να βρει τον εαυτό του και να τον συστήσει από την αρχή στους άλλους. Η ταινία της Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγκουρέν είναι ένα τρυφερό ταξίδι αυτογνωσίας και αποδοχής.

«Πως γίνεται εσείς να ξέρετε ποιοι είστε κι εγώ όχι», ρωτά σε μια στιγμή ο οχτάχρονος Αϊτόρ τον αδελφό και την μητέρα του, η οποία επιμένει να τον φωνάζει με το όνομα που του έδωσαν, ακόμη κι αν εκείνος προτιμά το δίχως συγκεκριμένο γένος «Κοκό» και ψάχνει στην πραγματικότητα ένα όνομα στο οποίο να ακούει το κορίτσι που είναι σίγουρος ότι είναι ο αληθινός εαυτός του, και το οποίο μπορεί να είναι Λουσία.

Στην διάρκεια ενός καλοκαιριού στην βάσκικη εξοχή, ο Αϊτόρ, ή Κοκό, ή Λουσία θα κάνουν ένα απόλυτα φυσικό αλλά και γεμάτο εμπόδια ταξίδι προς τον αληθινό τους εαυτό. Φυσικό όταν η διαδρομή τους είναι εσωτερική, όταν οι ίδιοι κοιτάζουν προς το κέντρο του ψυχισμού, προς το μυαλό και την καρδιά τους, γεμάτο εμπόδια, όταν βλέπουν την εικόνα τους, τα θέλω τους, να αντανακλώνται στα μάτια των άλλων, όταν τα ονόματά τους προφέρονται από τα χείλη των γύρω τους. Ακόμη κι αν οι γονείς της μοιάζουν ανοιχτόμυαλοι («δεν υπαρχουν αγορίστικα και κοριτσίστικα πράγματα» λέει η μητέρα της), ακόμη κι αν η ευρύτερη οικογενειά της είναι γεμάτη αγάπη, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να καταλάβουν πράγματα που δυσκολεύονται να αποδεχτούν.

Η Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγκουρέν απεικονίζει αυτό το χάσμα ανάμεσα στα όσα η μικρή ηρωίδα της νιώθει και ξέρει και όσα οι γύρω της προσπαθούν να μάθουν, σε μια ταινία που είναι γεμάτη αγάπη και κατανόηση για όλους τους χαρακτήρες της. Ενα φιλμ που παίρνει τον χρόνο του για να εισάγει τον θεατή του στον πλούσιο, σύνθετο, τρισδιάστατο κόσμο του και που δεν προσπαθεί να εξηγήσει αλλά να σε οδηγήσει να καταλάβεις με γνώμονα το συναισθημα και την αθωότητα με την την οποία βλέπει τον κόσμο ένα παιδί.

Με μια αληθινά αξιοθαύμαστη ερμηνεία από την μικρή Σοφία Οτέρο που ξεχειλίζει ωριμότητα, βάθος και αλήθεια κι όλους τους υπόλοιπους ηθοποιούς γύρω της να την στηρίζουν με τρόπο εξαιρετικό, το «20,000 Species of Bees», συνθέτει έναν συναρπαστικό μικρόκοσμο ανθρώπων και ιδεών στον οποίο σε εισάγει σιγα σιγά, μα σε κάνει γρήγορα κομμάτι του, σε εμπλέκει με έναν αδιόρατο μα αδιάρρηκτο τρόπο.

Δίχως υπερβολικές κορυφώσεις, χωρίς να ανεβάζει ποτέ τους τόνους σε συναισθηματικά ή αφηγηματικά κρεσέντο, με τον ρυθμό να πάλλεται όπως οι ανάσες των ηρώων του, το φιλμ είναι ηθελημένα χαμηλότονο στο ύφος του, προκειμένου να αφήσει χώρο στην ιστορία του να ξεδιπλώσει τις πτυχές της και να σε συνεπάρει στην τρυφερή διαδρομή του.

20.000 Είδη Μελισσών aka 20,000 Species of Bees / 20.000 Especies de Abejas
2023 | Έγχρ. | Διάρκεια: 128′ | Ισπανία | Σκηνοθεσία: Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγκουρέν Πρωταγωνιστούν: Σοφία Οτέρο, Πατρίτσια Λόπεζ Αρναϊθ.

Πηγές από: Flix.gr, filmy.gr

Γιατί τα αγριογούρουνα είναι ακόμη «ραδιενεργά», ενώ άλλα ζώα όχι;

Νέα έρευνα διαπιστώνει στα αγριογούρουνα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, τα οποία προκύπτουν από δοκιμές πυρηνικών που διενεργήθηκαν πολύ πριν από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ.

 

Παρότι η χλωρίδα και η πανίδα της Κεντρικής Ευρώπης είναι γνωστό πως ακόμη φέρει ίχνη ραδιενέργειας εξαιτίας της καταστροφής στο Τσερνόμπιλ το 1986, μια νέα έρευνα στα αγριογούρουνα των βαυαρικών δασών παρέχει απροσδόκητα ευρήματα για το ποσοστό ραδιενέργειας στον κυτταρικό ιστό τους. 

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα στην επιστημονική επιθεώρηση Environmental Science & Technology, εμφανίζει στα αγριογούρουνα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, τα οποία σύμφωνα με τους ερευνητές προκύπτουν από τις δοκιμές πυρηνικών που διενεργήθηκαν πολύ πριν από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ

Επιπλέον, η έρευνα απαντά στο ερώτημα που εδώ και καιρό προκαλεί σύγχυση και προβληματισμό σε επιστήμονες και κυνηγούς: Γιατί η ραδιενέργεια είναι υπαρκτή και υψηλή στα αγριογούρουνα, τη στιγμή που τα περισσότερα είδη άγριας ζωής εμφανίζονται «καθαρά» γενιές μετά το δυστύχημα

Καθώς η ραδιενέργεια από το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ μόλυνε τεράστιες ζώνες της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης, οι αρμόδιες Αρχές διενεργούσαν τακτικά ελέγχους σε φυτά και ζώα των πληγεισών περιοχών ώστε να διασφαλίζεται πως είναι ασφαλή για ανθρώπινη κατανάλωση. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μάρτιν Στάινερ από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Προστασίας από την Ακτινοβολία (που δεν συμμετείχε στη μελέτη), ήταν γνωστό στην επιστημονική κοινότητα πως υπήρχε σημαντική ραδιενέργεια στην περιοχή από τα μέσα του 20ού αιώνα λόγω των δοκιμών πυρηνικών όπλων στο περιβάλλον

Στη νέα έρευνα γίνεται χρήση μίας μεθόδου που περιλαμβάνει αναλογία δύο ισοτόπων καισίου, για να αναλύσει τα κουφάρια αγριόχοιρων που θανατώθηκαν από κυνηγούς σε όλη τη Βαυαρία από το 2019 έως το 2021. Η σχετικά νέα μέθοδος ανάλυσης επέτρεψε στους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τους λόγους για τα υψηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας στα αγριογούρουνα της Κεντρικής Ευρώπης. 

Ραδιενέργεια στα αγριογούρουνα

Στη Βαυαρία, τα αγριογούρουνα σε συγκεκριμένες περιοχές πρέπει να ελέγχονται για ραδιενέργεια. Σύμφωνα με τις οδηγίες των γερμανικών υγειονομικών Αρχών, η κατανάλωση αυτού του κρέατος επιτρέπεται όταν τα επίπεδα ακτινοβολίας είναι κάτω των 600 μπεκερέλ ανά κιλό. Ωστόσο, κάποια από τα αγριογούρουνα που ελέγχθηκαν στην έρευνα έφεραν υψηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας, από 370-15.000 Bq/κιλό κρέατος. 

Και δεδομένου του ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες και τα πυρηνικά όπλα αφήνουν ελαφρώς διαφορετικό αποτύπωμα μόλυνσης, οι ερευνητές διαπίστωσαν πως η μεγάλη ποσότητα ραδιενέργειας που ανιχνεύθηκε στα αγριογούρουνα της συγκεκριμένης έρευνας προερχόταν από πυρηνικές δοκιμές που έγιναν τις δεκαετίες 1950-1960. 

Συνολικά, οι πυρηνικές δυνάμεις του κόσμου έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 500 δοκιμές στην ατμόσφαιρα, προτού τις μεταφέρουν στο υπέδαφος, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη διασπορά ραδιενέργειας. Τα ευρήματα της νέας έρευνας δείχνουν ότι οι επιφανειακές εκρήξεις εξακολουθούν να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον παρά τις δεκαετίες που μεσολάβησαν. 

«Το γεγονός πως η ραδιενέργεια από αυτές τις πυρηνικές δοκιμές είναι ακόμη παρούσα, ακόμη και μετά το Τσερνόμπιλ, είναι κάτι αξιοσημείωτο», σχολιάζει ο Μίκαελ Φίντερλε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ – που επίσης δεν συμμετείχε στην έρευνα. 

Η λύση του «μυστηρίου»

Ως προς το άλλο «μυστήριο», το γιατί δηλαδή τα αγριογούρουνα της νότιας Γερμανίας φέρουν περισσότερη ραδιενέργεια σε σχέση με άλλα ζώα, ο Γκέοργκ Σταϊνχόιζερ, επικεφαλής της μελέτης, δίνει τη λύση: Μανιτάρια. Σύμφωνα με τον καθηγητή, τα αγριογούρουνα σκάβουν, βρίσκουν και τρώνε έναν μύκητα (elaphomyces ή τρούφα ελαφιού) που άλλα ζώα αγνοούν πώς και πού υπάρχει. 

Παρότι πολλά από τα βρώσιμα φυτά των δασών δεν θεωρούνται πια μολυσμένα από ραδιενεργή ακτινοβολία, οι τρούφες, που μεγαλώνουν κάποια εκατοστά κάτω από την επιφάνεια του χώματος, αποθηκεύουν τη ραδιενέργεια

Αναλόγως της σύνθεσης του έδαφος και του βάθους στο οποίο βρίσκονται οι τρούφες, οι μύκητες μπορούν να εκτεθούν σε νερό που περιέχει ραδιενέργεια δεκαετιών τόσο από τις πυρηνικές δοκιμές όσο και από την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, γεγονός που τους καθιστά ιδιαίτερα πλούσια πηγή ραδιενέργειας.

Όπως σημειώνει ο Στάινερ, ανεξαρτήτως πηγής, η ραδιενέργεια σε υψηλά επίπεδα παραμένει επικίνδυνη για τους ανθρώπους. 

«Όσον αφορά την έκθεση των ανθρώπων στην ακτινοβολία, δεν έχει σημασία αν το καίσιο προέρχεται από τις παλαιότερες πυρηνικές δοκιμές ή την καταστροφή του Τσερνόμπιλ», εξηγεί ο ίδιος, συμπληρώνοντας πως «αυτό που έχει σημασία είναι η συνολική πρόσληψη καισίου-137 που προσλαμβάνει ένας άνθρωπος απλώς τρώγοντας κάτι από το δάσος».

 

Πηγές:

New York Times : Europe’s Boars Still Hold Radioactivity. What Surprised Scientists Is Why.

Disproportionately High Contributions of 60 Year Old Weapons-137Cs Explain the Persistence of Radioactive Contamination in Bavarian Wild Boars

Καθημερινή : Γιατί τα αγριογούρουνα είναι ακόμη «ραδιενεργά», ενώ άλλα ζώα όχι;

Στη λίμνη Πουρναρίου για την κουμαριά

Κάθε φθινόπωρο γίνεται ένας μικρός απολογισμός της χρονιάς που πέρασε. Δυστυχώς η φετινή χρονιά ήταν για τη μελισσοκομία, μακράν η χειρότερη, τουλάχιστον όσων χρόνων έχω ζήσει εγώ.


Ο περσινός χειμώνας ήταν ήπιος με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μην καταπονηθούν ιδιαίτερα και να βγουν δυνατά, νωρίς την άνοιξη, γεμίζοντας αισιοδοξία τους μελισσοκόμους για τη συνέχεια. Η άνοιξη όμως δεν ήρθε ποτέ. Παρατεταμένες αλλά και άκαιρες βροχοπτώσεις, κρύο μέχρι και στις αρχές του καλοκαιριού, δημιούργησαν πολλά προβλήματα στην ανάπτυξη των σμηνών.

Δεν θυμάμαι άλλη χρονιά να ξεκινάω την εκτροφή βασιλισσών τόσο αργά, ουσιαστικά στις αρχές του καλοκαιριού και να βάζω τις βασίλισσες στις παραφυάδες, δέκα μέρες μετά στα μέσα του Ιούνη, υπό βροχή.

Ανοιξιάτικα μέλια δεν είδαμε καθόλου, αλλά και μετά στα δάση (έλατα και βελανιδιές) με το σταγονόμετρο. Την κρύα και βροχερή άνοιξη ακολούθησε ένα μακρύ και ξηρό καλοκαίρι. Φωτιές στον Έβρο και καταστροφές. Ελάχιστα μελίσσια κατέβηκαν στον κάμπο τον Αύγουστο υπό το φόβο των ψεκασμών, με αποτέλεσμα όσα έμειναν στο βουνό να πεινάσουν.

Το πεύκο κι αυτό με διακυμάνσεις. Δεν είναι πια η σταθερή νομή στην οποία βασιζόμασταν για να βγουν τα σπασμένα της χρονιάς. Αρχές φθινοπώρου και οι πλημμύρες της Θεσσαλίας δίνουν το τελειωτικό χτύπημα σε πολλούς. Το μόνο φως μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι ο κισσός και ο αρκουδόβατος.

Κισσός και αρκουδόβατος

Εκείνες οι βροχές στα τέλη του Αυγούστου ήταν ό,τι χρειάζονταν. Όπου υπήρχε κισσός βούιζε ο τόπος απ’ τις μέλισσες. Η κίτρινη γύρη του τις έκανε να πάρουν τα πάνω τους. Μαζί και ο αρκουδόβατος, έδωσε λίγο μελάκι. Το φθινοπωρινό ρείκι, τουλάχιστον εδώ στην περιοχή της Πίνδου, δεν ευνοήθηκε απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες και «κάηκε» γρήγορα, προσφέροντας λίγα.

Τελευταία ανθοφορία της χρονιάς, η κουμαριά. Μέλι για λίγους, αλλά εκλεκτούς. Έχει τις προϋποθέσεις να πάει καλά και να δώσει στα μελίσσια τις προμήθειες του χειμώνα. Βροχές προηγήθηκαν. Όχι πολλές, αλλά καλές. Αν και οι θερμοκρασίες είναι κοντά στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα θα πάει καλά.

1985: Ο Καρλ Σαγκάν προειδοποιεί το Κογκρέσο των ΗΠΑ για την κλιματική αλλαγή.

«Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθιστά δυνατή τη ζωή στη Γη», λέει ο σπουδαίος αστρονόμος και αστροφυσικός, Καρλ Σαγκάν, στην ομιλία του στο Κογκρέσο των ΗΠΑ το 1985. «Χωρίς αυτό, η θερμοκρασία θα ήταν περίπου 30 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη και οι ωκεανοί θα ήταν συμπαγείς. Επομένως το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι απαραίτητο για τη ζωή. Όμως σήμερα ρίχνουμε τεράστιες ποσότητες CO2 και άλλων αερίων στην ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας τη σύσταση της ατμόσφαιρας με σχεδόν καμία ανησυχία για τις συνέπειες».