Έπειτα από τη μεγαλύτερη αγροτική κινητοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, αξίζει να επιχειρηθεί μια αποτίμηση που υπερβαίνει τα άμεσα αποτελέσματα και εστιάζει στους όρους κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής.

Από αυτόν τον αγώνα προέκυψε μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το αγροτικό κίνημα. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση συγκροτήθηκε ένα μαζικό και ενιαίο υποκείμενο γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων και αλιέων. Οι επιμέρους διαφορές και τα ιστορικά συντεχνιακά σχήματα παραμερίστηκαν συνειδητά. Παρά τις οργανωμένες και άτυπες πιέσεις, το κίνημα δεν διασπάστηκε, διατηρώντας συνεκτικό πλαίσιο αιτημάτων και κοινό προσανατολισμό.
Η προκατάληψη ότι οι αγρότες συνιστούν εγγενώς «δεξιό» κοινωνικό σώμα και, ως εκ τούτου, στερούνται ριζοσπαστικής δυναμικής, η οποία εκφράστηκε από τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι θεωρητικά φτωχή και στην πράξη λειτουργεί ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Οι κοινωνικές τάξεις δεν αποτιμώνται με βάση την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά με βάση τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής, τη σχέση τους με το κεφάλαιο και τη δυναμική που αναπτύσσουν υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.
Στο πλαίσιο αυτό η αγροτική τάξη δεν συγκροτεί ενιαίο και ομοιογενές κοινωνικό σώμα. Στο εσωτερικό της αναπτύσσονται έντονες ανισότητες κλίμακας, εισοδήματος και πρόσβασης σε πόρους, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη δυνατότητα συγκρότησής της ως συλλογικού υποκειμένου. Η μικροϊδιοκτησία παράγει υπαρκτές αντιφάσεις: ενισχύει τον ατομικισμό και δυσχεραίνει τη διαμόρφωση συλλογικής ταξικής συνείδησης. Πρόκειται, ωστόσο, για υλικούς περιορισμούς και όχι για εγγενή λόγο πολιτικής απαξίωσης ή θεωρητικής υποτίμησης.
Οι αγρότες σήμερα δεν συνιστούν «παραδοσιακή αγροτιά». Εντάσσονται σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, με αυξανόμενη εξάρτηση από αγορές και κεφάλαιο, μειωμένη αυτονομία, υψηλό παραγωγικό ρίσκο και διαρκή οικονομική ανασφάλεια.
Σε αντίθεση όμως με άλλα τμήματα του προλεταριάτου, οι αγρότες διαθέτουν υλικά μέσα παραγωγής ενώ ελέγχουν κρίσιμους τομείς όπως η διατροφή, γεγονός που τους προσδίδει υλική και όχι απλώς συμβολική ισχύ, άρα και επαναστατική προοπτική. Η κατοχή μέσων και υποδομών επιτρέπει στους αγρότες να αντιπαρατίθενται έμπρακτα στις άμυνες του κράτους. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε μορφές διαμαρτυρίας, αλλά μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα άμεσης υλικής πίεσης, δυσπρόσιτης για άλλα κοινωνικά στρώματα.
Οι αγροτικοί πληθυσμοί βρίσκονται εκτός των αστικών ιστών, όπου το κράτος διαθέτει πυκνούς μηχανισμούς ελέγχου. Η ύπαιθρος χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη κατασταλτική συγκέντρωση, μεταβάλλοντας το γεωγραφικό πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης. Η συμμετοχή αγροτικών πληθυσμών σε κοινωνικές συγκρούσεις διευρύνει το κοινωνικό και χωρικό τους εύρος. Ιστορικά, αυτή η μετατόπιση πέρα από την πόλη υπήρξε καθοριστική για την αποσταθεροποίηση αμιγώς αστικών μορφών πολιτικής κυριαρχίας.
Συνάμα οι αγρότες διαθέτουν πρακτικές δεξιότητες, εμπειρία συλλογικής εργασίας σε επισφαλείς συνθήκες και αυξημένη αντοχή σε διακοπές εφοδιασμού. Ως εκ τούτου, εμφανίζουν αυξημένη ικανότητα επιβίωσης και αυτοοργάνωσης ως επαναστατικό υποκείμενο.
Εντούτοις η επαναστατική δυναμική της αγροτικής τάξης δεν μπορεί να πραγματωθεί απομονωμένα. Προϋποθέτει τη συγκρότηση εργατικών–λαϊκών συμμαχιών, ικανών να αρθρώσουν κοινό υλικό συμφέρον απέναντι στις σχέσεις εκμετάλλευσης και εξάρτησης. Η αγροτική και η εργατική τάξη δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Η σύνδεσή τους επιτρέπει τη σύζευξη αστικών και υπαίθριων μορφών αγώνα, διευρύνοντας την κοινωνική βάση και τη χωρική εμβέλεια της σύγκρουσης.
Όμως η μετατροπή της αγροτικής δυσαρέσκειας σε επαναστατική δυνατότητα απαιτεί κοινό πολιτικό σχέδιο, σταθερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και επεξεργασμένο λόγο που υπερβαίνει τον κλαδικό ορίζοντα. Εν κατακλείδι η αγροτική τάξη φέρει αντικειμενικές δυνατότητες ρήξης, αλλά η ιστορική τους πραγμάτωση εξαρτάται από τη συνάντησή τους με ευρύτερα κοινωνικά υποκείμενα και από την ικανότητα συγκρότησης συνεκτικού πολιτικού σχεδίου με διευρυμένη κοινωνική βάση.

























