Η αγροτική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο

Έπειτα από τη μεγαλύτερη αγροτική κινητοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, αξίζει να επιχειρηθεί μια αποτίμηση που υπερβαίνει τα άμεσα αποτελέσματα και εστιάζει στους όρους κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής.

Από αυτόν τον αγώνα προέκυψε μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το αγροτικό κίνημα. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση συγκροτήθηκε ένα μαζικό και ενιαίο υποκείμενο γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων και αλιέων. Οι επιμέρους διαφορές και τα ιστορικά συντεχνιακά σχήματα παραμερίστηκαν συνειδητά. Παρά τις οργανωμένες και άτυπες πιέσεις, το κίνημα δεν διασπάστηκε, διατηρώντας συνεκτικό πλαίσιο αιτημάτων και κοινό προσανατολισμό.

Η προκατάληψη ότι οι αγρότες συνιστούν εγγενώς «δεξιό» κοινωνικό σώμα και, ως εκ τούτου, στερούνται ριζοσπαστικής δυναμικής, η οποία εκφράστηκε από τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι θεωρητικά φτωχή και στην πράξη λειτουργεί ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Οι κοινωνικές τάξεις δεν αποτιμώνται με βάση την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά με βάση τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής, τη σχέση τους με το κεφάλαιο και τη δυναμική που αναπτύσσουν υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό η αγροτική τάξη δεν συγκροτεί ενιαίο και ομοιογενές κοινωνικό σώμα. Στο εσωτερικό της αναπτύσσονται έντονες ανισότητες κλίμακας, εισοδήματος και πρόσβασης σε πόρους, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη δυνατότητα συγκρότησής της ως συλλογικού υποκειμένου. Η μικροϊδιοκτησία παράγει υπαρκτές αντιφάσεις: ενισχύει τον ατομικισμό και δυσχεραίνει τη διαμόρφωση συλλογικής ταξικής συνείδησης. Πρόκειται, ωστόσο, για υλικούς περιορισμούς και όχι για εγγενή λόγο πολιτικής απαξίωσης ή θεωρητικής υποτίμησης.

Οι αγρότες σήμερα δεν συνιστούν «παραδοσιακή αγροτιά». Εντάσσονται σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, με αυξανόμενη εξάρτηση από αγορές και κεφάλαιο, μειωμένη αυτονομία, υψηλό παραγωγικό ρίσκο και διαρκή οικονομική ανασφάλεια.

Σε αντίθεση όμως με άλλα τμήματα του προλεταριάτου, οι αγρότες διαθέτουν υλικά μέσα παραγωγής ενώ ελέγχουν κρίσιμους τομείς όπως η διατροφή, γεγονός που τους προσδίδει υλική και όχι απλώς συμβολική ισχύ, άρα και επαναστατική προοπτική. Η κατοχή μέσων και υποδομών επιτρέπει στους αγρότες να αντιπαρατίθενται έμπρακτα στις άμυνες του κράτους. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε μορφές διαμαρτυρίας, αλλά μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα άμεσης υλικής πίεσης, δυσπρόσιτης για άλλα κοινωνικά στρώματα.

Οι αγροτικοί πληθυσμοί βρίσκονται εκτός των αστικών ιστών, όπου το κράτος διαθέτει πυκνούς μηχανισμούς ελέγχου. Η ύπαιθρος χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη κατασταλτική συγκέντρωση, μεταβάλλοντας το γεωγραφικό πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης. Η συμμετοχή αγροτικών πληθυσμών σε κοινωνικές συγκρούσεις διευρύνει το κοινωνικό και χωρικό τους εύρος. Ιστορικά, αυτή η μετατόπιση πέρα από την πόλη υπήρξε καθοριστική για την αποσταθεροποίηση αμιγώς αστικών μορφών πολιτικής κυριαρχίας.

Συνάμα οι αγρότες διαθέτουν πρακτικές δεξιότητες, εμπειρία συλλογικής εργασίας σε επισφαλείς συνθήκες και αυξημένη αντοχή σε διακοπές εφοδιασμού. Ως εκ τούτου, εμφανίζουν αυξημένη ικανότητα επιβίωσης και αυτοοργάνωσης ως επαναστατικό υποκείμενο.

Εντούτοις η επαναστατική δυναμική της αγροτικής τάξης δεν μπορεί να πραγματωθεί απομονωμένα. Προϋποθέτει τη συγκρότηση εργατικών–λαϊκών συμμαχιών, ικανών να αρθρώσουν κοινό υλικό συμφέρον απέναντι στις σχέσεις εκμετάλλευσης και εξάρτησης. Η αγροτική και η εργατική τάξη δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Η σύνδεσή τους επιτρέπει τη σύζευξη αστικών και υπαίθριων μορφών αγώνα, διευρύνοντας την κοινωνική βάση και τη χωρική εμβέλεια της σύγκρουσης.

Όμως η μετατροπή της αγροτικής δυσαρέσκειας σε επαναστατική δυνατότητα απαιτεί κοινό πολιτικό σχέδιο, σταθερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και επεξεργασμένο λόγο που υπερβαίνει τον κλαδικό ορίζοντα. Εν κατακλείδι η αγροτική τάξη φέρει αντικειμενικές δυνατότητες ρήξης, αλλά η ιστορική τους πραγμάτωση εξαρτάται από τη συνάντησή τους με ευρύτερα κοινωνικά υποκείμενα και από την ικανότητα συγκρότησης συνεκτικού πολιτικού σχεδίου με διευρυμένη κοινωνική βάση.

Νοθεία στο μέλι: Πώς η Ευρώπη επιτρέπει τη μεγαλύτερη απάτη τροφίμων της εποχής μας

Το μέλι αποτελεί διαχρονικά σύμβολο αγνότητας, φυσικότητας και υγείας. Ωστόσο, πίσω από τη χρυσή του όψη, εξελίσσεται εδώ και χρόνια μία από τις πιο εκτεταμένες και οργανωμένες απάτες τροφίμων παγκοσμίως. Όπως αποκαλύφθηκε στην πρόσφατη διαδικτυακή ημερίδα της European Beekeeping Association (EBA), η νοθεία στο μέλι δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «παράνομων πρακτικών», αλλά προϊόν θεσμικών αδυναμιών, νομοθετικών κενών και πολιτικής απροθυμίας.

Η πρόσφατη διαδικτυακή ημερίδα της European Beekeeping Association (EBA), με τη συμμετοχή κορυφαίων επιστημόνων στον τομέα της μελισσοκομίας και της ασφάλειας τροφίμων, ανέδειξε με σαφήνεια ότι η νοθεία στο μέλι δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα σοβαρών θεσμικών και νομοθετικών αδυναμιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Dr. Dražen Lušić, πρόεδρο της International Honey Commission, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει έναν σαφή και δεσμευτικό νομικό ορισμό της απάτης τροφίμων στην αγροδιατροφική αλυσίδα. Η νομοθεσία της ΕΕ αποφεύγει συστηματικά τον όρο “food fraud” και τον αντικαθιστά με τον πιο ουδέτερο και τεχνικό όρο “non-compliance”, δηλαδή «μη συμμόρφωση».

Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς γλωσσική· έχει τεράστιες πρακτικές συνέπειες. Ένα προϊόν μπορεί να είναι ουσιαστικά νοθευμένο, να περιέχει προστιθέμενα σιρόπια ή να έχει υποστεί επεξεργασίες που αλλοιώνουν τη φυσική του σύσταση, και παρ’ όλα αυτά να μην χαρακτηρίζεται επισήμως ως απάτη, εφόσον η νοθεία του δεν αποδεικνύεται με μεθόδους πλήρως επικυρωμένες σε νομικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα είναι αποκαλυπτικά. Στην κοινή ευρωπαϊκή δράση ελέγχου μελιού την περίοδο 2020–2021, σχεδόν το 46% των δειγμάτων που εξετάστηκαν κρίθηκαν ύποπτα για νοθεία. Παρά το εξαιρετικά υψηλό αυτό ποσοστό, τα προϊόντα αυτά δεν αποσύρθηκαν από την αγορά. Χαρακτηρίστηκαν απλώς ως “suspicious” και συνέχισαν να κυκλοφορούν κανονικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, η ΕΕ εισάγει περισσότερους από 300.000 τόνους μελιού ετησίως, σε τιμές που συχνά κυμαίνονται κάτω από τα δύο ευρώ ανά κιλό, επίπεδα στα οποία η παραγωγή αυθεντικού μελιού είναι πρακτικά αδύνατη.

Ένα από τα πιο κρίσιμα και λιγότερο κατανοητά σημεία του συστήματος, αφορά την έννοια του λεγόμενου “dispatch country”. Στα συνοδευτικά έγγραφα που απαιτούνται για την εισαγωγή μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν δηλώνεται υποχρεωτικά η χώρα συγκομιδής ή παραγωγής του μελιού. Αντίθετα, δηλώνεται η χώρα αποστολής, δηλαδή η χώρα από την οποία το προϊόν αποστέλλεται προς την ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέλι που έχει παραχθεί, ή καλύτερα «συντεθεί», στην Κίνα μπορεί να μεταφερθεί χύμα σε μια τρίτη χώρα, όπως για παράδειγμα η Ουκρανία, η Τουρκία, το Βιετνάμ ή κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, και από εκεί να αποσταλεί στην Ευρώπη. Στα επίσημα έγγραφα, η χώρα αυτή θα εμφανίζεται ως χώρα αποστολής, χωρίς καμία υποχρεωτική αναφορά στην πραγματική χώρα παραγωγής.

Η πρακτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική απώλεια της ιχνηλασιμότητας. Το μέλι εισέρχεται στην ΕΕ με χαμηλό επίπεδο ελέγχου, καθώς έχει ταξινομηθεί ως προϊόν χαμηλού κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Οι φυσικοί έλεγχοι περιορίζονται σε μόλις 1–4% των φορτίων, ενώ ακόμη και όταν πραγματοποιηθούν αναλύσεις και προκύψουν ενδείξεις νοθείας, το προϊόν δεν απορρίπτεται αλλά χαρακτηρίζεται ως «ύποπτο» και εισάγεται κανονικά. Μετά τον εκτελωνισμό, τα συνοδευτικά πιστοποιητικά παύουν να ακολουθούν το προϊόν στην εσωτερική αγορά και δεν απαιτείται ιχνηλασιμότητα σε επίπεδο παρτίδας. Έτσι, το μέλι μπορεί να αναμειχθεί με μικρές ποσότητες ευρωπαϊκού μελιού, να επανασυσκευαστεί, να αποκτήσει νέα τιμολόγια και νέα ετικέτα, και τελικά να πωληθεί ως «μείγμα μελιών ΕΕ και εκτός ΕΕ» ή ακόμη και να δημιουργηθεί η εντύπωση ευρωπαϊκής προέλευσης.

Το σύστημα αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε προσωρινό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ακόμη Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Αναφοράς για το μέλι, το μόνο όργανο που θα μπορούσε να επικυρώσει επισήμως μεθόδους ανίχνευσης νοθείας με νομική ισχύ. Χωρίς ένα τέτοιο εργαστήριο, καμία μέθοδος, όσο προηγμένη κι αν είναι επιστημονικά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεσμευτικά σε δικαστικό επίπεδο. Με βάση τις πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις, η πλήρης λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αναμένεται πριν από το 2038–2040, αφήνοντας για πολλά ακόμη χρόνια την αγορά ουσιαστικά ανεξέλεγκτη.

Οι συνέπειες αυτής της θεσμικής αδράνειας είναι πολλαπλές και σοβαρές. Οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα εξαιρετικά χαμηλού κόστους που δεν αντανακλούν πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Πολλοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα, με άμεσες επιπτώσεις όχι μόνο στην αγροτική οικονομία, αλλά και στη βιοποικιλότητα και την επικονίαση. Οι καταναλωτές, από την άλλη πλευρά, εξαπατώνται πληρώνοντας για προϊόντα που στερούνται των θρεπτικών και βιολογικών ιδιοτήτων του αυθεντικού μελιού, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να καταναλώνουν προϊόντα με αμφίβολες επιπτώσεις στην υγεία.

Όπως τόνισε ο Dr. Juraj Majtan, η πλήρης εξάλειψη της απάτης στο μέλι ενδέχεται να μην είναι ρεαλιστικός στόχος στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει εάν η νοθεία καταστεί δυσκολότερη, πιο επικίνδυνη και λιγότερο κερδοφόρα. Μέχρι να υπάρξουν ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, η μόνη πραγματικά ασφαλής επιλογή για τον καταναλωτή παραμένει η προμήθεια τοπικού μελιού από γνωστούς και αξιόπιστους μελισσοκόμους.

Η νοθεία στο μέλι δεν αποτελεί τεχνικό πρόβλημα, αλλά πολιτικό και θεσμικό ζήτημα. Η επιστημονική γνώση υπάρχει, τα δεδομένα είναι σαφή και οι επιπτώσεις ορατές. Αυτό που λείπει είναι η αποφασιστικότητα να μετατραπεί η γνώση σε πράξη και να προστατευθούν ουσιαστικά τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές. Μέχρι τότε, το μέλι θα παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα φυσικό προϊόν μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο θεσμικής αποτυχίας.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur και οι επιπτώσεις της στη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας

Μετά τη συμφωνία ΕΕ–Ουκρανίας, η οποία αύξησε την αδασμολόγητη ποσόστωση εισαγωγής μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 6.000 σε 35.000 τόνους ετησίως, η ΕΕ προχωρά σε νέα εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία αδασμολόγητης ποσόστωσης 45.000 τόνων μελιού εντός πενταετίας, εντείνοντας περαιτέρω την πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σημειώνεται ότι, παρά την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί, η επίσημη υπογραφή και επικύρωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur έχει προς το παρόν αναβληθεί. Η αναβολή αυτή οφείλεται στις έντονες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από ορισμένα κράτη-μέλη και αγροτικούς φορείς, με τη Γαλλία και την Ιταλία να ζητούν πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του αγροτικού τομέα πριν δοθεί το τελικό «πράσινο φως». Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι η διαδικασία δεν έχει εγκαταλειφθεί και ότι η υπογραφή της συμφωνίας επανέρχεται στην ατζέντα εντός του άμεσου μέλλοντος, πιθανότατα στις αρχές του 2026.

Οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα αγροτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται συστηματικά ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Η πρόσβαση των ευρωπαϊκών βιομηχανικών και χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων σε νέες αγορές φαίνεται να προηγείται της προστασίας της πρωτογενούς παραγωγής, με τους αγρότες και τους μελισσοκόμους να καλούνται να επωμιστούν το κόστος αυτών των επιλογών.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών στις Βρυξέλλες ενάντια στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur αφορούν άμεσα και τον κλάδο της μελισσοκομίας. Η μαζική εισαγωγή μελιού χαμηλού κόστους, προερχόμενου από χώρες με πολύ χαμηλότερα περιβαλλοντικά και παραγωγικά πρότυπα, ασκεί ισχυρή καθοδική πίεση στις τιμές παραγωγού. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα κόστη παραγωγής και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκή εργαλεία αντιστάθμισης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυτές δεν συνοδεύονται από ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου ως προς την ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τις πρακτικές παραγωγής του μελιού. Έτσι, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων παραγωγών, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η αξία του ευρωπαϊκού μελιού.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η μελισσοκομία όχι μόνο δεν προστατεύεται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά αντίθετα εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στον διεθνή ανταγωνισμό. Η απουσία ουσιαστικής στρατηγικής στήριξης της παραγωγής και του εισοδήματος των μικρών και μεσαίων μελισσοκόμων καθιστά τον κλάδο ιδιαίτερα ευάλωτο, με μακροπρόθεσμες συνέπειες τόσο για την αγροτική οικονομία όσο και για τη βιοποικιλότητα.

Η μελισσοκομία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» των εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της αγροτικής παραγωγής, της διατροφικής επάρκειας και της οικολογικής ισορροπίας. Η προστασία της δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και πολιτικής επιλογής.

Οι μελισσοκόμοι στα μπλόκα

Ο αγροτικός κόσμος της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια παρατεταμένη και οξυμένη κρίση που απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της παραγωγής και την ίδια την επιβίωση χιλιάδων αγροτικών και μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων. Τα τελευταία χρόνια το αγροτικό εισόδημα συρρικνώνεται δραματικά, την ώρα που το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται ανεξέλεγκτα. Καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, ζωοτροφές, εφόδια, μεταφορές και πρώτες ύλες έχουν φτάσει σε δυσβάσταχτα επίπεδα, χωρίς καμία ουσιαστική προστασία ή στήριξη από την Πολιτεία.

Την ίδια στιγμή, οι χαμηλές τιμές παραγωγού, η ασυδοσία της αγοράς, οι αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αμφίβολης ποιότητας και προέλευσης, καθώς και η απουσία ουσιαστικών ελέγχων, συμπιέζουν ακόμη περισσότερο το εισόδημα των παραγωγών. Οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης, οι φυσικές καταστροφές και οι ελλιπείς αποζημιώσεις επιτείνουν το πρόβλημα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο για όσους επιμένουν να παράγουν και να ζουν από τη γη.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο αγροτικός κόσμος δεν έχει άλλη επιλογή από το να αγωνιστεί συλλογικά και οργανωμένα. Τα μπλόκα αποτελούν μορφή αγώνα και διεκδίκησης αξιοπρεπούς εισοδήματος, προστασίας της παραγωγής και εξασφάλισης του δικαιώματος να συνεχίσουμε να καλλιεργούμε και να παράγουμε στον τόπο μας.

Στο πλαίσιο του κοινού αγώνα με τους υπόλοιπους αγρότες, ο μελισσοκομικός κλάδος προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα που αφορούν άμεσα την επιβίωση της μικρής και μεσαίας μελισσοκομίας και την προστασία του προϊόντος από την ασυδοσία της αγοράς:

Μέτρα για την πάταξη των ελληνοποιήσεων και της νοθείας στο μέλι
Σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένη και αξιόπιστη μέθοδος ελέγχου της γνησιότητας του μελιού, γεγονός που αφήνει ανεξέλεγκτη τη νοθεία και τις ελληνοποιήσεις. Το αποτέλεσμα είναι η κυριαρχία εισαγόμενων, φιλτραρισμένων και υποβαθμισμένων προϊόντων —κυρίως κινεζικής προέλευσης— τα οποία βαφτίζονται «ελληνικά» και πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι ενδεικτικό ότι με ελάχιστη ποσότητα πραγματικού μελιού μπορεί να «βαφτιστεί» ένας ολόκληρος τόνος εισαγόμενου προϊόντος.

Αυτή η κατάσταση εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των μεγάλων εμπόρων και μεταποιητών, που συμπιέζουν το εισόδημα του παραγωγού και εξαπατούν τον καταναλωτή. Ζητάμε ως πρώτο, αναγκαίο βήμα τη θεσμοθέτηση της γυρεοσκοπικής ανάλυσης και τον καθορισμό κατώτατου ορίου γυρεοκόκκων στο μέλι, ώστε να δυσκολέψει ουσιαστικά η νοθεία και να υπάρξει στοιχειώδης προστασία της παραγωγής.

Απρόσκοπτη και χωρίς όρους εργασία στα δάση
Οι μελισσοκόμοι απαιτούμε την άρση των παράλογων περιορισμών που επιβλήθηκαν στην εργασία μας στα δάση, με το πρόσχημα της περιβαλλοντικής διαχείρισης και της πυρασφάλειας. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν προστατεύουν το δάσος· αντίθετα, αποκλείουν τους ανθρώπους που ζουν από αυτό και το φροντίζουν καθημερινά.

Η μελισσοκομία είναι άρρηκτα δεμένη με το δασικό οικοσύστημα. Οι μελισσοκόμοι δεν είναι «εν δυνάμει εμπρηστές», αλλά φυσικοί σύμμαχοι της προστασίας του δάσους. Η ποινικοποίηση της εργασίας μας αποτελεί έκφραση μιας πολιτικής που μεταθέτει τις ευθύνες της κρατικής ανεπάρκειας στους ίδιους τους παραγωγούς.

Διεύρυνση του ωραρίου χρήσης του καπνιστηριού
Στο ίδιο πνεύμα, ζητάμε την άρση των αυθαίρετων περιορισμών στη χρήση του καπνιστηριού, όπως ο χρονικός περιορισμός μέχρι τις πρωινές ώρες. Οι περιορισμοί αυτοί καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη μελισσοκομική εργασία, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων αναγκών.

Η εργασία του μελισσοκόμου δεν μπορεί να υπακούει σε γραφειοκρατικά ωράρια που αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται χωρίς γνώση του αντικειμένου και λειτουργούν τελικά ως μηχανισμός αποκλεισμού των μικρών παραγωγών.

Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο
Το Ηλεκτρονικό Μητρώο, όπως εφαρμόζεται σήμερα, μετέτρεψε κατοχυρωμένα δικαιώματα των μελισσοκόμων σε ανακλητά «προνόμια». Η πρόσβαση στην εργασία, στις μετακινήσεις, ακόμη και σε στοιχειώδεις δραστηριότητες, εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση σε ένα αυστηρό και τιμωρητικό πλαίσιο, που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της παραγωγής.

Αντί το κράτος να στηρίζει τον παραγωγό, τον μετατρέπει σε διαρκώς ελεγχόμενο και υπόλογο, την ίδια στιγμή που οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς λειτουργούν πρακτικά ανεξέλεγκτα. Διεκδικούμε την προσαρμογή του Μητρώου στον ευρωπαϊκό κανονισμό με τρόπο που να διασφαλίζει δικαιώματα και όχι να τα υπονομεύει.

Ο αγώνας των μελισσοκόμων στα μπλόκα δεν αποτελεί μια αποσπασματική ή «κλαδική» διαμαρτυρία. Είναι μέρος της συνολικής πάλης της αγροτιάς απέναντι σε μια πολιτική που μεταφέρει συστηματικά τον πλούτο και την υπεραξία από τον παραγωγό προς τους μεσάζοντες, τους μεγάλους εμπορικούς ομίλους και το κεφάλαιο. Οι μελισσοκόμοι θα συνεχίσουμε να είμαστε παρόντες στον αγώνα, μέχρι τέλους.

Η υπόσχεση της κουμαριάς και το απρόβλεπτο της φύσης

Το φθινόπωρο στα ημιορεινά της Ηπείρου έχει πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μετά από ένα καλοκαίρι ξηρό και δύσκολο, οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές έφτασαν νωρίς γεμίζοντάς μας ελπίδες.

Ο κισσός ήταν ο πρώτος που άνθισε και δούλεψε θαυμάσια φέτος. Τα μελίσσια χόρτασαν με μέλι, δυνάμωσαν και άρχισαν και πάλι να γεννούν. Η ακονιζιά έδωσε κι αυτή αρκετή γύρη και παρέμεινε ανθισμένη για αρκετό διάστημα. Έπειτα ήρθε το ρείκι — ή μάλλον, δεν ήρθε. Εκεί που σε άλλες γωνιές της Ελλάδας έκανε θαύματα, εδώ απέδωσε ελάχιστα, δημιουργώντας ένα μικρό κενό ανάμεσα στις ανθοφορίες.

Όμως η φύση ποτέ δεν σταματά και το φθινόπωρο είναι πλούσιο σε ανθοφορίες. Η κουμαριά φέτος αποφάσισε να στολίσει τον τόπο με μια ανθοφορία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων χρόνων. Πυκνή, δυνατή, γεμάτη υποσχέσεις. Και πράγματι, στα μέσα του Νοεμβρίου οι ζυγαριές άρχισαν να βάζουν βάρος: ένα κιλό, ενάμιση την ημέρα. Οι μέλισσες δούλευαν με ρυθμό σχεδόν μουσικό, οι πλαγιές βούιζαν, με μια σιγουριά που σε έκανε να πιστεύεις πως ο τρύγος είναι πια θέμα ημερών.

Και τότε ήρθαν οι βροχές. Όχι απλώς βροχές — τρεις εβδομάδες συνεχόμενες, με μέρες τόσο έντονες που ο τόπος άλλαξε πρόσωπο. Οι πλαγιές μούσκεψαν τόσο πολύ που δε τολμήσαμε να κατέβουμε στις πεζούλες με το φορτηγό για να μην κολλήσουμε. Τα ρέματα φούσκωσαν και πολλά σημεία πλημμύρισαν. Τα άνθη της κουμαριάς, τόσο άφθονα και ζωηρά λίγο πριν, υποχώρησαν κάτω από το βάρος της νεροποντής. Τουλάχιστον τα μισά έπεσαν πρόωρα, μέσα σε μόλις μία ημέρα, στερώντας από τα μελίσσια τη δυνατότητα να συνεχίσουν την υποσχόμενη συλλογή.

Έτσι ο τρύγος που φάνταζε τόσο κοντά δεν ήρθε ποτέ. Η μελισσοκομία όμως είναι τέχνη υπομονής και συμφιλίωσης. Ακόμη και μέσα στην απώλεια υπάρχει κέρδος: τα μελίσσια είναι δυνατότερα και έτοιμα να υποδεχτούν τον χειμώνα με αξιοπρεπή αποθέματα. Και εμείς, που παρακολουθούμε από κοντά αυτή τη χορογραφία της φύσης, μένουμε για άλλη μια φορά με μια απλή, σταθερή διαπίστωση: στα Τζουμέρκα, τίποτα δεν είναι ποτέ προβλέψιμο — κι όμως όλα, στο τέλος, βρίσκουν τον δρόμο τους.

Κραυγή αγωνίας από τους Έλληνες μελισσοκόμους

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Μελισσοκομίας διεθνοποιεί το πρόβλημα της ελεύθερης εξάσκησης της μελισσοκομίας στα δάση με επιστολή της στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μελισσοκομίας. Ήδη, οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι οι απαγορεύσεις άσκησης της μελισσοκομικής πρακτικής στα δάση, είναι αποκλειστικό εφεύρημα των ελληνικών Αρχών. Ζητάμε επιπρόσθετες πληροφορίες από γειτονικές χώρες και από μέλη κράτη της ΕΕ, ώστε να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας σε αναπόφευκτες δικαστικές διαμάχες στην περίπτωση που οι ελληνικές αρχές επιμένουν στις καταδικαστικές τους διατάξεις για την ελεύθερη εξάσκηση της μελισσοκομίας στα δάση.

Η Μελισσοκομία στην Ελλάδα και η Εξάρτησή της από τα Δάση

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα των μελισσοκόμων να μετακινούν τα μελίσσια τους σε δασικές περιοχές. Το πεύκο, το έλατο και η βελανιδιά αποτελούν τα τρία κύρια δασικά είδη των οποίων οι μελιτώδεις εκκρίσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ετήσιας παραγωγής μελιού της χώρας.

Επιπλέον, οι δασικές εκτάσεις που είναι πλούσιες σε ρείκι, κουμαριά, λαδανιά, ακακία και άλλα φυτά —όπως και οι περιοχές με μεσογειακή θαμνώδη βλάστηση, αρωματικά φυτά (π.χ. θυμάρι και ρίγανη) ή ψυχανθή— αποτελούν απαραίτητα οικοσυστήματα για την ανάπτυξη των μελισσιών και την παραγωγή πλήθους μελισσοκομικών προϊόντων.

Οι Πρόσφατοι Περιορισμοί και η Στοχοποίηση των Μελισσοκόμων

Τα τελευταία χρόνια, η τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές έχει καταστεί ολοένα και δυσκολότερη λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως η επέκταση άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. τουρισμός), αλλά κυρίως επειδή ο μελισσοκομικός τομέας στοχοποιείται άδικα ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για δασικές πυρκαγιές.

Ως αποτέλεσμα, οι Δασικές Υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας έχουν εκδώσει Απαγορευτικές Δασικές Διατάξεις, οι οποίες, αν και δεν έχουν νομική τεκμηρίωση, επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς σχετικά με αποστάσεις από δασικούς δρόμους, μονοπάτια, πηγές νερού, εξοχικές κατοικίες και άλλα σημεία. Αυτό καθιστά πρακτικά αδύνατη την εγκατάσταση κυψελών.

Επιπλέον, απαγορεύουν πλήρως τη μεταφορά μελισσιών σε καμένες δασικές εκτάσεις για αυθαίρετα χρονικά διαστήματα (π.χ. 5 ή 10 έτη), στερώντας έτσι από τα δάση τη πολύτιμη συμβολή των μελισσών στη φυσική τους αναγέννηση.

Οι Νέες Ρυθμίσεις Πυροπροστασίας και τα Παράδοξα των Νόμων

Το νεοσύστατο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μαζί με το Πυροσβεστικό Σώμα που υπάγεται σε αυτό, έχει εκδώσει Κανονισμούς Πυροπροστασίας που καθιστούν τη δασική μελισσοκομία πρακτικά ανέφικτη.

Για παράδειγμα, ένα άρθρο του Κανονισμού Πυροπροστασίας 9/2024 ορίζει ότι πρέπει να υπάρχει «ελάχιστη απόσταση τουλάχιστον δέκα (10) μέτρων μεταξύ των εγκαταστάσεων κυψελών και των δέντρων ή θάμνων».

Ωστόσο, τα ελληνικά δάση χαρακτηρίζονται από ανώμαλο ανάγλυφο και πυκνή βλάστηση, με ελάχιστα καθαρά ξέφωτα ή ορεινά λιβάδια. Συνεπώς, αυτό το μέτρο είναι ανεφάρμοστο. Ακόμη κι αν ένας μελισσοκόμος προσπαθήσει να καθαρίσει την περιοχή γύρω από το μελισσοκομείο, η πράξη αυτή θα παραβιάσει τη δασική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει την κοπή βλάστησης. Έτσι, οι ρυθμίσεις ενός υπουργείου αναιρούν τους νόμους ενός άλλου.

Από το 1998, η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα έχει μεταβιβαστεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο όμως στερείται του εξειδικευμένου προσωπικού, της γνώσης και της εμπειρίας που διέθετε παλαιότερα η Δασική Υπηρεσία — ένας φορέας που ασκούσε αποτελεσματικά αυτό το κρίσιμο καθήκον επί δεκαετίες.

Αίτημα Πληροφόρησης και Αλληλεγγύης

Ζητούμε τη στήριξή σας για την αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης που βιώνει η ελληνική μελισσοκομία. Θα εκτιμούσαμε ιδιαίτερα εάν μπορούσατε να μας ενημερώσετε:

  • Για τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στις χώρες σας σχετικά με την τοποθέτηση κυψελών σε δασικές περιοχές, ειδικά για βραχυχρόνια εκμετάλλευση των μελιτωμάτων (10 έως 30 ημερών) και όχι για μόνιμες εγκαταστάσεις.
  • Για τυχόν κανονισμούς πρόληψης πυρκαγιών που ισχύουν τους θερινούς μήνες και αφορούν τις μελισσοκομικές δραστηριότητες (π.χ. χρήση καπνιστηριού).
  • Για τους κανόνες που διέπουν την τοποθέτηση κυψελών σε καμένες δασικές εκτάσεις.
  • Εάν η μελισσοκομία αναγνωρίζεται ως οικονομική δραστηριότητα στα Σχέδια Διαχείρισης Δασών των χωρών σας.
  • Και, τέλος, εάν υπάρχει νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη μελισσοκομία σε αστικές και περιαστικές περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις συνορεύουν ή έχουν αναπτυχθεί εντός δασικών ζωνών.

Ένα Ευρωπαϊκό Ζήτημα

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα — αφορά όλους τους Ευρωπαίους μελισσοκόμους.
Εάν εδραιωθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι μέλισσες και οι μελισσοκόμοι αποτελούν απειλή για τα δάση, παρόμοιοι περιορισμοί θα μπορούσαν σύντομα να εξαπλωθούν και σε άλλα κράτη της ΕΕ.

Τα δασικά οικοσυστήματα, η βιοποικιλότητα και οι υπηρεσίες επικονίασης αποτελούν κοινό ευρωπαϊκό αγαθό. Η προστασία του δικαιώματος άσκησης βιώσιμης μελισσοκομίας εντός των δασών είναι, συνεπώς, κοινή ευθύνη.

Η συνεργασία όλων των κρατών μελών της EBA είναι ουσιώδης ώστε να διασφαλιστεί ότι η μελισσοκομία θα συνεχίσει να αναγνωρίζεται ως ζωτική, περιβαλλοντικά ωφέλιμη και αναντικατάστατη δραστηριότητα για την υγεία των φυσικών μας τοπίων.

Σοφία Γούναρη – Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Μελισσοκομίας 

BASF και απαγορευμένα φυτοφάρμακα: Ένα σκάνδαλο που φέρνει σε δύσκολη θέση το γαλλικό κράτος

Ένα σοβαρό ζήτημα γύρω από την παραγωγή απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στην Γαλλία επαναφέρει στο προσκήνιο η Αγροτική Συνομοσπονδία Confédération paysanne, μετά τις αποκαλύψεις για τις πρακτικές της πολυεθνικής χημικής βιομηχανίας BASF στο εργοστάσιό της στο Ζεναί.

Τον Ιούνιο εθελοντές μελισσοκόμοι επιθεώρησαν τους χώρους της BASF όπου διαπίστωσαν ότι συνεχίζει να παράγει το απαγορευμένο στη Γαλλία και μη εγκεκριμένο στην Ε.Ε., πυρεθροειδές εντομοκτόνο ευρέος φάσματος Fastac με δραστική ουσία την α-κυπερμεθρίνη, η οποία θεωρείται εξαιρετικά τοξική για τις μέλισσες. Οι εθελοντές εντόπισαν επίσης την παρουσία της δραστικής ουσίας Dimpropyridaz, που δεν διαθέτει έγκριση σε επίπεδο Ε.Ε. και επομένως θεωρείται παράνομα παραγόμενη.

Λίγες μέρες αργότερα η Περιφερειακή Διεύθυνση Περιβάλλοντος (DREAL), μετά από αίτημα του Υπουργείου Μετάβασης προς την Οικολογία, πραγματοποίησε έλεγχο όπου επιβεβαίωσε την ύπαρξη αποθηκευμένων ποσοτήτων Fastac. Παρά τα στοιχεία, η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών περιορίστηκε αποκλειστικά στο Fastac, αποσιωπώντας την παρουσία των υπόλοιπων απαγορευμένων ουσιών — κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις των μελισσοκόμων.

Οι μελισσοκόμοι κατηγορούν τη BASF ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει το ζήτημα παρουσιάζοντας την απαγόρευση του Fastac ως απλή διοικητική απόσυρση και όχι ως αποτέλεσμα σοβαρών τοξικολογικών ανησυχιών. Από το 2019, σύμφωνα με την Confédération, η εταιρεία δεν έχει παραδώσει πλήρεις μελέτες για την ασφάλεια των προϊόντων της. Η πρακτική παραγωγής απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στη Γαλλία και η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες θεωρείται από την οργάνωση χαρακτηριστική μορφή «αγροχημικού αποικιοκρατισμού».

Για την Confédération paysanne, η υπόθεση της BASF δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά ένα ακόμη παράδειγμα ενός αγροχημικού μοντέλου που βάζει τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών πάνω από την υγεία, το περιβάλλον και τη διαφάνεια. Η οργάνωση επιμένει ότι απαιτείται «συστημική αλλαγή» ώστε να αντιμετωπιστούν οι δομικές αυτές δυσλειτουργίες.

Η αυταπάτη των επιδοτήσεων

Συχνά διαφωνώ με αρκετούς συναδέλφους που ζητούν να ενταχθεί η μελισσοκομία στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε να λαμβάνουμε και εμείς βασικές επιδοτήσεις, όπως οι υπόλοιποι αγροτικοί τομείς. Πρόσφατα μάλιστα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συζητείται η θέσπιση επιδόματος επικονίασης για τους μελισσοκόμους.

Παρότι η πρόθεση μπορεί να φαντάζει δίκαιη, είμαι κάθετα αντίθετος στη λογική των άμεσων επιδοτήσεων στον πρωτογενή τομέα – όποια μορφή κι αν λαμβάνουν και όσο “δίκαιες” κι αν παρουσιάζονται. Ιδίως όταν αυτές υπολογίζονται με βάση τον αριθμό (δέντρα, ζώα, μελίσσια κτλ). Πρόκειται για μια πολιτική που ενθαρρύνει την παθητικότητα, τη γραφειοκρατία και την εξάρτηση και όχι την παραγωγή.

Η πολιτική της εξάρτησης

Μια πολιτική που επιδοτεί την επικονίαση ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από απαγορεύσεις των μελισσιών στα δάση, είτε στο όνομα της πυρασφάλειας είτε της περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεν αποτελεί ενίσχυση αλλά υποκατάσταση της ελευθερίας δράσης του παραγωγού. Δεν προάγει τη μελισσοκομία· τη μετατρέπει σε διοικητικά ελεγχόμενο κλάδο.

Όταν μάλιστα η επιδότηση αυτή δίνεται με βάση τον αριθμό των κυψελών, το αποτέλεσμα νομοτελειακά οδηγεί σε πλασματικές δηλώσεις, στατικά μελισσοκομεία “στα χαρτιά” και παραγωγούς που υφίστανται μόνο για να εισπράττουν. Η πραγματική παραγωγή παραμερίζεται και η δημιουργικότητα αντικαθίσταται από τη γραφειοκρατία.

Οι επιδοτήσεις ως μηχανισμός αποδυνάμωσης

Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατευθύνσεις προσανατολίζονται εδώ και χρόνια προς την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων. Και μπορεί να μας διώχνουν από τα δάση αλλά δε θέλουν και να μας εξαφανίσουν εντελώς.

Στην πράξη, ο μελισσοκόμος που ζει από την επιδότηση χρησιμεύει ως νομιμοποιητικό άλλοθι για ένα σύστημα όπου η αγορά πλημμυρίζει από εισαγόμενα ή νοθευμένα προϊόντα. Ο μελισσοκόμος χρειάζεται για να δικαιολογούνται οι ελληνοποιήσεις καθώς χωρίς έστω λίγο ελληνικό μέλι, δεν μπορεί να υπάρξει “ελληνοποίηση”. Οι μικροί παραγωγοί δεν πρέπει να εξαφανιστούν, πρέπει όμως να παραμείνουν ελεγχόμενα παρόντες, εξαρτημένοι και διαχειρίσιμοι. Έτσι, ο παραγωγός καταλήγει να παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου.

Η εμπειρία του αγροτικού τομέα

Έχει αποδειχθεί στην πράξη πως όπου κυριάρχησαν οι επιδοτήσεις, η παραγωγή μαράζωσε. Το είδαμε στο βαμβάκι, στο γάλα, στα σιτηρά: η επιδότηση έγινε αυτοσκοπός, και το κίνητρο της παραγωγής εξαφανίστηκε. Όπου οι επιδοτήσεις έγιναν βασικό εισόδημα, ο κλάδος έχασε σε ανταγωνιστικότητα, δεν εκσυγχρονίστηκε και εξαρτήθηκε από το κράτος.

Αντίθετα, τομείς με λιγότερη ή εντελώς εκτός επιδοτήσεων, όπως τα ακτινίδια, η ορνιθοτροφία, τα θερμοκήπια, συνεχίζουν και ευημερούν, επενδύουν και εξάγουν. Μέχρι πρόσφατα σ’ αυτούς τους κλάδους ανήκε και η μελισσοκομία.

Βιολογικά: Η “ταφόπλακα” της ελληνικής μελισσοκομίας

Η εισαγωγή του προγράμματος της βιολογικής μελισσοκομίας αποτέλεσε σημείο καμπής για τον κλάδο. Η ΕΕ αποφασίζει να δώσει χρήματα για να ενθαρρύνει τη μετάβαση στη βιολογική παραγωγή. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, το υλοποίησε με έναν πολύ “χαλαρό” τρόπο καθώς δεν απαιτήθηκε ουσιαστική εκπαίδευση ή επιμόρφωση των παραγωγών, ενώ δεν υπήρξε καν υποχρέωση παραγωγής βιολογικού προϊόντος!

Με το να λέει η ΕΕ “πάρτε αυτά τα χρήματα και γίνετε βιολογικοί” αντί να ενισχυθεί η ουσία της βιολογικής παραγωγής, ενισχύθηκε η εξάρτηση από τα επιδόματα. Έτσι, επιτεύχθηκε ο στατιστικός στόχος για τις Βρυξέλλες, που ήταν αύξηση των βιολογικών παραγωγών, χωρίς όμως να υπάρξει αντίστοιχη αύξηση των βιολογικών προϊόντων που παράγονται. Ο φορολογούμενος επί της ουσίας χρηματοδότησε μια δράση για τη “μετάβαση”, που όμως δεν παρήγαγε ούτε γνώση, ούτε προϊόν.

Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της εξάρτησης και η περαιτέρω απαξίωση της έννοιας “βιολογικό”. Το πρόγραμμα όμως αλλοίωσε τον χαρακτήρα της μελισσοκομίας, μετατρέποντας τον παραγωγό από δημιουργό σε λήπτη επιδοτήσεων, με ό,τι αυτό σημαίνει για την παραγωγική ικανότητα και την ποιότητα του κλάδου.

Από την εξάρτηση στην αυτάρκεια

Αντί για αυτού του είδους τις πολιτικές, αυτό που πραγματικά χρειάζεται η μελισσοκομία είναι πολιτικές που παράγουν μόνιμη ικανότητα και όχι παροδικό εισόδημα. Πολιτικές που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, δίνουν κίνητρα στην παραγωγή και άρουν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς.

Η πολιτεία θα μπορούσε, για παράδειγμα αντί επιδότησης να επιστρέφει ολόκληρο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Αυτό αποτελεί κίνητρο παραγωγής καθώς ενθαρρύνει τη μετακίνηση των μελισσιών, δηλαδή τη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα και αποτρέπει τη δημιουργία μελισσοκομείων στα “χαρτιά”. Αντίστοιχα, η μείωση του ΦΠΑ στον εξοπλισμό (κυψέλες, κηρήθρες, υλικά τυποποίησης) θα είχε άμεσο και διαφανές όφελος για όποιον πραγματικά εργάζεται.

Αντί να διοχετεύονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε πρόσκαιρες ενισχύσεις, τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να παράγουν μόνιμες υποδομές, όπως δημόσια ή συνεταιριστικά τυποποιητήρια, εργαστήρια ελέγχου ποιότητας, συλλογικά σημεία διάθεσης.

Η μελισσοκομία δεν έχει ανάγκη από επιδόματα. Έχει ανάγκη από ελευθερία (άρση απαγορεύσεων στα δάση, άρση περιορισμών στην παραγωγή), από υποδομές, γνώση και δίκαιους κανόνες για όλους.

Οι επιδοτήσεις ίσως υπόσχονται σταθερότητα, αλλά στην πράξη μετατρέπουν τη δημιουργία σε εξάρτηση. Και αυτό είναι, πράγματι, η μεγαλύτερη αυταπάτη.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Βρέθηκαν Χάλκινα Αγγεία στην Ιταλία που Περιείχαν Μέλι 2.500 Ετών

Οι αρχαιολόγοι επανεξέτασαν ένα κατάλοιπο ηλικίας 2.500 ετών που βρέθηκε μέσα σε χάλκινα αγγεία σε ένα υπόγειο ιερό στην Ποσειδωνία της Ιταλίας, το οποίο παλαιότερα είχε ταυτοποιηθεί ως μείγμα κεριού, λίπους και ρητίνης.

Χρησιμοποιώντας μια πολυαναλυτική προσέγγιση, οι ερευνητές εντόπισαν λιπίδια, προϊόντα αποσύνθεσης σακχάρων, εξόζες (σάκχαρα) και βασικές πρωτεΐνες του βασιλικού πολτού, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι τα αγγεία περιείχαν κάποτε μέλι ή κηρήθρες. Το μέλι αποτελούσε μια ουσία ζωτικής σημασίας για τις αρχαίες κοινωνίες.

Οι ιστορικές μαρτυρίες και οι εικονογραφικές απεικονίσεις δείχνουν ότι το μέλι χρησιμοποιούνταν ως πρώιμο γλυκαντικό σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα, σε τελετουργίες και σε καλλυντικά. Στους αρχαίους ελληνικούς και ρωμαϊκούς πολιτισμούς, οι μέλισσες και το μέλι κατείχαν σημαντική θρησκευτική και συμβολική θέση.

Το 1954, αρχαιολόγοι που πραγματοποιούσαν ανασκαφές στον αρχαίο ελληνικό οικισμό της Ποσειδωνίας, που χρονολογείται γύρω στο 520 π.Χ., ανακάλυψαν ένα υπόγειο ιερό αφιερωμένο σε άγνωστη θεότητα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν χάλκινα αγγεία — έξι υδρίες και δύο αμφορείς — τοποθετημένα γύρω από ένα άδειο σιδερένιο κρεβάτι. Τα αγγεία περιείχαν ένα παχύρευστο υπόλειμμα με έντονη μυρωδιά κεριού.

Οι αρχαιολόγοι ανέφεραν ότι το υπόλειμμα αρχικά ήταν υγρό ή παχύρρευστο, καθώς ίχνη του βρέθηκαν και στο εξωτερικό των αγγείων, τα οποία ήταν σφραγισμένα με δίσκους από φελλό. Επιπλέον, οι αρχαιολόγοι είχαν ταυτοποιήσει τα αρχικά περιεχόμενα των χάλκινων αγγείων ως μέλι — «σύμβολο της αθανασίας» — που πιθανώς είχε προσφερθεί υπό μορφή κηρηθρών, από τις οποίες είχε απομείνει κυρίως το κερί.

Ωστόσο, τρεις μεταγενέστερες εργαστηριακές αναλύσεις διαφορετικών δειγμάτων απέκλεισαν την παρουσία μελιού στη σύστασή τους. Το 2019, όταν το υπόλειμμα από την Ποσειδωνία μεταφέρθηκε στο Μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης για την έκθεση The Last Supper in Pompeii, δόθηκε μια νέα ευκαιρία για τη βιομοριακή του επανεξέταση, αξιοποιώντας τις πρόσφατες προόδους στην τεχνολογία φασματομετρίας μάζας.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Λουτσιάνα ντα Κόστα Καρβάλιο και Τζέιμς ΜακΚάλαγκ, μαζί με τους συνεργάτες τους, ανέλυσαν δείγματα του υπολείμματος με διάφορες σύγχρονες τεχνικές προκειμένου να προσδιορίσουν τη μοριακή του σύσταση.

Διαπίστωσαν ότι το αρχαίο υπόλειμμα είχε χημικό «αποτύπωμα» σχεδόν ταυτόσημο με αυτό του σύγχρονου μελισσοκεριού και μελιού, με υψηλότερη οξύτητα που συνάδει με αλλοιώσεις από μακροχρόνια αποθήκευση. Η χημική σύνθεση του υπολείμματος ήταν πιο περίπλοκη από εκείνη του θερμικά αλλοιωμένου μελισσοκεριού, υποδηλώνοντας την παρουσία μελιού ή άλλων ουσιών.

Σημεία επαφής του υπολείμματος με το χάλκινο αγγείο περιείχαν προϊόντα αποσύνθεσης σακχάρων αναμεμειγμένα με χαλκό. Οι εξόζες — κοινά σάκχαρα που απαντώνται στο μέλι — εντοπίστηκαν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις από ό,τι στο σύγχρονο κερί. Εντοπίστηκαν επίσης πρωτεΐνες του βασιλικού πολτού, οι οποίες είναι γνωστό ότι εκκρίνονται από τη δυτική μέλισσα (Apis mellifera).

Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η αρχαία ουσία είναι ό,τι απέμεινε από αρχαίο μέλι. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν μπορούν να αποκλείσουν την παρουσία και άλλων προϊόντων της μέλισσας.

«Τα αρχαία κατάλοιπα δεν είναι απλώς ίχνη από ό,τι οι άνθρωποι έτρωγαν ή πρόσφεραν στους θεούς — είναι πολύπλοκα χημικά οικοσυστήματα», δήλωσε η Δρ. ντα Κόστα Καρβάλιο. «Η μελέτη τους αποκαλύπτει πώς οι ουσίες αυτές μεταβλήθηκαν με τον χρόνο, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντική έρευνα σχετικά με την αρχαία μικροβιακή δραστηριότητα και τις πιθανές εφαρμογές της.»

πηγή: sci.news

Η Αρνητική Πλευρά της Επιλογής: Μια Παραμελημένη Αιτία της Παρακμής των Μελισσών

Οι μέλισσες, οι ακούραστοι επικονιαστές που στηρίζουν την παγκόσμια γεωργία, αντιμετωπίζουν μια κρίση. Υψηλή θνησιμότητα αποικιών σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, κυρίως λόγω του παρασίτου βαρρόα και ιών όπως ο ιός παραμορφωμένων φτερών (DWV), απειλεί τη βιωσιμότητά τους. Μια πρόσφατη επιστημονική έρευνα του εξελικτικού βιολόγου Jacques J.M. van Alphen, ομότιμου καθηγητή του ερευνητικού κέντρου για τη βιοποικιλότητα στο Λέιντεν της Ολλανδίας, που δημοσιεύτηκε το 2024, φέρνει στο φως μια «ξεχασμένη» αιτία: την αυστηρή επιλογή από τους μελισσοκόμους, αποκαλύπτοντας πώς αυτή η πρακτική μπορεί να βλάπτει τις μέλισσες μακροπρόθεσμα.

Οι μέλισσες (Apis mellifera) διαθέτουν την υψηλότερη συχνότητα γενετικού ανασυνδυασμού από οποιοδήποτε γνωστό ζώο, με ρυθμό 19-37 cM/Mb, 10 φορές υψηλότερο από τα θηλαστικά. Αυτό, σε συνδυασμό με την πολυανδρία (η βασίλισσα ζευγαρώνει με 10-20 κηφήνες από πολλές αποικίες), επιτρέπει τη δημιουργία νέων γενετικών συνδυασμών. Αυτοί οι συνδυασμοί, βασισμένοι σε σπάνια αλληλόμορφα (παραλλαγές γονιδίων), είναι κρίσιμοι για την αντίσταση σε παθογόνα όπως η βαρρόα αλλά και οι ιοί. Σε περιοχές όπως η Νότια Αφρική και η Νότια Αμερική, οι μέλισσες ανέπτυξαν γρήγορα αντοχή σε παθογόνα μέσω φυσικής επιλογής σε μεγάλους, παμμικτικούς πληθυσμούς, όπου τα γονίδια αναμειγνύονται ελεύθερα, σε αντίθεση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου η αυστηρή επιλογή περιορίζει τη γενετική ποικιλότητα και εμποδίζει την προσαρμογή.

Το Πρόβλημα της Επιλογής
Οι μελισσοκόμοι συχνά επιλέγουν γενετικό υλικό κατά την εκτροφή βασιλισσών, για χαρακτηριστικά όπως η υψηλή παραγωγή μελιού, η χαμηλή επιθετικότητα και η εξυγιαντική συμπεριφορά. Όμως, αυτή η πρακτική έχει κόστος. Η επιλογή μικρών δειγμάτων από μεγάλους πληθυσμούς αποκλείει σπάνια αλληλόμορφα, μειώνοντας τη γενετική ποικιλότητα. Επιπλέον, η επιλογή πολυγονιδιακών χαρακτηριστικών δημιουργεί «σειρές ομοζυγωτίας», περιορίζοντας τον ανασυνδυασμό. Αποτέλεσμα; Οι μέλισσες γίνονται πιο ευάλωτες σε ασθένειες. Για παράδειγμα, στο πείραμα του Gotland (Σουηδία, 2006-2010), μόνο το 7% των αποικιών επέζησε χωρίς θεραπείες έναντι της βαρρόα, δείχνοντας περιορισμένη αντοχή. Αντίθετα, στη Νότια Αφρική και τη Νότια Αμερική, οι μέλισσες ανέπτυξαν γρήγορα αντοχή στο άκαρι μέσα σε λίγα χρόνια, χάρη στη φυσική επιλογή.

Η λύση που προτείνει ο J.M. van Alphen είναι οι βασιλοτρόφοι να εφαρμόζουν λιγότερο αυστηρή επιλογή, χρησιμοποιώντας γενετικό υλικό από όσο το δυνατόν περισσότερες αποικίες, ώστε να διατηρείται η γενετική ποικιλότητα και να ενισχύεται η αντοχή των μελισσών σε παθογόνα. Προτείνει επίσης την επαναφορά μεγάλων παμμικτικών πληθυσμών εγγενών υποειδών, όπως η μαύρη μέλισσα στην Ευρώπη. Μέσω φυσικών πτήσεων ζευγαρώματος και επανεισαγωγής σε δάση, οι μέλισσες μπορούν να ανακτήσουν χαμένα αλληλόμορφα, ενισχύοντας την αντοχή τους. Οι επαγγελματίες μελισσοκόμοι μπορούν να επωφεληθούν επιλέγοντας από αυτούς τους πληθυσμούς, αντί να βασίζονται σε περιορισμένες γενετικές γραμμές.

Αδυναμίες της έρευνας
Η έρευνα αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: η αυστηρή επιλογή, αν και βελτιώνει βραχυπρόθεσμα την παραγωγή, μπορεί να αποδυναμώνει τις μέλισσες μακροπρόθεσμα. Παρά την αξία της όμως παρουσιάζει και κάποιες αδυναμίες. Δεν περιλαμβάνει πρωτογενή δεδομένα, αλλά βασίζεται κυρίως σε θεωρητικές παρατηρήσεις και δευτερογενή δεδομένα (π.χ. το πείραμα του Fries), χωρίς πρωτογενή πειραματικά στοιχεία από τον ίδιο τον συγγραφέα. Επίσης ενώ η γενετική ποικιλότητα είναι σημαντική, η μελέτη δεν εξετάζει σε βάθος άλλους παράγοντες όπως αλληλεπιδράσεις με φυτοφάρμακα ή κλιματικές αλλαγές. Επιπλέον, η πρόταση για παμμικτικούς πληθυσμούς παραμένει θεωρητική, χωρίς πρακτικές λεπτομέρειες ως προς την εφαρμογή.

Παρ’ όλα αυτά η έρευνα υπογραμμίζει πειστικά πώς οι ανθρώπινες πρακτικές επιλεκτικής εκτροφής μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στην υγεία των μελισσών, μειώνοντας τη γενετική τους ποικιλότητα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται σε παθογόνα. Προσφέρει μια νέα οπτική στην κατανόηση της παρακμής των μελισσών και καλεί για μια πιο φυσική προσέγγιση στη διαχείρισή τους. Ωστόσο, για να ενισχυθεί η αξιοπιστία της, θα χρειαζόταν συμπληρωματική έρευνα με πειραματικά δεδομένα και ολιστική εξέταση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποικίες.

Στράτος Σαραντουλάκης

Βιβλιογραφία:
The Downside of Selection: A Forgotten Cause of Honeybee Decline